13.5.09

με μονο δυο λεξεις

Θα κοιμάσαι με το κινητό κλειστό, γιατί οι συμφορές ξέρουν να χτυπούν κουδούνια και πόρτες

Θα ναι πιο βράδυ από σκοτάδι ασπρόμαυρου έργου

Θα κοιμάσαι δίχως όνειρα, γιατί οι εφιάλτες προβάρουν στα καμαρίνια τους τα νέα πρόσωπά τους

Ανάμεσα ύπνου και ξύπνιου θα σηκωθείς σαν κάτι ν άκουσες, κάπου βαθειά, σαν μια σιγανή, αδιάλλακτη προστακτική, θα βηματίσεις στο σκοτάδι ζαλισμένος, θα κουβαλάς τη μυρωδιά του ύπνου σου ακόμα και δια μέσω τοίχων, χαλιών και εμποδίων, θα ακούσεις τον άγγελο του κακού

Πως κάτι έγινε

Πώς να ντυθείς

Πώς να βιαστείς, με ήρεμη, βαθιά αναντίρρητη φωνή

Θα βρείς το μαύρο πουλόβερ, το πλεκτό, με τον μακρύ λαιμό, που αναδιπλώνει και μέσα μπαίνεις, σαν κάποια ασφάλεια, σαν το καβούκι σαλιγκάρου, θα ανοίξεις την πόρτα και θα βγείς στη νέα σου μοίρα

Το δάγκωμα, η γάγγραινα, τα σάπια λόγια μέσα σου, ο τόσος χαμένος χρόνος, οι ατελεύτητες προσπάθειες, ένα κουβάρι σωθικά ανταριασμένα, πικρά υγρά να καίνε τον ουρανίσκο και ούτε νερό να κατεβαίνει

Δεν σε κρατήσουνε συνοδηγό, όσο κι αν επιμείνεις, περνάς τη ζώνη ασφαλείας, ενώ νιώθεις πως είναι να βγαίνεις από τα όρια του γηπέδου το βράδυ, με δίχως φώτα

Ο χρόνος να περνά αργά και το κεφάλι να καίει, δυό υγρασίες σε κάθε μάγουλο να συναγωνίζονται την υγρασία των άστρων, με ένα φεγγάρι να γέρνει χλωμό στη μια μεριά και να προμηνύει φουρτούνες

Να παίρνεις τηλέφωνα να ενημερώσεις, ποιόν να ενημερώσεις και τι, τι ξέρεις περισσότερο; και όλοι ζητάν να μάθουν, όταν το μόνο που μπορείς είναι να τρέξεις

Θα φτάσεις και θα κάνει κρύο, όχι έξω από την καπαρντίνα σου , μα θα ρχεται από μέσα, θα καταλάβεις τι σημαίνει να περπατάς στα μουδιασμένα, σαν να χεις κάνει απονεύρωση στα πόδια σου και να σε οδηγούν καρότσι

Μπαίνεις εδώ, ψάχνεις εκεί, σε στέλνουν παρακάτω, με ένα όνομα ζητάς ένα πρόσωπο, με μόνο δύο λέξεις, αλήθεια πως γίνεται να περιγράφεις έναν άνθρωπο με μόνο δύο λέξεις;

Παρατηρείς πως όλα αλλάζουν γρήγορα, οι παραστάσεις, ο κόσμος, τα πρόσωπα, εκτός από τις εκφράσεις τους

Τα στηθοσκόπια να κρέμονται περασμένα σαν φίδια σκοτωμένα και να γυαλίζει το κρύο μέταλλό τους που κάνει κάθε δέρμα να ριγεί

Μόνο δυό λέξεις να ρωτάς και δυό λέξεις να σου σερβίρουν.
Ούτε πώς ούτε γιατί, ένα κλάμα, μια γή που χάνεται κάτω από τα πόδια, ποια πόδια; ποια εντόσθια; ποιά καρδιά; ποιός χρόνος; ποιος εγώ; Μόνο δυό λέξεις και μια βεβαιότητα πέραν αμφισβήτησης

Τα πένθιμα σενάρια επαληθεύονται μόνο σε ξένα μάτια και κεί η ελπίδα εξοβελίζεται σαν πέτρα από γέφυρα στον πάτο της θάλασσας

Τα σπασμένα λέγκο σου για χέρια, για πόδια, για λογική και για σώμα ενώνονται την κρίσιμη ώρα από ένα κρυμμένο τένοντα βαθιά , της αυτοσυντήρησης και κλείνουν μέσα τους το γόο του ομφαλίου λώρου σου

Τίποτα άλλο, κανένας από τον κόσμο τους, να μην μπορεί να περάσει από το οδόφραγμα, το ατσαλόσυρμα, την αγκαλιά στυλοβάτη

Κόκκινα μάτια, μύξες, κλάματα και ένα γιατί αναπάντητο, σαν καρφί αιώνια πατημένο

Μάτια εχθρικά, να σου προσάπτουνε ευθύνες, να έχεις μην λόγο να πισωπατείς, αλλά να κάνεις στην άκρη, ο πόνος έχει πρόσωπα πολλά και λέει λόγια μεγάλα, εσύ θα τηρείς σιωπή, δίνοντας αβάντα σε θεούς και ανθρώπους να παίξει καθένας το παιχνίδι του

Θα βάψεις τη λάμα κόκκινη, μην μείνει σταγόνα κάτω, σαν το μερμήγκι θα μαζώξεις ότι βαστάει η μέση σου και σαν πιστό προς σε θεό θα κάνεις όποιο το χρέος νομίζεις

Θα διαβάσεις πίσω απ τις γραμμές και θα τραβάς γραμμές που θα ναι αυστηρές σαν ίσιες, ευθείες, αλύγιστες, γραμμές που δεν θα συγκλίνουν διόλου

Δεν θα χρειάζεται να διηγηθείς ή σε χαρτί κάτι να γράψεις, θα ναι όλα μες στο μυαλό και θα τα βλέπεις πάντα, σαν μια ταινία παλιοκαιρινή σε φίλμ πιστά γραμμένη, με όση λεπτομέρεια του ματιού κι όσα ρουφούν οι αισθήσεις

Θα περάσουν οι ώρες και τα γιατί, θα μονολογείς συνέχεια, θα βλέπεις το μέλλον σαν θεριό, δίχως ασφάλειας δίχτυ και με μια θέση πάντα κενή στο γιορτινό τραπέζι

Θα δείς κόσμο πολύ, ώμους θα πάρεις, θα δώσεις χέρια και θα σιχαθείς το πιο πολύ το δάγκωμα δίχως οίκτο, με όπλο μόνο στο χέρι σου ένα από βασιλικό, στυμμένο φύλλο

Εκεί που πρίν δεν φίλιωνες, που όλο πήγαινες κόντρα, σαν να απομαγνητίστηκες και να μην κουβαλάς φορτία, δίχως ανάγκη σύγκρουσης, μα με μια απρόκλητη έλξη, να γυροφέρνεις σαν τον αυτόχειρα κατά λάθος, το ένα σου άκρο εκεί σιμά, πεσμένο, κρύο και ξένο και να μην ξέρεις πώς να φερθείς παρά να θες ησυχία και απομόνωση, κανείς να μην υπάρχει, το λάθος να ανακληθεί και όλα να ειν’ σαν πρώτα

Ο χρόνος δεν έχει γυρισμό, αυτό θα το καταλάβεις, ότι και αν πείς, όσο και αν πληγωθείς, ότι και αν κάνεις, μετά το πέρας που είναι μαζί και οι δυό, τίποτα πια δεν φτάνει, για να ανακουφιστείς, να λυθείς, για λύτρωση ούτε λόγος

Θα μάθεις το χάσμα γενεών, θα ρίξεις ανάμεσα χώμα, θα κρατάς μια λάμψη διαρκή, σε ένα μικρό κλουβί με ανατρεπόμενη έξω πόρτα, σαν μια υπόσχεση που δεν πεθυμάς να σβήσει, για να δεις για πρώτη φορά τον κόσμο έξω απ τη γυάλα

Ένα απόγευμα, σε μια φωτιά, δίπλα μιας θαλάσσης, ένας καπνός, μαύρος καπνός, θα σμίξει τα πάνω κάτω, το χρέος θα δώσει παρηγοριά και στην ψυχή γαλήνη, όπως κάθε τι που τελειώνοντας έμεινε σε λάθος θέση

ανταλλάσσοντας σιωπές

11.5.09

παιχνίδια ενηλύκων


Ψάξεις δεν ψάξεις


δεν θα με βρεις

9.5.09

πρώτη φορά κι έναν καιρό


Από την ανάγκη της αγάπης, μέχρι την αγάπη της ανάγκης, προετοιμάζεσαι γι αυτό, για το άλμα που σαν βρεθείς στην άλλη μεριά απεκδύεσαι δια παντός τα πρώτα χαρακτηριστικά, έχοντας την πεποίθηση της πιο βαθιά χαραγμένης αλλαγής

Κάτι σαν την επαφή με την πρώτη απουσία, γεμίζεις με φόβο κι αγωνία, μα του σπλάχνου η προσταγή για να ματώσει σε στέλνει ακάθεκτο στο αλώνι που χάνονταν πιότερο ψυχές παρά τα σώματα

Βιβλία, έργα, συζητήσεις, δειλές εκμυστηρεύσεις και μοναχικές απολογίες, όσο και να προετοιμαστείς, η πρόβα απέχει από την παράσταση όσο η γουλιά του νερού από τη θάλασσα, η μια πνίγεται μέσα σου και μες στην άλλη εσύ

Στο δρόμο του ραντεβού προσπερνάς τη μοίρα σου και σκηνοθετείς τον εαυτό σου, δίνοντας οδηγίες που να προσέξεις και που να επιμείνεις, να φαίνεσαι φυσικός, να μην ξεχάσεις τα λόγια, τεστάρεις το αποσμητικό, προφύλαξη, φτιάχνεις τα μαλλιά, μια τελευταία αναπνοή, που ούτε ανεβαίνει ούτε κατεβαίνει, την βλέπεις να έρχεται και ..μοντέρ.

Ο διευθυντής φωτογραφίας σου έχει επιλέξει το μέρος, ο μαέστρος σου περιμένει με τα χέρια έτοιμα υψωμένα περιμένοντας το νεύμα σου ότι είσαι έτοιμος, φλάουτα μπαίνουν απαλά, και τα βιολιά μουρμουρίζουν ήχους της νύχτας απαλά.

Χτυπά το κουδούνι αν λέγεται χτύπημα το χάδι, ανοίγεις και χαμογελά η άνοιξη με ένα σμάρι λευκά περιστέρια για δόντια, κάτι κρατά διπλωμένο, ευχαριστείς για την αφορμή και την φιλάς στο μάγουλο, ακουμπώντας στιγμιαία τα χέρια της στο δώρο, για να μετρήσεις πυρετό. Δεν καταλαβαίνεις διαφορά, γιατί η κάψα είναι η ίδια.

Προτείνεις ποτό που όσο το στόμα γλυκαίνει, τόσο τα ανομολόγητα πληθαίνει σε βαθμό που σε κυριεύει μια ακατάσχετη ανάγκη για να μοιραστείς τη γεύση του αγριοκέρασου με χείλη, λέγοντας ότι είναι δυνατό παρά μόνο στους ποιητές να ειπωθεί.

Ο χώρος του καθενός θαλάμι, που ζεί μέσα του ότι πολύτιμο κρύβει απ έξω, ένα λαγούμι που δείχνει τα θέλω, τα είναι και τα δεν πρόφτασα σε τίτλους, πίνακες και φωτογραφίες, στην αισθητική του καθενός την τόσο προσωπική, όσο την χαμένη προσωπική μυρωδιά τους

Κάθεται απέναντι, χαμογελά, κάτι ρωτά, κάτι της απαντάς, σκύβει και περιεργάζεται ένα ξυλόγλυπτο, ενώ φέρνεις ένα πιάτο ορεκτικά με τον εαυτό σου απέξω, το πιοτί κυλά στις φλέβες πιο γρήγορα, το φώς πιο απαλό από πάχνη λιβαδιού και αυτή σταυρώνει τους αστράγαλους χαμηλά, αφημένη στην αγκαλιά του καναπέ για να φωλιάσει.

Σηκώνεσαι να αλλάξεις μουσική –μα και να μυρίσεις την πηγή του αρώματός της που κατακλύζει το δωμάτιο, βάζεις ένα πιάνο να παίζει σαν βροχοστάλες σε τζάμι, καρφωτές, αυτόνομες που μετά γλυστρούν προς το χαμό, σαν των μαλλιών της τις μπούκλες που κοντοστέκονται στο χείλος του προσκεφαλιού της, απλώνεις το χέρι και τα δάχτυλα γονατιστά ανιχνεύουν τις μεταξένιες φυλλωσιές, μέχρι να βρούνε γή και να εδραστούν δερβίσικα στους δυό της τους κροτάφους, χορεύοντας κυκλωτικό χορό, σκορπώντας αναπάψη και το ομορφότερο της χαμόγελο να στέφεται στα χείλη.

Η μουσική θα πρεπε τότε ν΄αναντρανίσει και το πλάνο θα πρεπε στα χείλη να ενσκήψει, μα είσαι ολομόναχος απέναντι σε μια γαληνεμένη θεά που αρχινά και μεταμορφώνεται σε εξίσου κοκκινισμένη αμηχανία και το σενάριο στα χέρια σου είναι λευκές σελίδες που με αυτοσχεδιασμούς θα τους γεμίσεις.

Τα μάτια κλειστά, η ανάσα κοντινή και τα πρόσωπα να έλκονται σαν σίδερο προς μαγνήτη, μετράς την ένταση απ τη θερμότητα που από κοντά την νιώθεις, σε κάθε παλμό καρδιάς τοξεύεται σαν πάλσαρ και οι δύο σάρκες σμίγονται σαν πήλινες υγραμένες, τα χείλη γλυστρούν σαν παγοπέδιλα σε πίστα από κεράσι, ενώ η γλώσσα μηχανεύεται τρόπους να καταλύσει τις όποιες άμυνες βρίσκει.

Τα χέρια δοκιμάζουνε λαβές που φέρνει τον άλλο κοντά τους, δεν φαίνεται πούθε ξεκινούν, μόνο πως καταλήγουν στην απέναντι ραχοκοκκαλιά και ανεβοκατεβαίνουν σαν το αναρίγημα, σαν την ανατριχίλα ενός ταξιδιού που το εισιτήριό του, κρατάς στα χέρια.

Οι μεζούρες και τα θεσμοθετημένα ναρκοπέδια κουβαλιόνται κι απ τους δύο, κανείς δεν θέλει να παρεξηγηθεί και να στιγματίσει από την πρώτη φορά, η φόρα ακόμα είναι ελεγχόμενη, έστω και αν οι χυμοί ξεφυσούν και ξεχειλίζουν μέσα από φανερά κι απόκρυφα ρούχα.

Ο έλεγχος φαίνεται ακόμα να είναι στα χέρια τους, αν και μόλις το τραινάκι τους άρχισε ασθμαίνοντας ν’ ανεβαίνει.

Από την αρχή μέχρι ακόμα, τα πράγματα δεν έχουν γίνει αναπότρεπτα, καθείς μπορεί να πισωπατήσει και να επικαλεστεί ημίχρονο, διάλειμμα, αναβολή, επανεκκίνηση ή τερματισμό λειτουργίας, τα γυαλιά να προδιαγράφουν στρέψεις αυχένων και οι ανάσες να ρουθουνίζουν εναλλάξ τον συγκοινωνούντα αέρα.

Τα ρούχα καταπίνουν αχόρταγα τον ιδρώτα και σφίγγουν όλο και περισσότερο τις διογκούμενες σάρκες που πεθύμησαν να αποκτήσουν την μέγιστη δυνατή μεταξύ τους επαφή, η επαφή δημιουργεί σπινθήρες και η φωτιά αρχίζει δια της τριβής να φουντώνει

Τα δάκτυλα ζητούν συγνώμες, που βρίσκουν πρόσφορες συγχωρέσεις, ξεδιπλώνουν, τρυπώνουν, ξεκουμπώνουν, ανοίγουν, ελευθερώνουν, πειραματίζονται με τα όρια της ανοχής και της ντροπής του άλλου, το σκοτάδι όσο σκανδαλίζει, τόσο φοβίζει, το βαγόνι ήδη πλησιάζει την οριζόντια εφαπτομένη της ψηλής του πορείας, σχεδόν ακίνητο, μα εμπεριέχοντας τρομαχτική δυναμική ενέργεια λόγω θέσης.

Το μικρό κουμπί είναι η σταγόνα που ξεχειλίζει το ποτήρι, η παλάμη ακουμπά την ζεστή κοιλιά και καταχτά χιλιοστό το χιλιοστό του φερμουάρ τα δόντια, ακουμπώντας την άκρη μιας δαντέλας και την κορυφή ενός εφηβαίου τόπου.

Η ανάσα και των δυό σταματά και οι καρδιές στέλνουν ανυπόφορα αίμα για να ξεπεράσουν τους ενδοιασμούς, το άλλο χέρι έχει περάσει από τη πλάτη του πουκαμίσου στη ράχη της κοπέλας, εκεί που κλειδώνεται το πέτασμα του στήθους.

Εκείνη να κρατά τα μάτια σφαλιχτά και να παλιρροούν οι άμυνές της με την επεθυμιά κεφάλι να κερδίζει, τα χείλη της στα δόντια να μαγκώνονται και τα λόγια μες στα μαλλιά της να είναι κάθε φορά, το σωστό παρασύνθημα, σε κάθε αναστολή της.

Το σύμπαν να συρρικνώνεται και η ένωση να πλατύνεται μες στο μικρό το σπίτι, εδώ η φύση και το ένστικτο κρατώντας τα ηνία οδηγούν δύο παλμούς σε ένα τρέξιμο, που νικητές τερματίζουν ταυτόχρονα και οι δύο.

Το κούμπωμα καθίσταται ανυπέρβλητο για την μικρή εμπειρία και αυτή δίχως χαμόγελο όπως σε άλλη φορά, με την πυρά του κάρβουνου στα μάγουλα σφηνωμένη, ξεμπλέκεται με μια κίνηση από τα δεσμά και ένα ζευγάρι φεγγαροφωτισμένα στήθη αμολούνται ξαπλωμένα ορθωτά να κοιτούν το ουρανό με απορημένα μάτια, που στο πρώτο χάδι θα μοιάσει η θηλή σαν λεμονιού το άκρος.

Ξέμπλεκα τα μαλλιά και το κραγιόν πιότερο στο απέναντι πρόσωπο και σώμα, η ένωση του αρώματος με τον ιδρώτα να κατανικούν τις πιο φιλόδοξες αντιδράσεις χημικές με τον πιο απλό τρόπο, υπάρχοντας και δρώντας.

Χάδι στο τραχύ ύφασμα του τζήν, από το μπούτι, στο γόνατο και κάτω από την γάμπα, μέχρι του παπουτσιού τη φτέρνα. Κίνηση κάθετη μαλακή και βοήθεια του αστραγάλου με σύσπαση της καμάρας, το πρώτο ζεστό κι ελεύθερο, το δεύτερο πέφτει από μόνο του στριμωγμένο σε μια γωνιά του καναπέ και ο χώρος μοσχομύρισε φρέσκο δέρμα.

Της θηλυκώνει τα δάχτυλα μες στην παλάμη του κι αυτά ζεστά ακόμα ακουμπούν πειθήνια την απέναντι σάρκα απ όπου το διχτυωτό της καλσόν επιτρέπει.

Σκύβει, παίρνει το πόδι, το φιλά, αυτή τραβιέται, χωρίς να θέλει να ξεφύγει, για να αφεθεί στην πιο γενναία παράδοση της ιστορίας

Ένα φιλί διεκδικεί πάλι τα χείλη του, μα το τραινάκι παίρνει να κατεβαίνει, στη καμπυλότητα του στήθους γλυστρά και τροχιοδρομεί προς του αφαλού το βάθος, τα χέρια λύνονται απ το λαιμό και πιάνονται απ τη μέση και το ρούχο με τα ανοιχτόκουμπα αυτιά τραβιέται απ τους γλουτούς της.

Σηκώνει τη μέση της και όλο το αίμα συσσωρεύεται στις φλέβες του λαιμού, χτυπούν, γκρεμνούν, ουρλιάζουν, να δούν κι αυτές όσα τα μάτια χαίρονται, όσα η γλώσσα βλέπει και πάνω τους ξαπλώνεται σαν φίδι ή σαν σαλίγκαρος αφήνοντας υγράδα στο διάβα του, από τη μια στην άλλη κόχη της μέσης πριν δυο μηροί την εβουτήξουνε και στείλουνε τον μέσα τα χέρια, γραπώνοντας τον από τα μαλλιά, αργό σέρνοντας θρήνο, σαν να της βρήκανε θαρρείς της ύπαρξης το κουμπί της και σαν ερωτοπαίδεμα ιερό να το πατούν συνέχεια.

Με χείλη πιο υγρά από σύννεφο και τόσο γλυκά σαν μέλι, βογκίζει σαν ν’ αποχάνεται και θέλει να το πιστέψει, ανοίγει τα μάτια και φιλεί τονε στο στόμα κατευθείαν, μοιραζομένη τα φιλιά μα και την υγρασία, ενόσω στέλνει του μηνύματα πως τότες ήρθε η ώρα.

Με ένα χέρι η ζώνη του ξαπλώνεται στο πλάι και με το άλλο χέρι βγάζει του το μπλουζάκι και σ’ένα γυμνόστερνο θεό που στέκει σαν βράχος τρανός θηλάζει την σάρκα σαν μωρό και γεύεται τον ιδρώτα, ώσπου αυτός ανδρώνεται και μπαίνει σε προφυλάξεις και το αυλάκι στέκει ευάλωτο, έντρομο, μα κι αποφασισμένο, να ξεκλειδώσει από το σώμα του κοριτσιού μια κρυμμένη γυναίκα.

Δεν έχει λόγια η ένωση, μόνο γρυλίσματα, αναστεναγμούς και δύο αγαπώ σε.
Η σάρκα γλυστρά στην άλλη μέσα, έφηβη ανάγκη και πέντε ζευγάρια νύχια σε δυό μπράτσα ρυθμίζουνε-νομίζουν-το θηκάρωμα , με αργές κινήσεις στην αρχή, μέχρι την πρώτη στάλα, να νύχια κρύβονται πιο βαθιά στην σάρκα απέναντί τους, μα δεν ματώνει εκεί αυτή, μον’ δέχεται το αίμα αχόρταγα, κυλιέται ανάμεσά του και μιας είναι του εγκέφαλου πρωτίστως λειτουργία, απ το ερέθισμα το αισθητικό άμεσα εκτονώνει, κρατιέται αυτή πάνω του, οι δυό μαζί διαβαίνουν, μια πύλη που είναι ορόσημο για όλους τους ανθρώπους , αφήνοντας ξωπίσω τους μια ματωμένη αθωότη.

Ανοίγουν δυο μπράτσα και ντύνουν μέσα μαθές του έρωτα τη θυσία, τραβάει το σκέπασμα του καναπέ και σμίγουνε κι άλλο μέσα, εκείνη νιώθει ευάλωτη, τρεχούμενη σαν ύδωρ και κείνος έχει τη συναίσθηση να μην την αφήσει να πέσει, την πιάνει και λέει της λόγια τρυφερά και κάνει απαλές κινήσεις, σέβεται ότι του δόθηκε το πιο μεγάλο δώρο, η πρώτη φορά του άνθρωπου, να ‘ναι μ’ αγαπημένο.

Να 'ταν όλες οι φορές οι πρώτες σαν κι ετούτη, καλύτερες, πιο τρυφερές, με αίσθημα και λόγια, με ιστορίες και πράγματα και πόλλες συγκινήσεις, μα έχει ο κόσμος ανάποδες πλευρές και δεν είναι όλες λείες και οι θύμησες και οι ανάμνησες πληγώνουνε σαν μαχαίρια.
21-10-08(λειψό από συνέχεια)

Θες να σου πω ένα αστείο; Μαζί και πάντα

-Θες να παίξουμε με αίματα;

-Εεε, ναι, ξέρω εγώ; Θα πονέσω;

-Πολύ

-Όσο κι εσύ;

-Το ελπίζω

-Καλά, σύμφωνοι

-Ωραία, θα παίξουμε τα δύο φ

-2φ;

-Φίλα με και φύγε

-Και πως παίζεται;

-Όπως το ακούς

-Και που είναι το παιχνίδι; Πότε λήγει; Και ποιος νικάει;

-Λήγει στο ποτέ και τότε και οι δύο μας χαμένοι έχουμε νικήσει

-Δηλαδή;

-Δεν ξαναβρισκόμαστε ποτέ, εσύ θα γίνεις κάποια στιγμή καλλιτέχνης ποιητής και εγώ θα είμαι για πάντα με σένα ερωτευμένη

-Και γιατί να μην γυρίσω και να σε παντρευτώ μόλις μεγαλώσουμε και να ζήσουμε μαζί για πάντα;

-Γιατί το μαζί και πάντα ανήκει στην κατηγορία των παραμυθιών κι εγώ σου μιλάω για παιχνίδι

-Ό,τι πείς εσύ που ξέρεις. Αλλά δεν το καταλαβαίνω καθόλου. Τι νόημα έχει; Γιατί δεν παίζουμε πετροπόλεμο, κρυφτό ή κυνηγητό που έχουν περισσότερη πλάκα;

-Είναι απλό, από την μια, κάνεις ότι σου είπα και μετά παίζεις όλα τα παιχνίδια που είπες, θα με ψάχνεις, όσο δεν με βρίσκεις θα μ’αναζητάς και όταν θα με βρίσκεις θα με πολεμάς και θα φεύγεις μακρυά μου

-Εσύ που το μαθες;

-Το βρήκα σε βιβλία της αδερφής μου της μεγαλης

-Και ο νικητής;

-Μα σου είπα και οι δυό όσο πιο χαμένοι, τόσο πιο κερδισμένοι, γιατί την αγάπη όσο λιγότερο τη γνωράς το πιο πολύ την πεθυμάς και όσο λιγότερο τη δοκιμάζεις τόσο περισσότερο με όσα πεθυμάς τη φορτώνεις

-Γιατί μιλάς για αγάπη;

-Γιατί έτσι λέγεται το παιχνίδι αυτό αλλιώς

-Δεν ξέρω, φοβάμαι

-Έτσι θα πρεπε, γιατί είναι το μόνο παιχνίδι που αρχίζει δίχως να μετράς και λήγει κάπου στον υπερσυντέλικο

-Πιο χαζό παιχνίδι δεν έχω ξανακούσει

-Να σαι σίγουρος οτι θα το παίξεις τουλάχιστον τρείς φορές, γιατί τόσες λένε αντέχει του ανθρώπου ο ψυχισμός, μια για να τον οσφρηστείς, δυό για να τον αισθανθείς και τρείς για να σ’ αποτελειώσει

-Δεν πάμε στην πλατεία για παγωτό;

-Ωραία, έτσι ξεκινάνε όλα

8.5.09

κάτι σώσε με

κάτι πνίγομαι

κάτι νίκησες

κάτι χάθηκα

είναι σκόρπια της ζωής μου ρήματα ή ράμματα

7.5.09

Σκάβεις να βγάλεις τα θαμμένα

Τα τύμπανα ποτέ δεν σταμάτησαν να μετρούν

Η κόψη στόμωσε και το στόμα ξανάνιωσε να υπερχειλίζει

Οι λόγοι πασχίζουν να αναρριχηθούν και να πνίξουν

Καλός καιρός για αποξηραμένα σωθικά

12.2.09

Περνάς και τους χαιρετάς,
Κάθε μέρα
Ξέρεις σε ποιο μέρος,
Σε ποια στροφή θα τους πετύχεις,
Πάντα εκεί,
Με φρέσκα ή μαραμένα λουλούδια ή και τίποτα στο χέρι,
Με μια φωτιά να τρεμοπαίζει ή να ναι σβησμένη όσο η θύμηση
Λές μιαν ευχή ή ένα λόγο,
Που θα φτάσει,
Το ξέρεις πως θα φτάσει στ’ αυτιά τους,
Ζητάς το κάτι μικρό,
Να σου φυλάνε τον φύλακα άγγελό σου,
Όσο εκείνος σε προσέχει στις υπερωρίες του

5.2.09

σκάφανδρον

Μέσα σε σκάφανδρο σκυφτός τον κόσμο γύρω κοιτάζω,
Μαζεύομαι , κρύβομαι θαρρώ, μοιάζω σαν ένα στρείδι, σαν πεταλίδα του βυθού, που όλο φοβάται να κάμει κάτι
Μια κίνηση απότομη, απρόσμενη, ίσως κι εχθρική, τεντώνομαι, εκτοξεύομαι, σκορπώ ζεστό μελάνι, που να κρυφτώ σε μαύρο βυθό που ντύνεται μέσα στα μάτια μου απ την κλειστή στολή μου, μαύρος εγώ και τα μάτια μου λιώνουν πρωτύτερα απ΄το σώμα
Σαν πυροβολείς να είσαι πίσω από την κάνη, τ’ακούς κογιότ; Δεν είναι αστείο

Στα φινιστρίνια μου οι καρβουνεργάτες δεν έχουν πρόσβαση, σκουριασμένοι μεντεσέδες και στο τζάμι αποθέσεις καθημερινές από σκόνη και υδρατμούς, σαν δέρμα που γεννιέται και μεσολαβεί μετάξυ φωτός και σκοταδιού, γεννώντας το δεύτερο

Η απελπισία είναι ένα ουσιαστικό χωρίς φύλο

4.2.09

η καμινάδα


Έχω μέσα μου μια καπνοδόχη, γεμάτη καρβουνίθρα, οι λέξεις που δεν βγαίνουν σαν αέρας μέσα της σταφυδιάζουν, νεκρώνονται, ταγγίζουν και γίνεται το στομάχι μου άκαπνο όπλο σε εμπλοκή, ανάσα παίρνω και δηλητηριάζω με μονοξείδιο τους γύρω, ενώ η στρόφιγγα ψηλά στο νοητό δεν λέει να κλείσει, στέλνει σήμα συνεχώς και σπίθες πετάει μέχρι μια έκρηξη, όχι πλέον υπόκωφη, μέσα διαλύθηκα, πόσο άλλο;

9.12.08

Αγάπη, πάρε τα τζίν. Ξεκίνησε

Έκανε κρύο εκείνη τη μέρα και εμείς γυρνούσαμε από διακοπές.
Κατάκοποι ανεβαίναμε στην πολυκατοικία με χαμόγελα στεφανωμένοι, ενόσο το ασανσέρ κατέβαζε συνεχώς κόσμο από όλα τα διαμερίσματα και οι σκάλες θύμιζαν εκλογές ή επιστράτευση.
Τι έγινε; Ρώτησα έναν παππού
Ξεκίνησε, μου απάντησε και βιάστηκε να πάρει τα πόδια και το μαγκούρι του, η γριά του περίμενε στην εξώπορτα και ο κόσμος την έσπρωχνε προς το πλήθος.
Δεν ήταν καθημερινή, ούτε καμία γνωστή αργία, οι παρελάσεις και τα καρναβάλια είχαν περάσει προ πολλού και το συλλογικό ασυνείδητο πρόσταζε κάτι που εμάς δεν είχε προλάβει να ακουμπήσει.
Με το ξεκίνησε μας έζωσαν τα φίδια, λες; Μα οι συνθήκες είναι ώριμες; Και τίνος το πρόσταγμα να ακούσουμε; Να ανοίξουμε ραδιόφωνο να ενημερωθούμε ή να πάρουμε κανα γνωστό;
Όλα τα τηλέφωνα κομμένα, το δίκτυο ήταν απασχολημένο.
Δεν βγάλαμε τις στολές, πήραμε τα κράνη σους αγκώνες και κλείδωσα τη μηχανή στο γκαράζ.
Ρυάκια πολλά από κατηφορικά στενά έφτιαχναν ένα χείμαρρο που μέσα του χωθήκαμε κατευθυνόμενοι προς το κέντρο.
Τα πρόσωπα στεγνά, τραβηγμένα χαρακτηριστικά και λάμψη στα μάτια, από κεί ξεπήδαγε μια φλόγα που αντικαθρέφτιζε κάποιες το ίδιο αληθινές στο βάθος.
Η πόλις εάλω.
Αναποδογυρισμένα περιπολικά στο δρόμο και κρεμασμένες άσπρες μηχανές από τις κολώνες, να στάζουν τα ρεζερβουάρ σαν τους πασχαλινούς αμνούς
Δεν υπήρχαν ντουντούκες στο πλήθος και επικεφαλής, δεν υπήρχαν συνθήματα κεντρικά συνθήματα, παρά μόνο ένας διαρκώς αυξανόμενος βόμβος και σε κάθε ερώτηση η απάντηση ήταν μια,
Ξεκίνησε.
Αυτοκίνητα γίνονταν πολιορκητικοί κριοί σε βιτρίνες τραπεζών και τα στόματα των ATM που δέχονταν κάρτες για να ξεράσουν χρήματα, τώρα στρίγγλιζαν δαιμονισμένα καταπίνοντας τζίν, βενζίνη, κηροζίνη και λοιπά εύφλεκτα ρευστά.
Οι κάδοι προ πολλού είχαν παραδώσει τω πνεύματι και μόνο οι σιδερένιοι απόμεναν ολάνθιστοι με λευκόγκριζους καπνούς πάνω σε πυρωμένους κάλυκες.
Το κύμα είχε μια καταστροφική δύναμη που χτυπούσε οτιδήποτε διέθετε σημαία και εθνόσημο και όσοι έμπαιναν σε ιδιόκτητες επιχειρήσεις και καταστήματα για να διαγουμίσουν, γνώριζαν πρωτοφανείς τιμωρητικές συμμορφώσεις από τους υπολοίπους αγνώστους, σε καθεστώς άμεσης δημοκρατίας, με λαικούς δικαστές και τιμωρούς.
Μέσα στην κατάφωτη από τις φλόγες πόλη που ετοιμαζόταν να γιορτάσει τα χριστούγεννα, οι πολύχρωμες διακοσμήσεις που αναβόσβηναν φάνταζαν καρικατούρες, σαν επισήμο ένδυμα σε ρεήβ πάρτυ.
Η πνοή του ανέμου έφερνε ήχους συγκρούσεων, φωνές, εκρήξεις και δάκρυα, οι πιο παλιοί μας προέτρεψαν να έχουμε λεμόνι ή νεράτζι στο στόμα από τις πλαινές δεντροστοιχίες για να αντέχουμε στα δακρυγόνα.
Μια εξέγερση φάνταζε εν τη γενέση της, με αστικά όπλα ανα χείρας, κοντάρια από σκούπες, κουπώματα κάδων για ασπίδες, ξύλα, λοστούς και πέτρες από τα ατελείωτα εργοτάξια των ρημαγμένων από τα έργα πεζοδρόμων.
Κάθε κυκλοφορία αυτοκινήτου παραλυμένη, κάθε κάτοικος δεν έβγαινε να προασπίσει την περιουσία του ή του γείτονα, όσο την πληγωμένη αξιοπρέπειά του, οι τυφλοπόντικες έμεναν στο θαλάμι τους και οι αετοί ξυπνούσαν.
Άνθρωποι με κάμερες και καλώδια τρομοκρατούσαν για μια κατευθυνόμενη ξένη απειλή, άνθρωποι με κουκούλες και ασυρμάτους πυρπολούσαν και λεηλατούσαν ελεγχόμενα μέρη, ώστε στο επεκείμενο καλοσχεδιασμένο ντού να συλλαμβάνονταν μικρές ομάδες που τους ακολουθούσαν.
Η κοιλιά μας ήταν γεμάτη από το κουτόχορτο, τη μέρα υπάλληλοι και το βράδυ νεκροζώντανοι με μια ψευδαίσθηση ελευθερίας, ελεύθεροι μες στο μαντρί, μα απ έξω ο φόβος του λύκου ή του τσοπανόσκυλου ήταν ο ίδιος, για να μην σου πώ ότι ήταν το ίδιο πράγμα.
Ακούγονταν μηχανές και αναταραχές, είχαν κατέβει οι αγρότες, οργανώνονταν αυθόρμητα οδοστρώματα και οι δρόμοι σκάβονταν με τα υνιά από του πολίτες πλέον και όλα τα ξέφτια του οδοστρώματος όπλιζαν νεανικά και ροζιασμένα χέρια.
Απέναντι, στο μεγάλο κτήριο της πλατείας ήταν συνασπισμένες εκατοντάδες ασπίδες που γυάλιζαν και ηχούσαν υπό τους κρότους των κλόμπς, που και πού εκτοξεύονταν δακρυγόνα και τους απαντούσαν φωτοβολίδες και μολώτοφ.
Στο βουνό γύρω από την πόλη ανέβαιναν κονβόι τα αυτοκίνητα και σταματούσαν όλα στις κεραίες, έπεφταν σαν τους τερμίτες πάνω στα σύρματα, στους φράκτες, στα καλώδια, χιλιάδες νεαροί ξυλοκόποι ξάπλωναν ότι έβλεπαν σαν στις ταράτσες των πολυκατοικιών.
Σε κάποια πολυκαταστήματα ηλεκτρονικών σε γιγαντοοθόνες βλέπαμε κεφάλια σε κουκούλες να βανδαλίζουν, κάμερες με ελικόπτερο και από ορόφους γύρω από τα κομβικά σημεία που επαναλαμβάνονταν οι κλεφτοπόλεμοι χρόνια τώρα, σχεδόν παραδοσιακά.
Είδα να καίγονται τα λάβαρα της μικρής εκκλησίας στο κέντρο, κάποιοι μπήκαν μέσα σπάζοντας την εξώθυρα και γέμισαν την κολυμπήθρα με φωτιές, ο κόσμος σήμερα θα αναβαπτιζόταν, αλλά όχι με νερό.
Από χέρι σε χέρι περνούσαν τα σπρέυ και τα συνθήματα έφταναν μέχρι τα ταβάνια.
Στο βάθος οι συμπλοκές έφταναν σώμα με σώμα, οι μεν υποστήριζαν τους ποντικούς στο κάστρο και οι δε άναβαν το κεράκι της γιορτής , το λαμπιονοστολισμένο δέντρο, σαν τα καμένα της ντροπής.
Οι ανάσες γίνονταν πιο βαριές, οι παππούδες έσπαγαν με τα μαγκούρια τις τράπεζες με τα επιτόκια του βρόγχου, οι γιαγιάδες κατέβαζαν τα μαντήλια, τα δεναν κατάμουτρα και άφηναν τα μάτια απέναντι στις άφυλες μάσκες για όπλο.
Λουστήκαμε με νέφος, απαντήσαμε με πέτρες, έπιασαν μια κοπέλα και την τραβούσαν σαν σακκί και την κλωτσούσαν, εκείνοι μετά μαρτύρησαν από τα πόδια μας, δεν είχαμε στολές εμείς, πιο γρήγοροι, πιο ευκίνητοι, περισσότεροι και ανανεούμενοι.
Βγάζοντας μια μάσκα ενός είδα το πρόσωπο ενός φίλου απ΄το σχολείο, δεν ήταν καυλόμπατσος, δεν ξέρω κάν τι ήταν, πεσμένος, φτυσμένος, ένα χάλι ήταν , κράτησα λίγη αγανάκτηση και του κανα χώρο να φύγει.
οι κλούβες που έκλειναν τη λεωφόρο ανατράπηκαν και πάνω τους οι μικροί πάνθηρες φώναζαν στους απέναντι να κάνουν τόπο να περάσουν, το κτήριο έπρεπε να καεί, μιλούσαν για ένα μπουρδέλο, όλοι ξέραμε ποιο ήταν αυτό και ας μην είχαμε μπεί μέσα και είχε πάνω μας σχέση στενή, κάθε φορά που αποφάσιζε.
Οι καμπάνες άρχισαν να χτυπάν από μακριά, όχι χαρμόσυνα, ούτε λυπημένα, απλά βροντερά, αρχικά σκόρπια και αργότερα συντονισμένα, κάθε μισό λεπτό, σαν να μάζευαν δύναμη, σαν να έδινε ώθηση η οργή, όλες μαζί χτυπούσαν και ο ήχος μας πλάκωνε

Η κυβέρνηση επιστράτευσε το στρατό, τα κόμματα της αντιπολίτευσης ζητούσαν την παραίτησή της, εκείνη περίμενε ως ότου τα πράγματα έφτασαν στο απροχώρητο, ούτε τα όπλα, ούτε οι γενικοί συναγερμοί δεν πτοούσαν το εξαγριωμένο πλήθος.
Έπεσαν σφαίρες, πλαστικές και πραγματικές, γίνονταν συλλήψεις, μα πόσες στάλες να μαζέψεις όταν το ταβάνι σαν σουρωτήρι στάζει.
Οι πρεσβείες ζήτησαν όση βοήθεια μπορούσε το κράτος να προσφέρει και ύστερα-πλέον επίσημα- έπεσαν τα πρώτα τηλεφωνήματα με τις άνωθεν εντολές.
Χώρα σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, βοήθεια από έξω. Στόπ.
Ούτε ραδιόφωνα και τηλεοράσεις, σήμα μόνο δορυφορικό και οι λίγοι βολεμένοι έβλεπαν τη δαμόκλειο σπάθη να ταλαντούται πάνω από τα κεφάλια τους.
Δέκα νευραλγικά σημεία, ο δρόμος από το αεροδρόμιο, ο ισθμός, το τρένο, το φαράγγι, η σήραγγα και το ατμοηλεκτρικό εργοστάσιο με μερικά άλλα ήταν ικανά για να ξεσπάσει η μεγαλύτερη αναστάτωση από τη μεταπολίτευση και μετά.
Μέχρι εκείνη τη στιγμή μόνο οι δεν είχαν τα όπλα, μετά η κατάσταση ξέφυγε.
Οι πρωταίτιοι έφυγαν ή έφευγαν ή κρύβονταν ή κρέμονταν από το μπαλκόνι, τα μάτια διψούσαν για αίμα, η νέμεσις στον τόπο που γεννήθηκε ξεχάστηκε, μα δεν αποκοιμήθηκε, σε κάθε στέρνο μέσα παραφύλαγε και τη στιγμή εκείνη πήρε τα ηνία.
Ακόμα φορούσαμε τις στολές, η νύχτα εγκατέλειπε τη ρημαγμένη πόλη, που κατεδαφιζόταν υπό το άδειος των αποστημάτων που νοσούσε, δεν μιλούσαμε πλέον για την πόλη, η κάθε πόλη συνταρασσόταν από τους ίδιους εφιάλτες, τους ίδιους επίορκους και η αντιπαράθεση με το εθνόσημο γινόταν μόνο για να προστατευτούν υπό τα μπράτσα μπράβων οι πραγματικοί νονοί.
Θυμάμαι κάπου να χαθήκαμε, δεν άργησες να με βρεις, μέχρι που ήρθανε τα αεροπλάνα , γενναιόδωρα με όχι δώρα γεμάτα.


Να σαι καλά αλέξη
ελαφρύ το χώμα να ναι για σένα
βαρύ το χώμα που ποτίστηκε με αίμα για την δημοκρατια

26.11.08

θρησκεια ξανα...

σε εκανα εικονισμα όταν δεν το σκεφτηκα πολύ, παρα μόνο το ένιωσα. καθε βράδυ προσευχη να ξυπνήσεις δίπλα μου και ενα φιλι στα κρυφά , όταν δεν έβλεπες.
η θρησκεία λέν πως μοιάζει στην αγάπη, αχειροποίητες και οι δυό, δίχως απτά σημάδια, με μια πίστη για τυφλό οδηγό
αυτόκλητη απόστολος, μάζευα καθε μερα τους πιστους σου για προσκύνημα... την ψυχή, την καρδιά, το μυαλό, τα μάτια...
πολέμησα……αλλες μαχες κέρδισα και άλλες τις έχασα...
για να καταλάβω πως οι πιο αιματοβαμμένοι και μάταιοι πόλεμοι γίναν για μια θρησκεία.....

18.11.08

γειά και αντίο, λοιπόν

Ήμουν σε ένα καφέ, με απαλή μουσική και μαλακό φωτισμό, με μια σοκολάτα απέναντι που κρύωνε όσο έβλεπα το χέρι μου πυρετωδώς να γράφει, με πόναγε, όπως κάθε φορά που έπιανε την πένα να γράψει, έγραφε πάντα παραπάνω από τις αντοχές μου, από μόνο του, το ‘βλεπα, ήταν σαν να αποφάσιζε και να διάταζε, χωρίς να υπακούει κανένα , παρά ίσως σε κάποια εσωτερική υπαγόρευση που δεν γνώριζε από μετρονόμους, συντακτικό ή ορθογραφία, από χρόνο ή κατάλληλο περιβάλλον, από ορθοφωνία ή επιείκεια

Η κοπέλα που με σέρβιρε ήταν καινούρια στο μαγαζί, δεν την είχα ξαναδεί, με μάτια μεγάλα και βλέμμα ακόμα περιποιητικό, με πλησίασε διστακτικά ρωτώντας, μήπως δεν ήταν όλα καλά, μήπως να μου ‘φερνε κάτι άλλο, μα οι απαντήσεις δεν θα δίνονταν από το στόμα, την έβλεπα και έβλεπα το χέρι μου να της ζητά συγγνώμη, γιατί το κέντρο λόγου είχε μετακινηθεί στα δάχτυλα που είχαν αυτονομηθεί και τα σαγόνια ήταν σφαλιχτά κλεισμένα

Είδε την αδειοσύνη στο βλέμμα και αποτραβήχτηκε, πισωπατώντας, μέχρι που μια παλιότερη της είπε τους υπνογράφους μην ξυπνά και κείνη σε σιωπή αμέσως συνετάχθη.

Το ζευγαράκι πίσω μου έδινε όρκους και έπλεκε δάχτυλα, η θάλασσα στο βάθος έκαμε τα ιστία να χορεύουν, ο αέρας έξω ανέβαζε τους γιακάδες στους περαστικούς και μένα οι λέξεις πέφταν στο χαρτί βροχή κι όποτε σταματούσα ήταν για μια νέα αμπούλα μελάνι.

Σε σκόρπιες φράσεις και υποσέλιδα είπα ότι δεν είχε στην πραγματικότητα ειπωθεί, έβαλα λόγια στο στόμα τους και με ένα χέρι μουδιασμένο, σχεδόν απονεκρωμένο τελείωνα τις προτάσεις δίχως τελείες καθώς έφτανε η μεγάλη

Σε μερικές προτάσεις καιρό στερεώθηκε η φωνή μου, επέστρεψα στον κόσμο αυτό και ξαπλώθηκε σχεδόν λιπόθυμη η γραφίδα. Οι φλέβες κόχλαζαν και τα νεύρα δοκίμαζαν χιλιάδες εκκενώσεις σε κάθε τους χειραψία, τα κατάφεραν, ξαμολύθηκαν όλα στο χαρτί και απόμειναν ξαπλωμένα, αποκαμωμένα, με χαμόγελο.

Μια μεταχρονολογημένη ερώτηση για απάντηση ήχησε στο μαγαζί, σαν την άνοιξη, στους πάγους που λυώνουν, που αποκρυσταλλώνονται όλες για βοήθεια οι κραυγές ή σαν αντίλαλος που άργησε να γυρίσει,

-Τη σοκολάτα εννοούσατε ή τη ζωή μου; μα που να καταλάβει, εδώ εμένα μου πήρε τόσα χρόνια. Την καθησύχασα με μια κίνηση τακτοποίησης.

-Είστε καλά; κάποιος με ρώτησε
-Τώρα ναι
Σηκώθηκα να φύγω ,κάποιος μου φώναξε,

-Κύριε, τα χαρτιά σας
-Ευχαριστώ, αλλά τώρα έχω όλες τις απαντήσεις




Κάθησαν στο ίδιο ή σε διπλανά τραπέζια:
Τρελή, ψύχος, ηρακλής, ραλλού, χνούδι, σαλβαντορ, ρόδο, ναμπ, λεξ, mat,σκιες, motorcycleboy, μιστ, συγνεφιά, αλαφροίσκιωτος, αδαής,candyblue, τίποτα, πύργος, καπετάνισσα, μορφέας, πράξεις βίας, ξένος, βροχοποιός,kerasomallousa, ανθρακωρύχος, odada, sadcharlote, hdd345f, fragile, στέλλα, northella, aura, pandiony, genna, pixie, spy, koko, xrysfish, μόνα
λυπάμαι για όσους ξεχνώ

ωραία ήταν




Το βοριαδάκι έξω με φίλησε στο πρόσωπο και οι βροχοστάλες νότισαν το καφετί παλτό μου.

οι σκαπανείς βρήκαν στην άλλη φλούδα



προτελευταίο κείμενο από μένα




ξεκίνησα για μια βόλτα και πριν το καταλάβω χάθηκα ανάμεσα σε φυλλωσιές από αλφαδοτέσσερες, ψάχνοντας να βρώ το είδωλο ή τη σκιά μου
έγραψα πολλά, θέλοντας να πω περισσότερα, ας είναι, τίμια συναλλαγή, έδωσα κλειδωνιές για αντικλείδια


γράφοντας άδειαζα, μέχρι που ξεθύμανα, σαν να ‘τρεξε όλη μου η ανάγκη σε μελάνι και να μεταγγίστηκαν στα χαρτιά, αφήνοντας με ξέπνεο, σαν αποπυρετωμένο, λυμένο, δίχως θυμό, οργή και αίσθηση ενοχής, χωρίς λογικές συμψηφισμού, μα μόνο με την προσδοκία μιας ειλικρινούς συνέχειας


οι σκαπανείς μου μέσα μου δούλευαν νυχθημερόν, μέχρι που μια αξίνα χτύπησε φλούδα πλάτης και το φως τους ξένισε, όλα μέσα ήταν κατασκαμμένα γεμάτα καρβουνόσκονη, ήρθε το φώς και έπλυνε το σκοτάδι, ασβέστωσε τους τοίχους μου και έδωσα στους εργάτες άδεια αορίστου μετ’ αποδοχών


οι εμπειρίες κάρπισαν και μάζεψα τη γνώση για αντίβαρο, η βελόνα έπιασε κέντρο, δίχως πιστωτές και χρέη, νέος λογαριασμός


Ανταμώθηκα με περαστικούς και συνοδοιπόρους σ’ αυτή τη διαδρομή, φίλες και φίλους καλούς κι αγαπημένους, με ερωτισμό, δύναμη, φαντασία και οξύνοια στην πένα τους, συναισθηματικές, παραμυθάδικες, ευαίσθητες ειλικρινείς φωνές μα ανατρίχιασα σύγκορμος ακούγοντας τη μελιτλίμη και τον ψυχοπομπό να αλυχτάνε, καθείς τους εις τον βράχο του, λατρεύοντας ότι έγραψαν κι ακόμα περισσότερο, αν ήταν κάπου που θα θελα να ζω, θα ‘ταν στα όνειρα και στους εφιάλτες τους κι αν κάποτε χρειάζονταν σελίδες θα γύριζα ανάποδα τις δικές μου


όσοι τους ξέρουν, ας μιλούν σιγά, μην σταματήσουν το παραμιλητό τους και όσοι τους αγνοούν ας μην πυροβολούν προς το άπειρο και την άβυσσος γιατί οι φίλοι μου κει παίρνουν ανάσεςη διαδρομή με έβγαλε σε ξέφωτο όπου θα ντυθώ ξανά τη συνηθισμένη μου ζωή και η πένα θα αποκοιμηθεί, μέχρι τον επόμενο κατακλυσμό


γυρνώντας και διαβάζοντας απόψες, σχόλια, γνώμες, κάποτε σκόνταψα στη ματιά μιας θλιμμένης κεράς, που νόμισα δικιά μου, θα ‘ταν τα μάτια μου για μετά, τα μέσα και τα έξω, που αναθυμούμενη τα πρίν μιλούσε και για μένα και ήξερε πως η αναμνηση δεν είναι παρά ένα μοντάζ στιγμών με δίχως τίτλους τέλους

αν είχα πετόσχοινα, σε κάθε της ανάρτηση θα στηνα γεφυρολέξες, πως κι εγώ τουτο το σκέφτηκα και τούτο δα το ένιωσα, με τέτοια χρώματα κι εγώ, σαν νήπιο μπρος δασκάλου


ένα ακυβέρνητο σκαρί στα χέρια της στεριώνω, ελπίζοντας να την φέρει ο λογισμός στα χώματα τούτα που ‘μαι ταβερνιάρης, να κερνάω πιοτά τους νοικοκύρηδες που άφησαν τη βολή τους για να αναμετριούνται με τα στοιχειά της φύσης τους



η σταγόνα έπεσε και έγινε .











11.11.08





- Θέλησα να κάνω ανακατάταξη στη ζωή μου και να τη συγυρίσω. Πέταξα ότι δεν σε αφορούσε


- Αν είναι να τα χαλάσουμε, μπορώ να κρατήσω το μισό μου ανέπαφο;


- Με διάλεξες, με άνοιξες, με σάλιωσες, με διάβασες και μ’ αφησες αδιάβαστο. Μην σε πειράξει που δεν θα με ξαναβρείς στο ίδιο κεφάλαιο


- Αν σε σκέφτομαι; Ναι, που και που ξεχνιέμαι και κάτι άλλο περνάει απ΄το μυαλό μου


- Ζευγαράκια χώνονται κάτω από τη μικρή τους ομπρέλλα και η δική μου διπλή χάσκει άδεια με μένα από κάτω. Δεν σας την δανείζω, τυχεροί εσείς κι ας κοιτάτε έτσι, που ακόμα και τα καθημερινά πιο κοντά σας φέρνουν


- Μόλις τελειώνω απ τη δουλειά πίνω στο λιμάνι ένα καφέ κοιτάζοντας τα πλοία , μα πάντοτε επιστρέφω


- Και που δεν χτυπάω σαν καμπάνα, μη νομίσεις πως δεν σε σκέφτομαι χαρούμενα ή λυπητερα


- Δεν τέλειωσε το μελάνι, μα τα λόγια, δεν τέλειωσε η αγάπη, μα η αντοχή






6.11.08

2 μειον 1




δύσκολα μαθηματικά είναι να αφαιρείς από το δύο ένα και να μένει μόνο ένα,


το άλλο ούτε καν κρατούμενο,


ούτε καν ζητούμενο,


ούτε καν δεδομένο,


ένα σχεδόν μηδέν

4.11.08

ήταν ποτέ άραγες η μοναξιά αφηρημένη έννοια;

3.11.08

Πότε θα σταματήσεις να μην με ψάχνεις;




· Μια αντανάκλαση σου στο παράθυρο ακόμα δεν λέει να μαζέψει τα πράγματά της και να φύγει

· Πως γίνεται και οι φωτογραφίες συνεχίζουν να μας δείχνουν ανελέητα μαζί;

· Δεν βρίσκαν άλλο γράμμα για άγνωστο στις εξισώσεις από το δικό σου; Οι άπειρες λύσεις του χ κάθε φορά εμπαίζουν την ούτε μια δική σου

· Αν μετρούσαν τον χρόνο αλλιώς, θα ζητούσα δυό πόντους παπουτσιών μαζί σου. Μια ολόκληρη ζωή και βάλε

· Τα χνάρια σου από το πτώμα μου θέλω να δείχνουν φεύγα

· Σαν τον παλαιοπώλη στους δρόμους γυρνώ και σε ψάχνω, μα δίχως να φωνάζω. Πόσο πιο πιά;

· Θες να παίξουμε οι δύο μας κρυφτό και αντί να τα φιλάω να σε φιλάω;

· Δεν μ’ έκαψε ο ήλιος, μα που δεν ήρθες

· Τόσο καιρό στα παρασκήνια. Πότε άραγε θα παίξω ζωή;

· Ούτε το τηλέφωνο του μπάνιου πλέον λειτουργεί

· Πότε θα σταματήσεις να μην με ψάχνεις;

· Τις πιο ωραίες μου γραφές, τα βράδια, τους φανταστικούς μου φίλους κερνώ και λέμε όλοι εβίβα

· Γράφε, γράφε έλεγε το χαρτί. Όσο εσύ θα πονάς, εγώ θα πίνω

· Συλλυπητήρια μου διναν οι φίλοι στο δρόμο. Τι έγινε; ρωτούσα. Δεν τα μαθες; Χάθηκες

· Ξέρω πολλές αλήθειες που έμειναν ημιτελείς σε τσαλακωμένα χαρτιά και κάδους αχρήστων, που άνευρα καθαρογραμμένα γλαφυρά ψέματα που τα αντικατέστησαν, σαν εκείνο το, εσύ τι κάνεις; το δικό σου και το καλά το δικό μου

· Είχε μια πένα που έγραφε για τότε, που την πότιζε μόνο κόκκινη μελάνη, σαν να γινότανε δέρμα το χαρτί και αυτή να χάραζε κατάσαρκα

· Πόσο δράμα για λίγη ευτυχία;

· Πόσο ακόμα να βαστάω τα χαλάσματά σου;

· Μη φοβάσαι, κάτω από το χώμα θα μπορείς να ονειρεύεσαι συνεχώς και να ζείς μές στα δικά μου. Δεν θα το ξεχνάω, δεν σε ξεχνάω

· Ποτέ μια ερώτηση δεν ήταν μια κι καμία δεν κράτησε ένα λεπτό, ούτε καν εκείνες που ήξερες από πρίν τις απαντήσεις

· Ν΄ άνθιζες εσύ κι ας ήταν με άλλο ποτιστήρι

· Στην μπανιέρα κάποιες τρίχες των μαλλιών σου αιτούνται να επιστρέψεις

· Σταματώ κατά μεσής του πεδίου βολής να θυμηθώ ποιος είμαι και προς τα πού να πολεμήσω

· Με μάτια ασπρόμαυρα βλέπω τον κόσμο πλέον, όχι ρετρώ, ούτε ωραιοποιημένο, μόνο τονικά διαβαθμισμένο, ψάχνοντας θέμα να εστιάσω

· Σαν να μην το κατάλαβα πως έγινε, μα κρεατώθηκε η απουσία σου και γίνηκε φίλη

· Πόσες μιλιές χωρούνε άραγες μέσα σ’ ένα μελάνι;

· Αν κάτι ορίζω ολότελα, είναι μια σκοτεινή κηλίδα μες στα μάτια σου, στο σχήμα της μορφής μου

· Κρύψε μαχαίρια μες στα λόγια και απεύθυνε μου το λόγο

· Να μου ζητάς βροχή, για να κρατώ το λάστιχο, να μου ζητάς τον ουρανό να δίνω σου τον καθρέφτη, ζήτα μου τον ηλιάτορα, να φλέγομαι για σένα

· Οι οδηγίες χρήσης το γράφουν ρητώς: να μην μεταμοσχευθεί αυτή η καρδιά σε ευσυγκίνητο

· Ξέρεις πόσα σουγιάσματα φτιάχνουνε ένα σώμα; Με πόσες σκαρπελιές σμιλεύονται τα άκρα; Με πόσες της ράσπας διαδρομές λειαίνεται το δέρμα; Με πόσες μικρές χαραγματιές δίνεις πνοή και ζήση; δεν ξέρω, δεν τις μέτρησα ένα μονάχα είδα, πώς κάθε μου προσπάθεια, πόσο πολύ σου μοιάζει


· Τόσα γράμματα και να μην σε φτάνουν για να πεις όσα θέλεις




· Μια ευχή; Να γίνω η υφασμάτινη κλωστή στης ζωής σου το βιβλίο. Πιάνει;