12.7.07

άγια νοσταλγία




ιερές υποχρεώσεις του παρελθόντος
το καράβι αύριο σαλπάρει για την ερημιά της γοργόνας
κρατώντας στα χέρια και στην καρδιά δώρα
επιστρέφω στην γενέθλια γή των δυνατών μου αναμνήσεων
ελπίζω να είμαστε όλοι εκεί και περισσότεροι

για δυο εβδομάδες, παραλία τα αμπέλια,
την ταμπέλα την έφτιαξα για ένα πιάτο φαί, μα τι φαί...
σκέφτομαι οτι τους έριξα στο ζύγι

τέρμα θεού, μια σκηνή κάτω από το αρμυρίκι
και ένα αγόρι με ένα κορίτσι ξαναφτιάχνουν τον κόσμο
κερνάω λεμονίτες
αληθινή ιστορία!

7.7.07

το φρύδι του κόσμου-τα αλφαβητόφυτα



1.ΜΟΝΟΣ

Πάνε χρόνια και καιροί. Ήμουν σε ένα νησί για διακοπές. Τι διακοπές.. έτσι έλεγα, για να ξεγελώ τον εαυτό μου.
Πάλι μόνος. Πάντα μόνος. Σαν τον τελευταίο ξιφία, μόνο που εγώ δεν απειλούσα κανέναν, ούτε καν τον εαυτό μου.
Η μοναξιά έτρεφε τον παραλογισμό και εγώ της είχα κάνει δώρο φτυάρι, πότε να τον ταΐζει και πότε να τον τσακίζει. Κατά βούληση κάθε φορά.
Κάτι πρέπει να μύριζα. Λες και ένα μυγόσκατο να ήταν κολλημένο στο μέτωπό μου και όλοι να το έβλεπαν εκτός από μένα. Σε κάθε ευκαιρία πλενόμουν, σαπουνιζόμουν, άλλαζα ρούχα και αποσμητικό, κολόνια, μα του κάκου.
Οι παρέες άδειαζαν όπου πήγαινα και σύντομα οι μαγαζάτορες με συνέδεσαν με σκύλου αλυχτό που όλοι πετροβολούσαν για να φύγει το πένθιμο κάλεσμα από κοντά τους.
Σαν την άδικη κατάρα τριγυρνώ, που ‘λεγε το συγκρότημα, ενώ οι άλλοι με συνόδευαν πυξ λάξ.
Με στιγμιαίο καφέ στο χέρι γύρισα όλο το νησί.
Οι ερημικές παραλίες αποτέλεσαν ιδανικό μα πρόσκαιρο κατάλυμα για την ξεκούρασή μου.
Η φύση είναι ένας πίνακας με τρόπο αρμονικό ζωγραφισμένο, μα η ομορφιά του είναι αβάσταχτη σαν δεν έχεις κάποιον ώμο για να γείρεις, ένα χέρι να πιαστείς, μια ψυχή να ζεσταθείς.
Πήρα τη θέση του περιπατητή, του ψαρά του βουτηχτή στο κάδρο, έβγαζα πεταλίδες και αχινούς, ξετρύπωνα καβούρια για να χορτάσω την πείνα μου, μα η δίψα μου γινόταν πιο μεγάλη.
Κουβάλησα τα βήματά μου από το ένα άκρο στο άλλο, από τη θάλασσα στο βουνό μέσα από ένα φαράγγι και το τοπίο άλλαξε στο πιο δροσερό του.
Ρυάκια, βρύα, πράσινοι βράχοι, δέντρα ψηλά, υπόγεια νερά, παντού πουλιά, οργασμός ζήσης, απάτητο γρασίδι.
Βρήκα νερό, ήπια. Δροσερό ήταν, μα κουβαλούσε άσχημη γεύση, μα άρωμα ευχάριστο. Πήρε να με ανακατεύει. Το στομάχι μου έριχνε σουβλιές και ένιωθα το στόμα μου να αφρίζει.

2. Η ΓΡΑΙΑ

Στην άκρη ενός πλατάνου φαινόταν ξεκάθαρα ένα μικρό μονοπάτι με σκαλοπάτια καμωμένα από πέτρες που οδηγούσαν προς τα πάνω.
Μια γνωστή μυρωδιά με ανακάτωσε περισσότερο μα πήρα να την ακολουθήσω, γιατί φανέρωνε κάποια παρουσία ανθρώπινη εκεί κοντά
Άρρωστος σχεδόν άρχισα να ανεβαίνω, καλώντας σε βοήθεια ξεψυχισμένα, ξερνώντας τα οστρακόδερμα πνιγμένα σε χολή σε κάθε που διπλωνόμουν κατάχαμα.
Σε μια επόμενη στροφή φάνηκε απλωμένη η μπουγάδα και μια γραία σιμά σε μια καλύβα, ξεκάλτσωτη, χωρίς μαντήλι, στριφνή και αλογομούρα, με τα χέρια κάτασπρα από το αλεύρι. Ζύμωνε.
Πρόσπεσα στα πόδια της μισολιγοθυμισμένος, κάτωχρος, να μου προσφέρει κάτι για να συνέρθω, δηλητηρίαση από σαπουνάδα, αποφάνθηκα.
Με κοίταξε δύσπιστα, ερευνητικά από κάτω έως πάνω, με ζύγιζε τι σόι άνθρωπος ήμουν, όταν τα μάτια της κοντοστάθηκαν στο κεχριμπαρένιο μπεγλέρι μου. Το έδειξε, μου το ζήτησε.
Έπαιξε λίγο μαζί του επιδέξια, σαν αρχαία ρεμπέτισσα και φωτίστηκε το πρόσωπό της αυτοστιγμής από μια πονηρή χαρά.
Της το 'δωσα για δικό της μπας και με φίλευε τίποτα, κάποιο γιατρικό, κάποια συμβουλή, από αυτές που οι ηλικιωμένοι κουβαλάνε προίκα των μαλλιών τους, αλλά με ξεπέταξε με ένα ποτήρι γιδίσιο γάλα.

«Πιές να ξεφαρμακωθείς, ρε ζουλάμι - όχι ότι σου χρωστάω τίποτα, μόνος σου τα ‘θελες και τα ‘παθες- και καλά, δεν σου ΄κοψε ότι τα ποταμισα νερά δεν πίνονται, ο τόπος έχει βρωμίσει.»

Τι να της πείς; Ότι φταίω όσο και αυτή, εγώ για την απερισκεψία μου, ενώ εκείνη για ρύπανση;

«Δίκιο έχετε, καλή κυρία. Σας παρακαλώ, επειδή παίρνει και νυχτώνει και φοβάμαι να γυρίζω στην ερημιά μήπως θα μπορούσατε να…»

Την είδα να φρικάρει,
δεν με άφησε να διαβώ το κατώφλι της.

«Και ο ΚΟΣΜΟΣ τι θα πεί, για μένα γριά γυναίκα να ξημεροβραδιάζω νεαρούς στο σπιτικό μου; Θα μου κρεμάσουν κουδούνια!
Στο κατώι, στο κατώι μόνο, αν θες».

3.ΣΤΟ ΚΑΤΩΙ

Το κατώι ήταν γεμάτο με μπάλες σανό, σύνεργα αγροτικής και παλιοέπιπλα, σκόνη, σβουνιά και αψιά βαρελίσια μυρωδιά.
Οι κότες γαμωτύχισαν την ώρα και τη στιγμή που μπήκα, γιατί ξεβόλεψα μερικές νυκοκοιράδες που κακάριζαν αλαφιασμένες για να στρωθώ κατάχαμα σε μιας γωνιάς την άκρη, με άχυρα για προσκέφαλο και ένα αυγό κλούβιο, τον φώλο που με έκανε αγνώριστο και βρωμερό σα σιχασιά, για να ηρεμήσουν με το πάθημά μου και να βολευτούν
Ο σβέρκος μου την άλλη μέρα, τα χέρια και ο λαιμός –άσε το πρόσωπο, ήταν ένα έργο σύγχρονης ζωγραφικής από κοριούς και ψύλλους, μια σάρκα πιο πρησμένη από τσαμπούνα, με υποδόρια πετροκέρασα.
Φχαριστημένες και εκδικητικές αλώνιζαν στα πόδια μου καμαρωτές και κορδωμένες σκάβοντας με το πόδι δήθεν για σκουλήκι, κοκορεύοντας για την κατάντια μου. Δεν πειράχτηκα, άντεχα την κοροϊδία, ο λαιμός τους όμως δεν θα άντεχε στης γραίας το μαχαίρι που πούλαγε τα κοτερά, για να συμπληρώνει το τσουκάλι με λογής λογής καλούδια. Τους χαμογέλασα και εγώ με την ευχάριστη σκέψη μου.
Μου 'δωκε ψωμοτύρι για προσφάι και ένα διαλοχόρταρο να τριφτώ που βρώμαγε περισσότερο από τον πόνο των πληγών, μα γρήγορα ηρέμησα.
Με ρώτησε ανακριτικά τι έκανα εκεί, για τη δουλειά και τους δικούς μου. Της απάντησα.

«Δεν είσαι σωστός άνθρωπος εσύ, δε μου γεμάς το μάτι, χαμένο κορμί είσαι. Θα ακούς και ρόκ, τέτοιος μου φαίνεσαι. Μήπως βρίζεις την πατρίδα και το Θεό;»

«Μα τι λέτε καλέ κυρία; Αρνάκι είμαι, του Θεού»

Σαν να βρήκε άλλη πιο λογική εξήγηση

«Ο τόπος δε σε χωράει, οι αθρώποι δε σε θένε, τη σωτηρία σου ψάχνεις σαν το χαραμοφάη τον άντρα μου, τον κακορίζικο.
Σύρε στο φρύδι του βουνού, πάνω από τα ελάτια, στο γκρεμνό θα τον εβρείς ή θα σε βρεί εκείος.
Πετάει πέτρες, βλαστημά, καλνάει τα πουλιά και το άπειρο αγναντεύει. Ανισόρροποι και δυό, θα κάνετε χωριό.
Άντε φεύγα μη μου πετρώσει το προζύμι και σε καταραστώ»

Δεν μου μίλησε δεύτερη φορά, με σκούντηξε, με πρόγκηξε, πήγε να πιάσε τη σκούπα, έφυγα.

«Στο διάλο, σκατόγρια»,

μουρμούρισα, μα η κατάρα κράτησε χαμηλόφωνη τη σκέψη μου, πολλούς μπελάδες είχα, μην προκαλούσα κι άλλους.
Μπορεί να ‘χε και δίκιο, δυστυχώς είχε δίκιο, δεν διέφερε αυτό που μου ΄πε, με όσα πίστευαν για μένα φίλοι και γνωστοί.

4. ΑΝΕΒΑΙΝΟΝΤΑΣ

Πήρα το μονοπάτι ανάμεσα σε πλατάνους και πουρνάρια, πέρασα τις φτελιές με τις πεσμένες φτέρες. Το τοπίο άλλαζε συνεχώς και τα νερά μειώνονταν σε στάθμη και ορμή.
Πέρασα από τις πηγές και συνέχισα προς τα έλατα, να και τα φρύγανα, στο τέλος ερημιά και κακοτράχαλες κορυφές με ελάχιστο γρασίδι και τρύπες από φίδια.
Στον ουρανό ψηλά γεράκιζαν δυό όρνεα που στα γυαλιστερά τους νύχια μετρούσαν τις αντοχές μου, ενός πιθανού γεύματος που σκαρφάλωνε το βουνό.
Ο ήλιος έκαιγε σαν κάρβουνα λαμπρής και ο ιδρώτας μου με την απλυσιά απ΄ το κατώι έσταζε σαν τσάι.
Μακρύ μανίκι πουκάμισο και παντελόνι τζίν, δεν ήμουν έτοιμος για το βουνό.
Ευτυχώς, όταν τα ψάθινα παππουδίστικα παπούτσια μου με πρόδωσαν και γλίστρησα σε μια σάρα, το τζίν με προστάτεψε από τα πολλά κοψίματα και γρατζουνιές, αναστατώνοντας άδικα τα δυό πετούμενα.
Τότε μόνο κατάλαβα πόσο ψηλά είχα ήδη ανέβει, όταν τα κύματα φάνταζαν άσπρες ξηλωμένες αδιευκρίνιστες κλωστές και οι γλάροι ξεσπαλιασμένες φουρκέτες.
Με την παλάμη αντήλιο και το μανίκι μαντήλι μουσκεμένο στον ιδρώτα έφτασα κάποτε στη κορυφή του βράχου.
Λασπερές πατημασιές ανθρωπινές και γιδίσιες κακαρέτζες μαρτυρούσαν ότι κάποτε κάποιος μπήκε στον κόπο να φτάσει ως την άκρη και να θαμάσει τη θέα και δεν βούτηξε στον κατακόρυφο γκρεμό, γιατί υπήρχαν και αντίθετες πατημασιές.
Στην άκρα του βράχου δέσποζε μια αρχοντόπετρα απελέκητη, με πλάτη στο πέλαγο και σύρριζα τοποθετημένη στο γκρεμό, με μια μικρότερη μπροστά της για υποπόδιο και τριγύρω σκορπισμένα, σπασμένα μύγδαλα.
Γέρος πουθενά.
Ούτε το όνομά του δεν ήξερα, ούτε αν με την κυρά του είχε σχέσεις αγαθές για να δηλώσω γνωριμία.
Έβγαλα το πουκάμισο για να το δέσω σαν τουρμπάνι στο κεφάλι, ότι ήδη παραπατούσα από ηλίαση και το αεράκι στέγνωσε μέχρι και τα ιδρωμένα αχαμνά μου.
Τα πόδια μου είχαν πρηστεί, το πρόσωπό μου έκαιγε και η γλώσσα μου πλατάγιαζε ξερή πάνω στον ουρανίσκο.
Ούτε άνθρωπος, μήδ’ αγρίμι θα μπορούσε να ζήσει στον ανελέητο ηλιότοπο χωρίς κρυψώνα σκέφτηκα. Μάλλον θα 'καμα λάθος.
Κοίταξα λίγο από δώ και εκεί, σημάδι άλλο κανένα, εκτός ότι ξεπέζεψε ο καυσής στο κέντρο του ουρανού και πήρα το δρόμο της επιστροφής.
Γιατί είχα ανέβει εδώ πάνω; Απλούστατα, γιατί δεν είχα κάτι καλύτερο να κάνω και ο χαμένος δεν φοβάται να χαθεί.

5.ΤΟ ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑ

Στα έλατα κατεβαίνοντας απάντησα ένα παράξενο δίδυμο, ένα γαϊδούρι φορτωμένο με δυό κοφίνια και ένα σκυλί να το οδηγεί.
Το γαϊδούρι δυσανασχετούσε , μα το γαύγισμα του σκύλου το καθοδηγούσε στο στενό μονοπάτι σταθερά, χωρίς τις επιθυμητές χρονοτριβές του όνου.
Παραμέρισα για να διαβούν και τα δυό ζωντανά με αντιλήφθηκαν από τη μυρωδιά.
Ο σκύλος με πλησίασε και άρχισε να με γαυγίζει, μέχρι που παιχνιδιάρης μπήκε κάτω από τη σόλα μου, να τρίβω τις θηλές του-όπα σκύλα ήταν!- τις μόνες θηλές που είδα και μου προσφέρθηκαν τούτη τη χρονιά, ίσως και από πέρσι, τι να πώ, ότι και να σκεφτώ με δίνει.
Το πισωγύρισμα του πονηρού γαϊδάρου κατά τα χαμηλότερα, προς το γρασίδι και την τεμπελιά σταμάτησε από τα ξεγυρισμένα γαυγίσματα του σκ...- της σκύλας, που βρήκαν καλύτερη πειθώ να του ψιλοδαγκώνουν τα πόδια.
Η συνεργασία των δύο ζωντανών δεν ήταν άριστη και με ένα ικετευτικό βλέμμα βοηθείας, έσπευσα να βοηθήσω το ζαγάρι.
Τραβώντας τα γκέμια του απρόθυμου κουβαλητή τα οδήγησα ξανά στην ανηφόρα, μέχρι να πάρει το σύστημα πάλι μπροστά για να το αφήσω να συνεχίσει.
Από ένα κοφίνι στα πλαϊνά ξέκλεψα ένα πορτοκάλι που στάθηκε η αιτία παρεξήγησης με την φωνακλού λεπτοκοπιά που ξέχασε τα προηγούμενά μας χάδια. Από μακριά ξεφλουδίζοντας το σαγκουίνι, ακολουθούσα περίεργος το καραβάνι που άφηνε δρόμο προς τον βράχο.
Σαν έφτασαν στο πέρας της αποστολής τους η σκύλα άρχισε τα χαρούμενα γαυγίσματα και ο γάιδαρος να σιγοντάρει βαρύτονα.

6.Ο ΓΕΡΟΣ

«Κωλόγρια θα με πεθάνεις για να χαρείς, σκατόψυχη, μια σωστή δουλειά δεν λέει να κάνεις; Ρε ‘γω θα τσακιστώ και αν με βρούν ποτέ για να πάρεις σύνταξη να μου κλάσεις…

..ΡΕ ποιος διάλος είσαι συ;»

μου είπε το ασπρόμαλλο κεφάλι που ξεπρόβαλε πίσω από το θρόνο. Στα χέρια του κρατούσε ένα κομπιασμένο χοντρό σχοινί που έδενε κάτω από το βράχο.

«Σύρε μακριά μη σου ανοίξω την κεφάλα με καμιά πέτρα και σε αφήσω να σε φάνε τα κοράκια»

«Εε, ηρεμήστε, μην παραφέρεσθε κύριε γέροντα, εγώ, εεε, τα ζωντανά,, εεε ακολούθησα, εε, να,, λοιπόν, φεύγω, μη σας παρακαλώ, καμία παρεξήγησις»

«Ρε σκατόμυαλε που κακό χρόνο να 'χεις ποιον είπες γέρο, μην σε βάλω κάτω και σε απαυτώσω. Γιατί δεν σε ξέσκλησε το ζαγάρι; Βρε μαλακισμένο κοπριτόσκυλο, για κόπιασε να σε πετάξω από κάτω!»
Η σκύλα χαμήλωσε ο,τι χαρούμενο είχε σηκωμένο- είπαμε θηλυκό ήταν!- την ουρά και τα αυτιά σαν άκουσε την κατσάδα και έσπευσε να κρυφτεί πίσω από την βαριεστημένο ογκόλιθο-γάιδαρο.

«Θα σε περιλάβω κωλόσκυλο του κερατά, τσάμπα σε ταΐζει η γυναίκα, γαμώ το στανιό της και κείνης. Τσακίσου από τα μάτια μου μη σου δώσω μια και πάς από κάτω».

«Συγνώμη, κρίμα είναι να την πληρώσει το σκυλί, ξέρετε είχα περάσει εχθές από το καλύβι της γυναίκας σας και έτσι με γνώρισε το ζωντανό, γιατί με έβαλε να κοιμηθώ στο….»

«Βρε σκατόφατσα, ρε κακό σπυρί στον κώλο μου, ρε μόλεψες τη Θάλεια; Ρε ξαπλάρωσες με τη γριέτζω; Ααα άμα είναι έτσι πάω πάσο. Ρε κοίτα πείνα ο ανέραστος, τι σου κάνει η αγαμία παιδάκι μου. Δεν πειράζει, καλό της έκαμες, σπολάτι στα πεθαμένα σου»

«Μα με παρεξηγήσατε! Με προσβάλετε! Δεν είμαι άτιμος άνδρας, η παρθενία μου βαρύ φορτίο, μα τη φυλάω για τον μεγάλο Έρωτα, που σίγουρα δεν είναι η κυρία Θάλεια.
Στο κατώι κοιμήθηκα και σήμερα το πρωί με προέτρεψε να έρθω εδώ να σας δώ.. αλλά αν δεν σας πειράζει, θα σας έλεγα τα πάντα για μια σταλιά ΝΕΡΟοο!»

«Έλα ρε ζωντόβολο, βοήθα με να ξεπεζέψω τον γάιδαρο και θα σε δώκω να πιείς»

Η κυρά Θάλεια η γυναίκα του, όπως μου είπε αργότερα του έστελνε τα τελευταία δώδεκα χρόνια αδιάλλειπτα μια φορά την εβδομάδα ψωμί, τυρί, κρασί, μέλι και νερό, με τα πιστά τους ζωντανά-το ένα ήταν πιο πιστό από τον γάιδαρο.
Από τα κοφίνια πίσω κατέβασε δύο μπιτονάκια νερό. Έσκυψα, μου 'ριξε λίγο στις χούφτες.
Δροσερό δεν ήταν, μα ούτε και άφριζε, ξεδίψασα ευτυχώς.

7. ΣΠΗΛΙΑ

Τράβηξε ένα σχοινί κρυμμένο στα ριζά του θρόνου και στο τέρμα του σε ένα καλάθι προσδεμένο, μετέφερε τρόφιμα και πιοτά, το άφησε να μετεωρείται προσεχτικά στο κενό, καβαλίκεψε το σχοινί και άρχισε να χάνεται, πίσω από τον τρανό βράχο.
Μόλις πέρασε ένα πεντάλεπτο, μου έβαλε μια φωνή να τον ακολουθήσω.
Χέρια γερά, με μισή καρδιά και πόδια πονεμένα, έβλεπα τη θάλασσα χαμηλά και μ’ έπιανε το στομάχι μου, με μια ξυνίλα, από την αναγούλα, να με κρατάει σε εγρήγορση.
Ούτε που το κατάλαβα πως ο γυαλιστερός βράχος με τις λεπιδωτές άκρες του δεν γλύστραγε από τα γλιτσιασμένα πέλματά μου μέσα στα φθηνοπάπουτσα, για να κατακρημνισθώ στο βάραθρο, που άφριζε το κύμα.
Δυο χέρια μου βούτηξαν τα πόδια, με παλατζάρισαν, για να με σπρώξουν στο πέλαγος και με ορμή με τραβήξουν σε μια σπηλιά, κοίλωμα του βράχου.

Δεν το πίστευα!

Μια λάμπα που 'καιγε λάδι, ένα εικόνισμα, ένα υποτυπώδες στρώμα από άχερα και από πάνω 2-3 μαντανίες.
Δεξιά αριστερά στη στενάχωρη σπηλιά υπήρχαν σκαμμένες εσοχές, εν είδη ραφιών και μέσα σε αυτά βάζα, βιβλία τσαλακωμένα, σκόρπιες σελίδες, ρίγανη και πολύ αλάτι.
Στο σοφά που υπήρχε στο χείλος της σπηλιάς ένας γάτζος από σκουριασμένο καρφί συγκρατούσε το σχοινί και μια ξύλινη βαρειά κατασκευή που σε ανέμους και χειμώνες πρέπει να έπαιζε το ρόλο του πορτονιού.
Πολλά είχα προλάβει να δώ πριν σωριαστώ στα γόνατά μου. Έτρεμα σαν το ψάρι, με σπασμούς, έβλεπα το πέλαγος και άρχιζα να αντιλαμβάνομαι που κατέβηκα. Καμία περίπτωση να διανοηθώ την ανάβαση!
Τα χαστούκια, τα βλαστήμια-θεός φυλάξει, Αι Γιάννη συχώρα με! και ένα ποτήρι νερό με στερεώσανε στα πόδια μου.

«Σεις οι νέοι δεν φτουράτε διάνα» είπε και έβγαλε το παντελόνι του.

Απόμεινε γυμνός να τοποθετεί τα λιγοστά εφόδιά του στο βάθος και εγώ κατέστην περισσότερο σοκαρισμένος και φοβισμένος από τη γύμνια, να κοιτάω τα πολλά σημάδια που τα κατασπαρμένα στη πλάτη του, από χαρακιές, ουλές από βόλια και καψίματα.

«Α,α,α, μην τρελαίνεσαι, από τη γιορτή του αγιουΚωσταντίνου είναι, όποτε έχω κέφια βουτώ στα κάρβουνα με κοιλιά και πλάτη για να διώξω τα δαιμόνια, χαχαχαχα»

είπε και σαν γέλασε φάνηκαν μόνο δυο δόντια από το περιτριχωτό του στόμα.
Οι χαρακιές ήταν από κοφτές βεντούζες που του χτύπησαν σαν τον βρήκε βαρειά πνευμονία, μην πεθάνει, ενώ οι αυλακιές από το αυτομαστίγωμα

Με καμτσίκι και ρακί
Φεύγει ο δίαλος καρφί

Με καμτσίκι και αλάτι
Διάλος να μην ξανάρθει


Μιλούσε ενώ πλησίασε την άκρη της σπηλιάς, κρατήθηκε από τη καρφί και αμόλησε μια αλογίσια κουράδα στο γκρεμό.

«Πάρε κόσμε να μην σου χρωστάω»
είπε και γύρισε προς τα μένα.

«Που λές…σκατόκοσμος αχαχαχαα» και γέλασε πάλι μόνος του με το αστείο του.
Έριξε και ένα βλαστήμι δυνατό, να τον ακούσουν τα ζωντανά, να ανταπαντήσουν με γαυγισμογκάρισμα και να αρχίζει ο ήχος τους να σβήνει επιστρέφοντας στη βάση τους.
Αποστολή εξετελέσθη!
Απομείναμε μόνοι. Δεν ήξερα τι έκανα εδώ. Τώρα ο φόβος σε μια τόση δά σπηλιά δεν έβρισκε μέρος να φωλιάσει.
Έβλεπα, άκουγα, μύριζα, μα να σκεφτώ κάτι αδυνατούσα, για να μην σου πώ πως η ιδέα του θανάτου δεν με τρόμαζε πλέον, παρά μόνο ο τρόπος μέχρι εκεί-του δικού του, μη λέμε και μαλακίες!-
Ο γέροντας έφαε μια γωνιά ψωμί και ένα κομμάτι τυρί, για να ξαπλώσει ανάσκελα στο στρώμα του, κρατώντας την μπούτσα του ροχαλίζοντας.
Σιχαινόμενος μεν, πεινασμένος ελεινά δε από την προηγούμενη μέρα, τσίμπησα κάτι και εγώ πρίν το δροσερό αεράκι, η ηλίαση και η απίστευτη ταλαιπωρία των τελευταίων ωρών να μου κλείσουν βαρεία, ναρκωτικά τα μάτια.

8. ΟΝΕΙΡΟ ΚΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ

Είδα όνειρα τρελά, μπερδεμένα, το δάσκαλο, τη μάνα μου , την κυρα Θάλεια, τον παπά και το γιατρό.
Είδα κόσμο να με κυνηγάει, σε νοσοκομεία να μου κάνουν ενέσεις, το δάσκαλο να μου δίνει ξύλο για κάποια απρέπεια που έκανα μα δεν τη θυμόμουν πλέον και μια διάχυτη αίσθηση φόβου, όπως τότε που με τσάκωσε η μάνα μου κάτω από την σκάλα να τον παίζω και με πήγε στον παπά να με διαβάσει.
Είδα την πρώτη τσούλα του χωριού, τη σούλα, που με ένα καντάρι γάλα και βούτυρο σε έκανε άντρα. Μάλλον πολύ άντρα γιατί από κότες και βούτυρο πήγε να ξεμείνει το χωριό μας.
Είδα φύκια να μπλέκονται στα δρεπάνια στο αλώνισμα και νερό να τρέχει το μέλι από τις κερήθρες.
Είδα να πνίγομαι από σιχαμερό φίδι στον πάτο του πηγαδιού και άλλα τέτοια απαίσια, ώσπου μια φωνή γεροντική με ξύπνησε για τα καλά.

«Ξέμεινα με τη Θάλεια 30 χρόνια. Άντρας και γυναίκα, σωστό ζευγάρι, σπίτι ωραίο, στην πόλη.
Δυο παιδιά μας έδωκε η χάρη Του και δύο τα πήρε πίσω. Το βιός περισσό για δύο άτομα. Οι χάρες της ζωής λιγοστές και οι κόποι αμέτρητοι.
Κούτσουρο απελέκητο ήμουν εγώ που γλέπεις.
Στην τάξη δεν πάτησα, φύλαγα μια ζωή πρόβατα.
Μια μέρα κάτι κλώτσησε μέσα μου να μάθω να γράφω το όνομα μου. Τα κολλυβογράμματα μου τα 'μαθε πρώτος ο ψάλτης και το πρώτο βιβλίο που έπιασα στα χέρια μου ήταν οι γραφές.
Όταν ξεκίνησα σταματημό δεν είχα, ώρες ατέλειωτες, από το πρωί ως το άλλο πρωί, με ένα κερί και μετά συνέχεια με τον ήλιο.
Ρούφαγα, ρούφαγα ώσπου η γριά δεν μ’ άντεξε άλλο. Πρέπει να ‘χα πολύ καιρό να της μιλήσω και ο πόνος κουβέντα θέλει, αλλιώς γίνεται μαχαίρι δίκοπο, που κόβει όποιον το κρατάει και όποιον ακουμπάει.
Δεν άντεξε, δεν ήταν να το περάσουμε μαζί και με διαλόστειλε.
Ήρθα στου διατάνου την άκρη, τέρμα θεού και ανθρώπου. Αυτή νομίζει πως μουρλάθηκα , μα αυτή είναι μουρλή.
Αυτά τα βιβλία τα διάβασα, μια εκκλησία ολόκληρη βιβλία διάβασα. Βιβλία χοντρά, λεπτά, παιδιακίσια, για μεγάλους, ελληνικά και ξένα, νομικής, ιατρικής, όλων των επιστημών, ό,τι έπεφτε σα χέρια μου το διάβαζα, το μάθαινα απόξω. Πολλά τα ξαναδιάβαζα, τα ξένα μου πήραν πολλά ξαναδιαβάσματα για να τα κάνω κτήμα μου, αλλά στο τέλος πέρασε το δικό μου. Μη με ρωτήσεις τι και πώς, πάντως από τη στιγμή που ξεκίνησα πήρα φόρα και ξεκίνησα και δεν σταμάτησα παρά τη στιγμή που ήρθα εδώ.
Δεν μπορούσα να κατεβάσω πολλά βιβλία, ο χώρος γέμιζε, εγώ τα είχα στο κεφάλι μου και για να μην τα γκρεμοτσακίζω στη θάλασσα έφτιαξα μια βιβλιοθήκη κάπου αλλού. Όλα μέχρι που σιάζοντας μια μέρα τη σπηλιά, εκεί ακριβώς που κοιμήθηκες και σύ, μια πέτρα ξεκαυκαλώθηκε για να αποκαλυφθεί τούτο το χειρόγραφο και μου το 'δειξε σε ένα από τα πιο βαθειά, πέτρινα ράφια. Ήταν η καλύτερή μου παρέα όλα αυτά τα χρόνια. Όσο και να το διάβαζα δεν καταλάβαινα γρί, μα γι’ αυτό και μου άρεσε.
Βάλθηκα να το νικήσω μα πώς να ανοίξεις μια πόρτα όταν δεν έχεις το κλειδί, μα ούτε και την ίδια την πόρτα δεν βλέπεις; Γέρασα και εγώ και αυτό μαζί μου.
Με τα χρόνια τα μάτια μου χάλασαν διαβάζοντας το μέρα, νύχτα, καλοκαίρι, χειμώνα, με πείνα και με δίψα, με άσκηση. Μέχρι μια μέρα που τα αλλόκοτα σύμβολα σχημάτισαν κάτι σαν νούμερα, σαν γράμματα.
Τώρα ξέρω, ελληνικά, είναι ελληνικότατα ελληνικά, μα έπρεπε να χαλάσουν τα μάτια μου όπως και κείνου που το 'γράψε».
«Εδώ μέσα»

είπε κρατώντας το,

«είναι το ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ, της πλάσης ολάκερης, του κόσμου, Αυτού»,

είπε και έδειξε με το βλέμμα του ψηλά. Το σώμα του δεν ήταν πλέον εκείνο το κυρτωμένο γεροντίσιο σώμα, μα ένα τόξο όλο παλμό, ζωή και αέρα φουσκωμένο στα στήθια. Μιλούσε και έφτυνε σάλια. Τα μαλλιά μπερδεύονταν στα χέρια του που χειρονομούσαν ακατάπαυστα. Ευθύς όμως σταμάτησε, σαν έδειξε με το βλέμμα και ακούμπησε την πλάτη του στον τοίχο να ξαποστάσει.
«Όμως δεν μπορεί κανένας να το καταλάβει. Όλοι με νομίζουν για τρελό.
Μπορεί και να ‘μαι, για να το διαβάζω ευκολότερα από τους λογικούς.
Αυτών η λογική είναι έρμα, παλαμάρι που τους κρατεί στο έδαφος.
Σαν αποτρελαθείς, το σχοινί κόβεται, το έρμα χάνεται μαζί με κάθε εμπόδιο για να πετάξεις και να χάνεσαι στον ωκεανό του σύμπαντος ψιχάδα, σταλίτσα, κοινωνάς τα πάντα και βλέπεις από μέσα το ρολόι του κόσμου. Μεγάλο πράγμα μαθές , μόνο Άγιοι και τρελοί μπορούν να δουν τον κόσμο να τους αποκαλύπτεται χωρίς μασκάρεμα.
Μα θέλει αγάπη και πίστη στο άγνωστο»,

είπε και κοίταξε πάνω,

«Δεν έχει σημασία πώς τον λές, αρκεί να τον πιστεύεις. Εγώ δεν τον πολυπίστευα μεταξύ μας στην αρχή,, ιδίως όταν άρχισα το διάβασμα είδα πως ο άνθρωπος νίκησε το θεό, ο νίτσε το 'γράψε. Μα χωρίς θεό, όαση χωρίς νερό, χάνεται η ελπίδα. Τώρα μπορεί να λέω και καμία κουβέντα παραπάνω, αλλά νερό και αλάτι. Δεν μου κρατούν κακία εμένα, γιατί ο λύκος και αν παρφουμαριστεί και αν χτενίσει τις λιγδότριχές του και αν πλυθεί και ομορφύνει, συνήθειες δεν αλλάζει, κλεφτοκοτάς και προβατοφάγος θα ‘ναι. Δεν είσαι ο πρώτος που έρχεται εδώ.
Με τα χρόνια πήγα σε δασκάλους και έγινα δάσκαλός τους, χωρίς να το θέλω,
ήρθαν μαθητές για να μάθουν,
γυναίκες για να λυτρωθούν,
μα όλοι ετούτοι εδώ για δρόμο είχαν την ερωτική πέψη που όταν γιομίσει η ψυχή τους σεξ, τότε θα ανοίξει τα μάτια της και θα κλείσει τα δικά τους και αγνή πουτάνα θα ‘ρθει στα χέρια μου να την πετάξω». Ανατρίχιασα, τον πίστεψα, τον ξεβράκωτο ερημίτη ότι είχε αυτή τη δύναμη Δάσκαλος να γίνει, να πείσει τον κόσμο να τον πιστέψει ότι τρελός είναι και πως βλέπει τα ουσιαστικά μόνο, μα…» «Γιατί γέροντα να πετάξεις τις ψυχές; Τι σου φταίνε και αν δεν είναι τέλειοι; Γιατί τους μισείς»; «Ποιος μισεί ρε μπαίγνιο, μου γαμάς ένα τέτοιο λογύδριο, πωπω φιλαράκο μου είσαι για τα μπάζα.. Τους ζηλεύω, ναι, αλλά να τους μισώ, όχι και πάλι όχι. Να τις πετάξω, να τις φτερακώσω, να τους δώσω πούπουλα για το μακρύ ταξίδι, το ωραίο, το ομορφότερο απ’ όσο μπορείς να πιστέψεις, αυτό που δεν θα μπορέσω ποτέ μου να κάνω και ξέρεις το γιατί;
Επειδής δεν θα βρεθεί άλλος πιο δυνατός από εμένα να με γυρίσει πίσω, γιατί εκεί θα είσαι αιωνίως μεταξύ κόλασης και παραδείσου, θα φτερακίζεις αμέριμνος, κάτι σαν πασχαλίτσα, άκριτος. Εγώ μπορώ να σας γυρίσω πίσω, μα εμένα κανένας. Γι’ αυτό ζηλεύω κουτορνίθι, επειδή βλέπω τη γλύκα μα δεν μελώνω το στόμα μου, γιατί θα κολλήσω και θα χαθώ».
«Αλήθεια γέροντα, αυτό το βιβλίο μπορεί να κάνει όσα λές;»
«Έτσι είναι. Ψέματα δεν θα πώ, δεν το ‘χω ποτές μου δοκιμάσει, μα το βιβλίο και αυτός που το ‘γραψε ήταν σίγουροι και εγώ μαθές τους πιστεύω, γιατί: Το βρακί είναι πανί Και κρύβει το μάτι που νοεί Και σαν βγει το μάτι κλείνει Πετάει η ψυχή, ο φόβος σβήνει Τριαλαλα Τριαλαλο


9. ΠΡΩΤΕΣ ΜΕΡΕΣ
Κανείς δεν ήταν να με αναζητήσει ούτε τώρα, ούτε πέρσι, ούτε ποτέ. Στην ερημιά του θεού και του ανθρώπου, εδώ πάνω, στο φρύδι του κόσμου και το αραξοβόλι των πουλιών, στου γέροντα τη σπηλιά θέλησα να καθήσω εκείνη τη μέρα.
Κουρασμένος με κούραση γλυκειά, να με πονούν τα μέλη μου, μα και με δύναμη υπόγεια, εμφυσημένη, ζήλεψα το παραμύθι του, την ευτυχία του, τον παραλογισμό του. Δεν μου 'δωκε σημασία από κει και μετά, εκείνη τη μέρα ή την άλλη, λες και δεν υπήρχα ή δεν υπήρχε εκείνος, γυμνή, γεροντική, αποστεωμένη οπτασία, ανθρώπου καθισμένου ανάρκουδα στο μικρό σοφά αγναντεύοντας το άπειρο, τον ήλιο κα το φεγγάρι κατάματα, ασταμάτητα, χωρίς το βλέφαρο να πεταρίζει. Σαν η παρέα σου δεν δίνει σε σένα σημασία, ξεχνιέται και η παρέα σου και σύ αναπολείς, μόνος σου συνομιλείς βαθύ μονόλογο, τα πώς και τα γιατί, τα από και ως εδώ. Τρώγαμε τη φτώχεια το γέρου μια φορά τη μέρα και αν, πίναμε μόνο σαν το θυμόμασταν, εγώ πιο συχνά, εκείνος πάντα σε βύθιση, σιωπηλός. Τέτοια καλή παρέα δεν την είχα δοκιμάσει ποτές μου, δεν χρειαζόταν γρήγορα να φύγω και να ψάξω για άλλους όμοιούς μου, φίλους ερωμένες ή εραστές.
Βλέπεις μέχρι τότε ήμουν παντελώς παρθένος, ούτε που είχα βγεί με κοπέλα, γλυκά χείλη δεν είχα φιλήσει, όλα με ενδιέφεραν, καμία επιλογή αποκλεισμένη εξαρχής.
Το να 'μαστε δυό και κανείς να μην μιλάει, πρωτόγνωρο για μένα, πάντα φοβόμουν τη σιωπή και πάντα την έσπαζα λέγοντας τα πιο ακατάλληλα, τα πιο προφανή, τα πιο ξενερουά, και οι λιγοστοί μου κοντινοί, αίφνης αλλάζαν ρότα στα παπόρια τους και απόμενα μονάχος ναυαγός καταμεσής του πλήθους, όχι όμως τώρα. Μετά την πρώτη εβδομάδα το πρόσωπο και το σώμα είχαν ξεπρηστεί από την δοκιμασία του κατωγιού, μα ο ιδρώτας, η ζέστη και η μπόχα μου με έκανε να μείνω με το σώβρακο. Άργησε λίγο ο γέρος να το προσέξει και μπόρεσα να διακρίνω ένα περαστικό μειδίαμα του στυλ :

«Θα δεις και εσύ..» Η σπηλιά αποδείχτηκε μεγαλύτερη απ’ όσο νόμιζα, όχι ότι είχε κρυφούς χώρους, μα ήταν άνετη και με τέτοια φαντασματική παρέα σαν τη δική μου, ήμουν και δεν ήμουν μόνος, τα καθισμένα σώματα δεν πιάνουν πολύ χώρο και τα αμίλητα λιγότερο. Από την πρώτη στιγμή ακολούθησα το παράδειγμα του γέρου και η υγιεινή μου περιοριζόταν σε ούρηση και απότευξη στο όριο της σπηλιάς στεφανώνοντας τους άτυχους γλάρους. Τα βράδια είχα την εντύπωση πως ήμουν σε φυσαλίδα ψηλά στον ουρανό παγιδευμένος, αυτοβούλως. Ένιωθα πως οι αφροί των κυμάτων ήταν τα κοντινά νεφελώματα και οι γαλαξίες κάποια περαστικά πλοία με τα φώτα τους σαν κομήτες και 'γώ ο δορυφόρος του γέρου.
Κάποια μέρα χωρίς προειδοποίηση φόρεσε το παντελόνι του και βγάζοντας κατάρες για την κωλόγρια άρχισε να σκαρφαλώνει στο βράχο σαν αράχνη πιασμένος στο σκοινί.
Ύστερα από λίγο ακούστηκαν τα δύο ζωντανά, η φωνακλάδικη συντροφιά.

«Ρε κουτορνίθι μάζεψε το καλάθι με τα πράγματα.»

Παράξενο, το καλάθι ήταν βαρύ σαν να 'χε πέτρες, αδειάζοντας τα τρόφιμα βρήκα στον πάτο του βιβλία.
Όταν ξανακατέβηκε βγάζοντας το παντελόνι του μου είπε:

«Πάρε και διάβασε και αν δεν θές, μουτζιμπίθα!»

Δεν ξέρω με ποιο τρόπο η γριά Θάλεια το 'χε μάθει, πως έμεινα, πως φιλοξενούσε κόσμο, εμένα, μιας και τα τρόφιμα ήσαν αρκετά πλέον για δυό άτομα.
Είχα μάθει απέξω και ανακατωτά κάθε γωνιά εκεί μέσα, όταν δεν διάβαζα.

10. Ο ΣΚΙΟΥΡΟΣ

Όλες οι ώρες ήταν απαγορευτικές για να βγει κανείς στον ήλιο ντάλα μεσημέρι, μα άρχισα να το θέλω.
Σκεφτόμουν ότι το ΄πανω θα 'ταν πολύ σημαντικό για μένα, κάτι σαν υπέρβαση. Δεν μπορούσα όμως να ξεπεράσω τη φοβία μου. Ούτε καλά καλά το πώς κατέβηκα εδώ, δεν είχα καταλάβει.
Δεν είχα ρώμη σωματική, δεν πίστευα πως θα μπορούσα το άθλιο σώμα μου να σηκώσω με τα ανύπαρκτά μου μπράτσα, εγώ που στο στρατό τους έβλεπα όλους θαλαμοφύλακας να γυρίζουν από ασκήσεις, ποτέ κανείς εμένα.
Δειλά άρχισα να βγαίνω και να επιχειρώ την ανάβαση.
Όταν ο γέροντας κατάλαβε τι είχα στο μυαλό μου, με υποστήριζε σιωπηλά δείχνοντάς μου διακριτικά τα βήματα και τα πατήματα, τα ασφαλή και τα πιασίματα.
Η θέα από την κορυφή ήταν ασύλληπτη. Ένιωσα και εγώ πρώτη φορά πως πέτυχα κάτι στη ζωή μου, ένα προσωπικό κατόρθωμα που το μοιράστηκα με τον γέρο ασκητή.
Στην αρχή με ακολουθούσε από πίσω πάντα, αλλά όταν αργότερα δυνάμωσαν τα μέλη μου και έγινα σαν συλφίδα από την νηστεία, σαν τη μαϊμού ανεβοκατέβαινα προσέχοντας το γέρο με τη σειρά μου καθώς καμπάνιζαν τα’ αρχίδια του από πάνω μου.
Οι μέρες κλεψύδριζαν γρηγορότερα, ο ήλιος πια δεν έκαιγε, έπιανε να δροσίζει.
Άρχισα τις μικρές περιπλανήσεις από πάνω, στο δάσος, τις σπηλιές, στις σάρες και στις κορυφές.
Πορευόμουν με απόλυτη γαλήνη, μην έχοντας σκόρπιες και αδιέξοδες μικρές έννοιες, από αυτές που γεμίζουν τη μέρα και αδειάζουν τη ζωή.
Εκεί πρωτάκουσα την εσωτερική μου φωνή να μιλάει, να παραμιλάει, να συνομιλεί και να σωπαίνει.
Σε μια τέτοια συνομιλία άκουσα την ερώτηση:
«Ξέρεις πως είναι ο σκίουρος;»
Φυσικά βιάστηκα να απαντήσω, μα όταν μου είπε:
«Ζωγράφισέ τον»

συνειδητοποίησα πως μόνο να το ξεχωρίσω μπορούσα, από τα άλλα ζώα.
Δεν είχα εστιάσει ποτέ στη φύση και ας ζούσα τόσο καιρό στην αγκάλη της.
Ένιωσα άσχημα, σαν παραμελώντας απόγονος και βάλθηκα να γυρνώ και να παρατηρώ τη ζωή γύρω μου, αποτυπώνοντάς την σχεδιαστικά στις σκόρπιες πέτρες με άλλες μικρότερες.
Όσην ώρα αποτύπωνα μορφές και παραστάσεις, ο νούς ελεύθερος έκανε ταξίδια σε χώρες μακρυνές, χρόνους αλλοτινούς, σε ιστορίες ανθρώπων και πόλεων, υποδυόμενος πότε τον σκηνοθέτη και πότε τον πρωταγωνιστή.
Αυτό που ξεκίνησε σαν διασκέδαση περιστασιακή, πήρε σύντομα διαστάσεις προσεχτικής και συστηματικής παρατήρησης, που με τον καιρό μου αποκαλύπτονταν λεπτομέρειες δυσπρόσεχτες.
Δεν μπορώ να ορίσω επακριβώς το πόσο διήρκεσε αυτή η περίοδος, γιατί η συνισταμένη χρόνος είχε προ πολλού πάψει να με απασχολεί.
Μαλλιά και γένεια είχαν γίνει ένα, το σώβρακό μου είχε προ πολλού γίνει κουρελαρία και είχαμε απομείνει δυο ερημίτες γυμνοί σε μια σπηλιά κρεμασμένη στον γκρεμό, κάθε βράδυ στην κορυφή του πουθενά, στο φρύδι του κόσμου.
Δεν μιλούσαμε και σπάνια κοιταζόμασταν στα μάτια, ενώ παράξενο ήταν ότι πάντοτε ήξερε πότε να ταλαντεύσει το σκοινί, πότε το χέρι να απλώσει, πότε να σκύψει να φυλαχτεί, πότε να τo γραπώσει.
Δάσος ήτανε το κεφάλι μου γεμάτο ζωή, μα η ζωή μου είχε κάτι που κάποτε δεν το είχα διαννοηθεί: γαλήνη, ευτυχία, ποιος;! Εγώ, ο κανένας, στο πουθενά, μην κάνοντας κάτι, κάνοντας τίποτα.

Μια μέρα ζωγραφίζοντας ένα λαγό άκουσα μέσα στη σκέψη μου μια φωνή να λέει:
«Μπορείς να φτιάξεις ένα λαγό, όμως μπορείς να τον κάνεις ό,τι θέλεις; Να τρέξει, να φάει, να χοροπηδήσει;»
Και σκέφτηκα φυσικά και μπορώ, μόνο που θα αργούσα λιγάκι.
Μα ο λαγός άλλαζε θέση, έτρωγε εδώ και εκεί, λάκιζε παραπέρα, βρισκόταν και χανότανε μέσα σε μια ματιά.
Τα παράτησα και ακούμπησα τις πέτρες κάτω, κλείδωσα τα χέρια στο κεφάλι για μαξιλάρι καθισμένος στον πέτρινο θρόνο και καταπιάστηκα να ζωγραφίζω με τα χέρια τα εσωτερικά, πίσω από τους καμβάδες των κλειστών ματιών μου.
Έβανα τα πόδια, το σώμα, το κεφάλι, την ουρά, μα σαν έκανα να τα κουνήσω, γρήγορα διαλυόταν και κάτω σωριαζόταν σαν κάμωμα της άμμου.
Μόνο όταν μια μέρα ξυπνώντας από μεσημεριανό ύπνο με καθαρό μυαλό και όρεξη μεγάλη μπόρεσα να τιθασεύσω τις κινήσεις του και να τον πειθαναγκάσω σε δοκιμασίες, ενώ στο ανοιγόκλεισμα των ματιών είχε παρέλθει το απόγευμα και το φεγγάρι ασημοσκόρπιζε στον ουρανό.
Τέτοια παιχνίδια με εξαντλούσαν πνευματικά, μα ο καιρό, η συνεχής προσπάθεια και η θέληση με οδήγησαν σε σημείο που έκανα το κάθε ζωντανό να κινείται σχεδόν φυσικά, σα πραγματικό χρόνο, με όλα του τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που είχα αφομοιώσει.
Η άσκηση για να γίνεται όλο και πιο ενδιαφέρουσα είχα από τη μια- ζώα και φυτά και από την άλλη - καιρό και άνεμο.
Τα έσπρωχνα να κάνουν παραπάνω απ’ ότι συνήθιζαν.
Το παιχνίδι έλαβε τέλος όταν με έσπρωξε μια φορά ο γέροντας να ξυπνήσω.

11. ΤΟ ΞΥΠΝΗΜΑ

Ξύπνημα άτσαλο, στραβοκατάπια, πνίγηκα, σάλεψε ο λογισμός μου, σαν ρεύμα να με διαπέρασε, έτριξαν τα δόντια, το στομάχι κουβάρι , ένιωσα το αίμα μου στιγμιαία να πήζει.

«Γέροντα, γιατί μου το 'κανες αυτό. Κακό πολύ πήγα να πάθω. Ακόμα υποφέρω. Τι σκεφτόσουν;»

«Τώρα ξέρεις πως είναι να ξυπνάς τον υπνοβάτη. Πρόσεξε μην το κάνεις ποτέ. Τουλάχιστον ποτέ ΕΤΣΙ!»

Δεν κατάλαβα τότε τι εννοούσε και του θύμωσα.
Δεν θύμωνα εύκολα τώρα, ούτε στην προηγούμενη ζωή μου, δύσκολα έχανα τον έλεγχο.
Είπα να το ξεχάσω μα δεν μπορούσα.
Αποδιοργανώθηκα, η αυτοσυγκέντρωση του κάκου χανόταν στο περιστατικό, σκέψεις μώβ δηλητηρίαζαν την καρδιά μου με αιτίες και αφορμές, η φωνή μέσα μου ζητούσε εξηγήσεις.
Είχαμε να μιλήσουμε πρίν τα γένεια μου αλλάξουν χρώμα και από καστανά να ξανθύνουν.
Μια φωνή με ταρακούνησε ενώ τα χείλη του έμεναν σφαλιχτά.

«Ευγνωμοσύνη θα 'πρεπε να νιώθεις απέναντι στον δάσκαλό σου και για κάθε μάθημα που σου 'χω κάνει. Υπάρχει λόγος για ότι γίνεται. Δεν είσαι έτοιμος ακόμα να τον μάθεις, κουτορνίθι!»

Όσο απότομο και τρομαχτικό μου φάνηκε το ξύπνημα, πολλαπλασιαζόμενη με συντάραξε η τελευταία λέξη.
Δεν ήξερα τι να φανταστώ και αυτό που διαισθανόμουν δεν ήμουν σίγουρος να το δεχτώ σαν πιθανό σενάριο. Τότε ξανάκουσα τη φωνή να λέει:

«Και όμως κουτορνίθι…»

Και έχασα την μπάλα!
Τα μάτια του γυάλιζαν από σαρδόνια ικανοποίηση λές και είχε μάθει τα πλέον απόκρυφα μυστικά μου.
Σίγουρα είχα τρελαθεί. Διάσχιση προσωπικότητας, αόρατοι φίλοι, συνείδηση, παραλήρημα σίγουρα ήταν λέξεις που καταλάμβαναν το χώρο του φόβου στην καρδιά μου.

«Πάψε τις βλακείες, δεν τρελάθηκες, εγώ είμαι εδώ και τόσο καιρό. Τηλεπάθεια λέγεται σπίρτο μου και όχι συνείδηση. Περιμένω να καταστείς δυνατός και έτοιμος, εγώ έχω αναλάβει να σου μεταδώσω τις γνώσεις μου και τις πληροφορίες που θα σου είναι απαραίτητες στο ταξίδι.
Ο δρόμος που διάλεξες είναι διαφορετικός από τον δικό μου, μα όλοι οι σωστοί δρόμοι στο ίδιο σημείο καταλήγουν.
Προετοιμάσου όσο καλύτερα εσύ μπορείς και μη με ρωτήσεις τα πως και τα γιατί. Δεν ξέρω, θα τα βρείς όλα αυτά μόνος σου.»

Η φωνή σταμάτησε, ξαναξύπνησα, αυτή τη φορά μόνος μου, στο μέρος που είχα κοιμηθεί στο δάσος ζωγραφίζοντας.
Απόμεινα σαν χάνος να τον βλέπω να με κοιτάζει απέναντί μου, τον ερημίτη μου χαμογελαστό.
Δεν ξέρω, ντράπηκα; Φοβήθηκα; Απόστρεψα πάντως το βλέμμα μου προς το γαλήνιο πέλαγος που απλωνόταν σαν άπειρος, γαλάζιος ουρανός, εκεί κάτω.
Τις επόμενες μέρες αρνιώμουν πεισματικά να αυτοσυγκεντρωθώ.
Έκανα βόλτες, οτιδήποτε μακριά από τη σπηλιά, που ήταν μόνο για να κοιμάμαι, μακριά από κείνο το τρελό παραλλήρημα, που όσο με έσπρωχνε να φύγω, άλλο τόσο με έδενε με ένα τρόπο μυστήριο.
Ένα βράδυ δεν άντεξα, του το ανέφερα σαν θέμα.

«Αν θες να φύγεις, να το σκοινί και το πανταλόνι σου, ο κόπος μου θα πάει τσάμπα, μα δεν πειράζει, το έχω εδώ και χρόνια πάρει απόφαση ότι θα μείνει μόνο σαν όνειρο, αν και είχα μια μικρή ελπίδα με σένα.
Αν πάλι θες το χώρο σου για να μείνεις μόνος πιο κάτω είναι μια πιο μικρή σπηλιά, αποθήκη των αλλοτινών μου διαβασμάτων.
Αποφάσισε τώρα και μην το μετανιώσεις όποια απόφαση και αν πάρεις».
Δεν το σκέφτηκα καν.
Από την επομένη, κατεβήκαμε, πετάξαμε τις πέτρες που ‘χε χτίσει την είσοδο και μου την παρέδωσε.
Για να φτάσουμε όμως χάσαμε την ευκολία των κόμπων, μικρό το κακό, για μένα πλέον.
Ήταν όντως πολύ μικρή, αποθήκη σκέτη βιβλιοπωλείου που το βάθος της ήταν απρόσιτο από τις στοίβες των βιβλίων.
Στην πορεία ανακάλυψα ότι πολλά από τα βιβλία που διάβαζα μου φαίνονταν γνωστά λες και τα είχα διδαχτεί κάποτε.
Ελάχιστα ήταν όσα δεν ήξερα καθόλου, δύσκολα βιβλία, περίεργες διάλεκτοι, μα χωρίς κόπο, με μια πρωτόγνωρη ευκολία τα ρούφαγα σαν χαρμάνης τον δανεικό καπνό.
Δεν ήθελα να παραδεχτώ πως ο γέροντας μου είχε πεί την αλήθεια και ότι μέχρι τώρα ήταν πιο λογικός και από αυτούς που τον είχαν κρίνει ανάλαφρα.
Ξεκινήσαμε ο καθένας από τη σπηλιά του να αυτοσυγκεντρωνόμαστε με την πλάτη γυρισμένη στο πέλαγος και να επικοινωνούμε, όπως εκείνος ήξερε.
Η γλώσσα αργή και φλύαρη είναι, ενώ ο νους περιεκτικός και αστραπιαίος.
Από την εξάντληση είχα καταντήσει ζωντανό σκιάχτρο, τα πλευρά μου διαγράφονταν ξεκάθαρα, ίσως και το περιεχόμενό τους.
Τα μάγουλά μου είχαν απομείνει δυό μυτερά κόκκαλα, και το σαρκίο μου έχασκε ξεχειλωμένο γύρω από τα λιπόσαρκα άκρα, μα δεν πεινούσα πλέον.
Ήμουν εξαρτημένος από αυτή την ιδιότυπη σχέση και επένδυα τα πάντα, λες και υπήρχε μια διαισθητική διαβεβαίωση πως όλα αυτά σκόπευαν κάπου.
Το βράδυ που μου φώναξε πως την επαύριο θα άρχιζα το κατ΄οίκον διάβασμα, κατάλαβα πως τα ζόρια μόλις τότε άρχιζαν.
Κατέβηκε ποδημένος, φορώντας το παντελόνι και με στραβό πουκάμισο μου παρέδωσε το χειρόγραφο προσεχτικά.

«Δεν ξέρω αν θα καταλάβεις τίποτα, θα δείξει εν καιρώ αν το ίδιο θελήσει να επικοινωνήσει μαζί σου.
Αν είχα την βοήθεια που έχεις εσύ, ίσως να κατάφερνα κάτι παραπάνω από μια τρύπα στο νερό, ποιος ξέρει ίσως και τα πάντα.
Αν και κάτι μου λέει πως ετούτο το βιβλίο με έφερε εδώ πάνω για να με κάνει ότι με έκανε.
Ποιος ξέρει, ίσως έκανε το ίδιο και με σένα.
Μη βιαστείς, μην ταραχτείς, θέλει και αυτό το χρόνο του για να αποκαλυφθεί, αν το προσέξεις μπορεί και να σου κάνει το χατίρι, άκου ενός τρελού τη συμβουλή».

Το άφησε και ανέβηκε.

12. ΤΟ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ

Τίποτα, τίποτα, τίποτα.
Δεν έβλεπα γράμματα, ούτε σύμβολα, μόνο γραμμές ευθείες, τεθλασμένες, διακοπτόμενες σε σημεία και αλλού σφιχτά δεμένες.
Άλλες σελίδες ήταν εντελώς κίτρινες, άδειες και σε κάποιες παρακάτω, κουβάρι οι μουτζούρες, ένα θέαμα περίεργο που με έκανε να αναρωτιέμαι για τον δέτη του βιβλίου.
Καμία σχέση με τα ευανάγνωστα κείμενα, τα τυπωμένα που είχα συνηθίσει να διαβάζω.
Ήταν θέμα εγωισμού. Έβαλα τα δυνατά μου, και μια και δυό και δέκα. Εις μάτην.
Από το πρωί που έφεξε, ο γέροντας χάθηκε από πάνω, το ίδιο και η φωνή μέσα στο κεφάλι μου.
Η σπηλιά πλέον με στένευε αφόρητα.
Παράτησα την προσπάθεια και ανέβηκα στον κόσμο.
Ήθελα να επικοινωνήσω με κάποιον απελπισμένα.
Ήθελα να κλάψω μα δεν είχα πλέον δάκρυα, τα μάτια μου τα έπιναν για να γλιστράνε.
Κάπου στο δάσος παρακάτω μια κουκουβάγια ακούστηκε να καλνάει τους φίλους της τους μπούφους ή απλά να δηλώνει την παρουσία της στο υποψήφιο ζευγάρι της.
Άρχισα να τη μιμούμαι και από κάτω, ότι έκανε έκανα.
Η φωνή μου πήρε να ανεβαίνει τα σκαλοπάτια του πενταγράμμου για να ακούγεται μονάχα μια υψίσυχνη τσιρίδα που μου πήρε όλη την απελπισία.
Απόκαμα. Ξάπλωσα κάτω μπρούμυτα επιθυμώντας ένα ύπνο ναρκωτικό.
Ένα γαμημένο βελανίδι ήρθε και με χτύπησε στο αυτί και ένιωσα τις πρόσκαιρες σκέψεις μου να εκσφεντονίζονται στα απέναντι τοιχώματα του κεφαλιού μου.

«Διάλε»,

μου βγήκε αυθόρμητα κατηγορώντας άδικα τον αέρα και την τύχη μου.
Στο δεύτερο άκουσα και το τσιριχτό γελάκι ανακατεμένο με κοφτούς ήχους.
Το αναγνώρισα και με μισόκλειστα από τα νεύρα μάτια. Το σκιουράκι.
«Η πορδή θέλει τσαλιμάκια; Θα τα έχει!! Αν μόνο μπορούσα να του απαντήσω με το ίδιο βελανίδι, και σε ένα αποσπάσιμα φαντασίας και επιθυμίας μαζί είδα να το πεταρίζω με το ίδιο του το όπλο και να το τινάζω κλαδιά μακριά, ενώ αυτό έκπληκτο και παραξενευμένο να βγάζει τρομαγμένα λαχανιάσματα και να χάνεται σε άλλη γειτονιά μα…»

Μα τα άκουγα αυτά τα μικρά λαχανιάσματα, όχι με τα αυτιά της επιθυμίας μου, μα με τα πραγματικά.
Σηκώνοντας το κεφάλι, είδα το σκιουράκι να τρέχει κυνηγημένο από δυο οριζόντια, κινούμενα βελανίδια και μόλις τσακίστηκε και μπήκε στη φωλιά , αυτά ακυβέρνητα εκτέλεσαν ελεύθερη πτώση, για να ξανασκάσουν στο έδαφος δίπλα μου.

« Εγώ το προκάλεσα αυτό»;

Σκέφτηκα και το ξαναδοκίμασα.
Όταν είχα τα μάτια κλειστά η τηλεκίνηση ήταν ισχυρότερη, λόγω συγκέντρωσης όλου του νού και της προσοχής μου σε ένα και μοναδικό πράγμα.
Ένιωσα απίστευτη δύναμη, μα ακολούθησε μια γλυκειά αδυναμία.
Για να συνέρθω λίγο και να στυλωθώ, με τη νέα μου ιδιότητα προσπάθησα να κατεβάσω μια κυψέλη από άγριες μέλισσες και αφού τις κράτησα όλες σε απόσταση, επιδόθηκα σε ένα άνευ προηγουμένου κολατσιό με μέλι και κερήθρα.
Τονώθηκα και τότε άρχισε να με πιάνει η πείνα, η αστείρευτη πείνα, το τέλος της νηστείας.
Κατέβηκα στη σπηλιά του γέρου και κατέβασα σχεδόν αμάσητο με βίαιες κινήσεις, αχόρταστες, κάτι καρβελάκια ψωμί με μέλι και λιαστές ντομάτες και μια καράφα γλυκό κρασί.
Ένιωσα θερίος, πελώριος.
Ήμουν σε μια φούσκωση και τώρα αν μου έφερναν τις 100 κόρες του Νηρέα θα τις ικανοποιούσα όλες, είχα αρκετό υλικό μαζέψει τόσα χρόνια,
οι πρώτες θα έπεφταν σίγουρα υπέρ έρωτος και όχι από βέλος.
Άρχισα να ξεφεύγω, μου είπε ο γέροντας την άλλη μέρα που με βρήκε να χορεύω αλαλλάζοντας, ώστε να χρειαστεί να με ηρεμήσει με μια παυσίτρελη κατακεφαλιά.
Την άλλη μέρα, παρόλο τον πονοκέφαλο από το γρόθο και τη μέθη, τονωμένος όσο ποτέ έπιασα με μια ελαφρά ζάλη το χειρόγραφο στα χέρια μου και κρατώντας το κλειστό προσπάθησα ότι με τον σκίουρο την προηγούμενη μέρα.
Ανοίγοντας τα μάτια είδα το χειρόγραφο ανοιχτό.

«Ωραία είμαστε σε καλό δρόμο, δεν ήταν όνειρο».

13. ΤΑ ΑΛΦΑΒΗΤΟΦΥΤΑ

Με μια δεύτερη προσπάθεια παρακάλεσα τα χέλια του κειμένου να λυθούν και να συνταχθούν κανονικά, μα δεν φάνηκε πως με άκουσαν.
Με την τρίτη φορά τα πρόσταξα , μα με έγραψαν στα αρχίδια τους
Σκέφτηκα να τα τρομάξω και φαντάστηκα μια γόμα να απειλεί τις ευθείες και τις καμπύλες και αίφνης αυτές μετατράπηκαν σε αυλάκια.
Ζοριζόμενος περισσότερο θεώρησα το χειρόγραφο σαν γή και στα αυλάκια των χωραφιών εμένα σπορέα να σπορίζω.
Είδα τους σπόρους να μην θέλουν να αντιδράσουν και τα αυλάκια να χασκογελάνε και έγινα ψιλόβροχο καταβρεχτήρι και

Ωωωω…

Για δες..!!

Ο σπόρος έπιασε, άρχιζε φύτρο να απολάει και περίεργα αλφαβητόφυτα ξεφύτρωσαν και ρίζωσαν για τα καλά, επί χάρτου.
Άνοιξα τα μάτια μου και ήταν όλα εκεί, σαν φασολιές σε καλαμιές αλφαδιασμένες, πυκνόφυτες και σφιχταγκαλιασμένες.
Περίμενα.
Δεν χαιρόμουν, ήξερα κόπασα τον άνεμο της φαντασίας μου, άφησα τον ήλιο να τα ωριμάσει, μπορούσα, το έκανα και περίμενα.
Αυτά άνθισαν, κάρπισαν και απόχτησαν όγκο και χρώμα, κάποια μυρώδιζαν και κάποια αγωνίζονταν σε ένα κομμάτι απάτητο σελίδας να δεντρώσουν.
Ήξερα, άγνωστο πως, ότι δεν θα 'ταν τόσο εμπόδιο όσο φάνταζε, γιατί στην παραμικρή κίνησή μου τρόμαζαν, απομακρύνονταν και μπερδεύονταν αναμετάξυ τους, συγκεντρωμένα σαν τα πρόβατα στο μαντρί.
Και εκεί που δεν μου είχε περάσει ούτε εμέ από τη σκέψη, καταστροφή ολοκληρωτική, περνάω σαν λίβας, σαν σιρόκος και δεν αφήνω τίποτα χλωρό.
Σαν να τους τράβηξα φωτογραφία τα ακινήτισα , ο τόπος ξεράθηκε, τα χωράφια άνοιξαν ψιλές ρωγμές, οι σελίδες κατακιτρίνισαν και στα περιθώρια αποτυπώθηκαν οι διακοσμητικές έλικες των αρχιγραμμάτων.
Με προσοχή μεγάλη, χωρίς να μετακινηθώ από τη θέση μου ούτε στιγμή, άνοιξα το χειρόγραφο και άρχισα να το διαβάζω σε ευκολοπέραστη και πλήρως κατανοητή την τοπική διάλεκτο, των αλεξανδρινών χρόνων.
Μιλούσε για το άγνωστο όν, Πνεύμα αυτό, ιδέα σκέτη, απόλυτη, παντοδύναμη, αδιαμφισβήτητη, παντοτινή, που εν αγνοία του σε μια ονειρική κατάσταση δημιούργησε τον κόσμο.
Εγκλωβισμένο στην ελευθερία του «είναι»,
απελευθερώθηκε κατακερματίζοντας εαυτόν σε επιμέρους στοιχεία και με τα δομικά του υλικά να συνθέσει έναν παράλληλο παιχνιδόκοσμο στο μυαλό του.
Αλλά το εξέλιξε.
Όταν τα πάντα δημιουργήθηκαν, καλώς καμωμένα, κατά πλήρη εικόνα και ομοιότητα, αν θα είχε κάποτε μορφή, άρχισε να τα παρακολουθεί με ενδιαφέρον να δεί πως συμπεριφέρονται οι ιδέες σαν δεν είναι απόλυτες, πεντακάθαρες και περιχαρακωμένες αυστηρά από τον ορισμό τους, μα μπασταρδεμένες, κάθε μια μουτζουρωμένη με τ’ αντίθετό της και όλες τις ενδιάμεσες τους αποχρώσεις.
Οι ιδέες πήραν να κρεατώνονται, να ποδίζουν, να κινούνται, να φλερτάρουν, να αγαπιούνται να εχθρεύονται.
Αν κάθε ιδέα λειτουργούσε αυτόνομα και κάθε οντότητα είχε συνείδηση, τότε απλά το άγνωστο όν θα ζούσε την απύθμενη βαρεμάρα, με τα άλλα τέλεια όντα που θα συμπεριφέρονταν σαν αυτό.
Με αυτή την τρίπλα, μπόρεσε να έχει ένα ενδιαφέρον βραδυνό ύπνο γιατί είδε πως για χάρη του έκλαιγαν, σκότωναν, θυσίαζαν και εξομολογούνταν, παραβίαζαν τη φύση τους, έκαναν τρέλες για να του αρέσουν, δέχονταν
Τον ίδιο για αφέντη και τα τσιράκια του για οδηγούς, μα όλοι βαθειά και φανερά τους ήθελαν να ναι μαζί του και στον επόμενο γύρο.
Όταν τα πράγματα λάθευαν κατά διάλου και το παιχνίδι επικινδύνιζε, έπρεπε να παίρνει την πρωτοβουλία και το επαναφέρει σε συνήθεις ρυθμούς και εντάσεις.
Παρουσιαζόταν στους ανθρώπους ανά τους καιρούς, με διαφορετικές μάσκες, λέγοντας τα ίδια πράγματα, μόνο που αυτοί τα παραχάραζαν και τα μετέφραζαν καταπως τους συνέφερε.. και χαίρονταν και λυπούνταν.
Τέτοια έλεγε το χειρόγραφο και άλλα που δεν μπόρεσα να τα διαβάσω γιατί ένιωσα να καίγομαι.

14.Η ΑΛΛΗ ΟΧΘΗ

Άνοιξα τα μάτια για να δω πως μετεωριζόμουν στον αέρα, ελεύθερα, ακίνητος, έλαμπα, γέρασα, ήμουν διάφανος.
Επέστρεψα χωρίς δυσκολία στην σπηλιά, διάφανη σκιά, διαπερνώντας το βράχο και η πορεία μου προς τα κάτω συνεχίστηκε στη θάλασσα, πορεύτηκα στα διάφανα νερά της σαν μέδουσα φωσφορίζουσα, νερινή.
Το κέντρο της γής με καλνούσε και αφέθηκα στην κατακόρυφη πτώση.
Δεν βρήκα γίγαντες, ούτε τιτάνες, καλικατζαραίους ή χθόνιες υπάρξεις, κόλαση ή τάρταρα.
Το μεγάλο εργαστήρι είδα, που ανακυκλώνονταν οι ψυχές όταν απεκδύονταν το σώμα τους, που διασπώνταν σε ιδεατά συστατικά και επανασυνθέτονταν κατά τυχαίο τρόπο, λίγη αρετή, λίγη κακία, πονηριά, αγάπη, ψέμα, μίσος, ζήλια, φθόνος, λαγνεία, φιλαργυρία, ενώνονταν για να γεμίσουν το κοινό καλούπι - σε σχήμα ψυχής.
Ύστερα κάθε όν που μπολιαζόταν με αυτή τη νέα ψυχή επέστρεφε με κάποιο τρόπο διαφορετικό στην πλάση.

«Λάθος έκαναν οι άνθρωποι»

σκέφτηκα.
Το πλαστήρι, το δημιουργικό εργαστήρι κακό το χαρακτήρισαν και όταν γινόταν κανένας γαμάτος συνδυασμός ιδεατών τμημάτων και προαναγγέλναν με σεισμό της γής, οι άνθρωποι φοβούνταν γιατί έβλεπαν το αποτέλεσμα και όχι το γεγονός.
Όταν τους συγκλόνιζε ένα γεγονός, έσπαζαν πιάτα, σκάγανε βεγγαλικά, έλεγαν πως ο κόσμος δεν τους χωρούσε, ποιους; Τους κοινούς ανθρώπους.
Όταν όμως προετοιμάζεται να 'ρθεί η μεγαλοφυΐα, η ιδιοφυία, το ταλέντο που κάνει μπάμ, ο κόσμος φοβάται και πάει να κρυφτεί.
Σαν τα ‘δα όλα αυτά πολύ ταράχτηκα θέλησα να δώ και άλλα, λάθος, θέλησα να τα δώ όλα.
Πήρα την δύσκολη απόφαση να πάω και να δώ το όν.
Επέστρεψα στη σπηλιά μου και πρόσταξα να γραφούν τα παρακάτω λόγια επί του χειρογράφου:

«Και τώρα που το όν δεν θα μπορούσε να αντιδράσει, πήγα να το βρώ»

Αφήνοντας την τελεία να πέσει, το χειρόγραφο τη ρούφηξε σαν ο βουτηχτής την πρώτη ανάσα και βρέθηκα ξαφνικά σε ένα ξέφωτο.
Μπορούσα να είμαι εκεί χωρίς να μπορούν να με δούν, κρυμμένος πίσω από φυλλωσιές.
Τα άγνωστα όντα είχαν κυκλώσει ένα προαιώνιο ερημίτη, τον είχαν αλυσσοδέσει με λέξεις και τον περιγελούσαν.
Την ώρα εκείνη πλησίασε ένα καλοντυμένο οχληρό πανέμορφο άγνωστο όν.
Ήταν κάτι σαν γυναίκα, γιατί όταν μιλούσε όλα τα όλα δεν την κοιτούσαν ποτέ στο στόμα.

«Αφού μπορείτε, μην τους αφήνετε να βασανίζονται με πόνο, κόπο, θάνατο. Είστε αχάριστοι, τόσα έκαναν για εσάς. Τι άλλο θέλετε; Λυτρώστε τους, σταματήστε το μαρτύριό τους!»

Ο πισθάγκωνα δεμένος ερημίτης πρέπει να ‘ταν αυτός που συνέγραψε το χειρόγραφο, σκέφτηκα, μα δεν προνόησε, νόμισε πως με καλούς είχε να κάνει και τον παγίδεψαν.
Να βοηθήσει το ανθρωπινό γένος προσπαθούσε, ποιος ξέρει πόσο καιρό.
Αποφάσισα να τον βοηθήσω και όταν όλα τα άλλα όντα περιτριγύρισαν το πανέμορφο, ναζιάρικο όν, μπόρεσα να βρώ μια ευκαιρία και να τον πλησιάσω αθόρυβα, από το πλάι.

«Έλα φίλε μου, διάβασα το βιβλίο σου, το χειρόγραφό σου, δεν είσαι μόνος σου, ήρθα να σε βοηθήσω να ρίξουμε την τυραννία».

«Βοήθεια, καταραμένε διάλε! Έβαλες ό,τι μέσα έχεις για να με νικήσεις, όχι ρε, δεν θα τα καταφέρεις.
Βοήθεια πατέρα, έλα πιασ’ τον».

Η ομορφιά με τους παρατρεχάμενούς της πλησίασαν. Ένα από αυτά μίλησε:

«Τι φωνάζεις; Δεν έκανα εγώ τίποτα. Ποιος είναι ο έτσι;

«Έλα γιέ μου, τι με θές. Ποιος είναι αυτός και τι κάνει μαζί μας, είναι η όχθη αυτή για τους θεούς μονάχα;» ξεσπάθωσε η γυναίκα.

«Επαναστάτης ρε και τα ρέστα; Ωραία, δικός μας είσαι;» χάρηκε ο ερημίτης.

«Βοήθεια να σου δώσω, να λυτρώσουμε το ανθρώπινο γένος από την αδικία και να πάψει αυτή η κοροϊδία!» φώναξα και πάσχιζα να τον λύσω.

« Σαν και σένα μιλάει» επεσήμανε εκείνη.

«Τι μιλάς και δεν το κάνεις;» αγριεύτηκε ο ερημίτης.

«Αφού το θές, θα το κάνω» είπα και τους φαντάστηκα όλους τους σαν αγάλματα και τέτοια έγιναν.

«Ωραία, πάμε τώρα στους ανθρώπους , να τους πούμε το μυστικό, να τους φανερώσουμε την πλάνη, την καλά κρυμμένη αλήθεια»

«ΜΑ ΤΙ ΕΚΑΝΕΣ!!!!! « είπε ο ερημίτης και οι λέξεις που τον κρατούσαν δέσμιο χαθήκαν.
«Τους ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ έπρεπε να καταστρέψεις, όχι τους ΘΕΟΥΣ, ΒΛΑΚΑ!!»

και με μια κίνηση του χεριού του όλοι επανήλθαν στην πρότερη κατάστασή τους.

«Είναι επικίνδυνος» είπε η ομορφονιά σπάζοντας κάποια άλατα του αυχένα και κροταλιάζοντας τα δάκτυλα.
Ας τον καταστρέψουμε, είμαστε πιο δυνατοί από αυτόν.»

Το κατάλαβα πως είχε δίκιο.
Οι θεοί είχαν στήσει μια σκευωρία στους ανθρώπους και οι καλοί ήθελαν να τους καταστρέψουν για να τους γλυτώσουν από τα βάσανα, ενώ οι κακοί τους κρατούσαν ζωντανούς σαν παιχνίδια.

Έλυσα το αίνιγμα!
Καιρός ήταν να αντεπιτεθώ πριν χάσω τα πάντα

15. Η ΣΟΦΙΣΤΕΙΑ

«Είστε πιο δυνατοί, το ξέρω και το ξέρετε θεοί. Μα έχω μια ερώτηση μόνο να σας κάνω πριν με αποτελειώσετε»:

«Ο θεός έφτιαξε τον άνθρωπο ή ο άνθρωπος τους θεούς του;
Ή αλλιώς ποιος έχει πιο μεγάλη σημασία, ο θεός για τον άνθρωπο ή ο άνθρωπος για το θεό;
Αν ο άνθρωπος έχει μεγάλη σημασία για το θεό είναι επειδή χωρίς υφισταμένους δεν νοείται προϊστάμενος, χωρίς υπηκόους δεν υπάρχει βασιλιάς.
Έτσι αν ο θεός δεν έχει σημασία για τον άνθρωπο-που το ακούμε καθημερινά- τότε ο άνθρωπος κάνει χωρίς θεό, αλλά ο θεός όχι χωρίς άνθρωπο.
Τι λέτε;
Σκεφτείτε το και τα λέμε!»

είπα και αποχώρησα εν μέσω βαθυτάτης σιωπής και κατόπιν εντόνων διαξιφισμών.
Οι διαφορετικές γνώμες μεταξύ θεών και ανθρώπων οδηγούν σε αντιπαραθέσεις, ρήξεις και αν είναι θεμελιακές σε εξοντωτικές συμπεριφορές, κάτι αντίστοιχο με το μακελειό που ακολούθησε στο ξέφωτο.
Οι θεοί και το γύναιο πιάστηκαν στα λόγια, στις σοφιστείες μου, στα σημεία, μεταπήδησαν στα χέρια και αποτελειώθηκαν μοναχοί τους αφήνοντας μόνο ένα μικρό άγνωστο όν, παιδί κάποιου θεού και της ομορφονιάς.

16. Η ΟΝΤΙΤ

Στις επόμενες μερικές επισκέψεις μου μπόρεσα να εξασφαλίσω τις συνθήκες για την ασφαλή μεταφορά του στον κόσμο μου τον επίγειο. Το έμαθα να αγαπά τους ανθρώπους με τα λάθη και τα σωστά τους, τελείως ελεύθερους να αποφασίζουν για τη μοίρα τους, σχεδόν όλους και να κρατά χαμηλό προφίλ, γιατί για τους ανθρώπους η χαρά είναι συνώνυμο της λύπης και η λατρεία με την σταύρωση.
Σταμάτησε να παίζει στο πλαστήρι του κόσμου πειράζοντας τις δόσεις των ψυχών και περιόρισε όποιες θεώρησε αχρείαστες, για να δημιουργήσει η επόμενη γενιά την επί γής ουτοπία.
Έχοντας τη μικρούλα από δίπλα, παράτησα τη μοναξιά μου και τον κατά σπηλιά εγκλεισμό μου, παίρνοντας απόφαση να ξαναγυρίσω στη ζωή αναγεννημένος, μετανοημένος, νέος άνθρωπος με παρέα που πήρε τη μορφή μιας αιώνιας έφηβης και ονομάσθηκε Οντίτ, μιας και ταίριαζε με το παλιό της.
Ένιωθα, και ήμουν μάλλον, ο πλουσιότερος σε εμπειρίες από τους ανθρώπους, με δύναμη τεράστια, που μην ξέροντας πώς να την διαχειριστώ, την άφησα βαθμιαία να ατροφήσει, κοινότερος, ανάμεσα στους κοινούς
Με μια τέτοια μέτρια μορφή από τότε γυρίζω, μέσο ύψος, κοιλίτσα ευμάρειας, ντεγκραντέ φαλάκρα και ελαχίστη μυωπία παρέα με την μικρή Οντίτ, πλέον από μένα υιοθετημένη.
Παντρεύτηκα την κερασομαλλούσα, υπεύθυνη πωλήσεων και μάρκετινγκ στο καφωδείο που με τον καιρό άνοιξα, για να ζήσουμε οι τρείς μας για μερικά χρόνια στιγμές άπειρης συντροφικότητας και αγάπης, ώσπου κάποτε αποφάσισα να τις ταξιδέψω τις δυό αγαπημένες μου, σε τόπους παλιούς γνωστούς και δοκιμασμένους.
Πήραμε το πρώτο τρένο, το πρώτο πλοίο, τον πρώτο δρόμο που μας άρεσε.
Μείναμε σε ξενοδοχεία, σε φίλους, σε πανδοχεία, στο ύπαιθρο.

17. ΣΤΑ ΙΔΙΑ ΜΕΡΗ

Το φρύδι του κόσμου αχνόφεγγε στο βάθος της επιθυμίας μου και αφήνοντας το καλύτερο για το τέλος εκδράμαμε εκεί, με μια ενθουσιασμένη κερασομαλλούσα που θα μετείχε στην πρότερη από αυτή ζωή μου και μια Οντίτ, με ξυνισμένα μούτρα.
Ήθελε βλέπεις σεξ, παραλία, ποτά και clubs, όχι απαραίτητα με αυτή τη σειρά, σαν όλα τα κορίτσια της ηλικίας της, τόσο έφηβη μα και αιώνια συνάμα, που ήθελε να αναπληρώσει όλα όσα είχε χάσει στην αποστειρωμένη, τέλεια, πνευματιστική ζωή.
Δεν μιλήσαμε ποτέ πριν με την κερασομαλλούσα για το παρελθόν της, άλλες ιστορίες περισσότερο αληθοφανείς κάλυψαν τα κενά της ιστορίας της, μιας και δεν ήταν κάτι εύκολο κάποιος να το δεχτεί, χωρίς να φρίξει ή να καλέσει τους κυρίους με τα άσπρα ρούχα.
Πήγαμε φθινόπωρο.
Είμαι σίγουρος πως κανείς δεν θα το πιστέψει, μα πετύχαμε ένα γερασμένο γαϊδούρι να πηγαίνει μπροστά και να ακολουθεί ένα μικρό, χαρωπό σκυλάκι, τρελά παιχνιδιάρικο που όσην ώρα το γαϊδούρι αργούσε για να του δώσει η σβούρα σημασία, έραβε βόλτες σταυροβελονιά κάτω και γύρω από τα πόδια του.
Θυμήθηκα με νοσταλγία 20 χρόνια πριν όταν ανέβηκα στο βουνό ετούτο για πρώτη φορά.
Το μονοπάτι ήταν το ίδιο, μα πιο χαμηλά υπήρχαν παντού ξενοδοχεία.
Απόρησα.
Δεν ήμουν σίγουρος ότι θα τον συναντούσα εκεί πάνω, μα το πάντα αλλόκοτο ζευγάρι πήγαινε εκεί πάνω, χωρίς οδηγό, χωρίς καφάσια, μόνο ένα κουτί delivery, «η κυρα Θάλεια».
Αυτό και αν ήταν ενδιαφέρον!.
Όταν φτάσαμε πάνω, τους έδειξα τον πέτρινο θρόνο που ακόμα δέσποζε στο άκρο του γκρεμού.

«Ευτυχώς» σκέφτηκα, μόνο ο τρόπος της μεταφοράς των αγαθών άλλαξε, τα γερόντια θα διατήρησαν το χρώμα, το ήθος και την παράδοσή τους».

«Καλησπέρα σας»

μας υποδέχτηκε ένας καλογυμνασμένος νεαρός, με μυστήριο χαμόγελο και φιλήδονο βλέμμα.

«Καλώς ορίσατε στο ερωτόβιό μας. Επιλέξατε παρακαλώ από το δειγματολόγιο, τον χώρο που επιθυμείτε, εκτός και αν θέλετε να σας ξεναγήσω σε όλες τις σπηλιές ξεχωριστά».

Η Οντίτ γρήγορα αναθάρρεψε μόλις τον είδε μα γρήγορα απογοητεύτηκε όταν τον είδε να με γλυκοκοιτάει.

«Πάει καιρός από τότε που πειραματιζόμουν» του είπα όταν με φίλησε στιγμιαία στα χείλη και μου δάγκωσε το κάτω.

«Κοίτα τη μικρή πως σε βλέπει. Μη χάνεις ευκαιρία, δεν θα ξαναζήσεις κάτι τέτοιο, trust me!»

«Αν συνηθίσεις το σουβλάκι, το σάντουιτς μόνο του δεν σε καλύπτει.

Βέβαια, στην πορεία άλλαξε γνώμη, μετά από μια δοκιμή, που επαναλήφθηκε πλειστάκις.
Ο γέροντας όταν χάθηκα νόμισε ότι σκοτώθηκα από τα βράχια και μιας που χάθηκε η τελευταία του ελπίδα για πνευματική τελειότητα, άλλαξε τροπάρι και είπε να δοκιμάσει το πραγματικό νόημα της ζωής, με το κυνήγι της ηδονής, τις υλικές απολαύσεις στο έπακρο, τη διαστροφή και την ακολασία και όλα αυτά τα καλώς απαγορευμένα, για να ‘ναι πάντοτε αυθάδικα αναζωογονητικά.
Τον βρήκαμε με δυό νεαρούς αγκαλιά να χαίρεται τα χάδια και τον ερωτισμό τους.
Η Οντίτ αδιαφόρησε και πιασμένη από την κουπαστή μιας σπειροστριφογυριστής σκάλας κατέβηκε στην παραλία για μπάνιο προσπερνώντας τον σαρακοφαγωμένο βράχο.
Σε κάθε γύρισμα συναντούσε και το άνοιγμα μιας σπηλαιικής σουίτας, ενώ παραδίπλα η πρόσβαση γινόταν με κομπιασμένο σκοινί για τους σκληροπυρηνικούς και με εξωτερικό διάφανο ασανσέρ για τους καλομαθημένους.
Η κυρά Θάλεια παράτησε τη στάνη και στη θέση της έστησε καντίνα, που προμήθευε τσιγάρα, λουκάνικα και νερά στους τουρίστες, που έρχονταν από όλες τις μεριές της γης να θαυμάσουν το περίεργο κοινόβιο-ερημητήριο:

«ΤΟ ΦΡΥΔΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ»

Ο γέροντας χάρηκε που με είδε, μα δεν το 'δειξε γιατί δεν ήξερε για την παρέα μου, ποιες ήταν και τι ρόλο έπαιζαν.
Μου 'δωσε τη σπηλιά του για φιλοξενία, που είχε διαπλατυνθεί για να χωρά μια υπέρδιπλη κρεββατοκάμαρα-για τα γούστα του- και μια τρύπα στο βάθος του βράχου για wc, ενώ παραδίπλα υπήρχε τρεχούμενο νερό.
Η καλή μου κατέβηκε με τον παραδοσιακό τρόπο, αράχνη στο στοιχείο της, ενώ εμένα η καθιστική πλέον ζωή και τα μπυρόνια με είχαν καταστήσει αρκετά βαρύ για να με αντέξω.

Η μορφή του ήταν η ίδια, λίγο πιο γερασμένος, μα με χαμόγελο πλατύ, κοντό αραιό λευκό γενάκι και χαϊμαλιά στο λαιμό.

«Είχα αφήσει τις κεραίες μου ανοιχτές τόσα χρόνια και απόκριση δεν μου 'δωσες ρε κουτορνίθι»,

μου έπεψε τηλεπαθητικά.

«Καλησπέρα γέροντα»

του 'πα και του 'τεινα το χέρι. Μπορεί και να 'ταν η πρώτη φορά που θα τον άγγιζα.
Με έσφιξε μέσα στη χερούκλα του που είχε πλέον μαλακώσει θωπεύοντας όμορφα νιάτα.

«Σαν τα χελιδόνια, ούτε κατάλαβα πότε ήρθε, ούτε πότε έφυγες. Νόμισα ότι χάθηκες στα βράχια».

«Όχι, απλώς έβαλα φραγή, γιατί ήθελα να αλλάξω ζωή» του απάντησα τηλεπαθητικά.

«Όχι, απλά έπρεπε να φύγω και έριξα μαύρη πέτρα πίσω μου»

ακούστηκα να λέω

«Θυμάσαι τότε που ετοιμαζόμασταν για κάποιο ταξίδι; Τι απόκαμες;»
«Τι να σου πώ, δεν θυμάμαι, πάνε τόσα χρόνια. Περασμένα ξεχασμένα..»

«Και εγώ που νόμιζα ότι θα θυμόσουν το χειρόγραφο!»

«Α,αα αυτό, ναι κάτι θυμάμαι, πως είχα φτάσει να διαβάσω καναδυό σελίδες, αλλά μου φάνηκε δύσκολο και τα παράτησα.
Ας’ τα γέροντα και μην τα σκαλίζεις.
Μάλλον δεν είχα τις αντοχές, που έχεις εσύ τώρα, του είπα με νόημα στους πιτσιρικάδες..
Αυτή είναι ζωή, πραγματική αυτή που ζούμε, αυτό το νόημα, σέξ για σένα, έρωτας για μένα, να μπορείς να αρκεστείς σε αυτά που έχεις».

«Σαν σωστά να τα λες κουτορνίθι, άλλαξες μου φαίνεται πολύ, ίσως ήρθε η ώρα να σου ζητήσω να μου αλλάξεις εσύ μυαλά, για να μπορέσω να βρώ τη γαμημένη την ισορροπία που μου λείπει».

«Για να ισορροπήσεις γέροντα, κλείσε όσες πόρτες άφησες ανοιχτές εν μια νύκτια και ξανάβαλε την κυρά Θάλεια στη ζωή σου, δίνοντας την ευκαιρία αυτή και μόνο σε σένα».

18. ΚΛΕΙΣΙΜΟ

Μετά από μερικές μέρες ρηλάξ στο φρύδι, επισκεφθήκαμε το υποκατάστημα του καφωδείου στα αμπέλια, της μυτιλήνης, που ήταν το μόνο που σέρβιρε αναψυκτικά και ποτά στην παραλία πάνω σε βιβλία που σου χάριζε χειρόγραφες συγγραφικές απόπειρες, φερέλπιδων νεαρών που στέφθηκαν κάποια στιγμή με παταγώδη εμπορική αποτυχία.
Η επικοινωνιακή αυτή κίνηση είχε τέτοια επιτυχία που εξαπλώθηκε σαν μόδα σε όλο τον κόσμο και το βιβλίο- μοναδικό έργο τέχνης μακριά από αντιγραφές και επανεκδόσεις επανεκατέλαβε τη θέση του ψηλά στην εκτίμηση του αναγνωστικού κοινού, που άρχιζε να επικοινωνεί πραγματικά, ανταλλάσοντας όπως τα μικράκια φύλλα και φακέλλους αλληλογραφίας πάλαι ποτέ.
Ο γέρος με την κυρά Θάλεια προσπάθησαν να δοκιμάσουν πάλι τη μεταξύ τους σχέση αλλά μετά από πολλά ωθημένα και κανιβαλλιστικό έρωτα, δεν άντεξαν, ξαναχώρισαν ερωτικά, μα έμειναν μαζί στη σπηλιά του σαν δυο καλοί φίλοι από τα παλιά , με γαλήνη πλέον και την πολυπόθητη ηρεμία μέχρι το τέλος τους.
Το όνομά του ποτέ δεν το ‘μαθα.
Ποιος ο λόγος άλλωστε;

Η Οντίτ είχε εντολές να μας θάψει χωρίς πολλές τυμπανοκρουσίες και με την προϋπόθεση να μην μας επανέφερε σαν όλα τα βαμπίρ ζωάκια της όταν πέθαιναν.
Έπρεπε επιτέλους να ζήσει και αυτή σαν φυσιολογικός άνθρωπος, έστω και μετά από μερικούς αιώνες παραπάνω από την ηλικία των 36, που κράτησε για πολλά χρόνια.
Η κερασομαλλούσα έμαθε την αλήθεια λίγο πρίν το τέλος μας, άφησε ένα χαμόγελο και με τσίμπησε απαλά στο χέρι.
¨Κωλόγερε¨ πρέπει να με είπε αλλά ήταν καιρός να σεβαστώ τη υπόληψη και την τιμή ενός μελλοθάνατου-εμένα- και αποφάσισα να μην το συγκρατήσω.

Παρακαλώ για τρίτη και ελπίζω τελευταία φορά την Οντίτ, να μας αφήσει να κλείσουμε ειρηνικά τα μάτια μας και να διαβούμε το φωτεινό μονοπάτι, γιατί στο τέλος από το πολύ πέρα δώθε θα γαμηθεί το ασανσέρ και δεν ξέρω αυτός εκεί με τα κουπιά μην φέρει καμία επιθεώρηση εργασίας και καταγγείλει τη σύμβαση του..

Καλή μου Οντίτ, σε χαιρετώ και γλυκοφίλησέ με, σου υπόσχομαι να μην κρυώνω και να προσέχω.

Δεν ξέρω αν θα γράψω και άλλα.
Ελπίζω πως όχι.
Για τελευταία φορά ζωή σε σας
Ελπίζω να πεθάνω.

ΤΕΛΟΣ?



26.6.07

LAURUS NOBILIS

Μεσημέρι σαββάτου, το τηλέφωνο χτυπάει και ξέρω πως δεν είναι για μένα.

Οι φίλοι και οι γνωστοί πέθαναν μιας κοπέλας καιρό πρίν και ο μόνος φίλος από τα παλιά παραθερίζει στο πατρικό του, δηλαδή δουλειά και διάβασμα.

Δεν είναι για μένα, σίγουρο αυτό , κανένας δεν παίρνει αυτό το νούμερο πλέον, δεν έχει κάποιον να βρούν, κάποιος που να θέλει να βρεθεί, δεν το σηκώνω.

Το κουδούνισμα συνεχίζει, ευκαιρία για ένα τίμιο διάλειμμα, κρύο νερό και ένα κομμάτι απ' τη χθεσινή πίτσα.

Νωχελικά σηκώνεται το βαρύ κεφάλι κουβαλώντας τόμους επιστήμης που θα ξεχάσει με την πρώτη ευκαιρία, προσπερνώ την ουρά του φιδιού που με καλεί, μα κινούμαι αντίρροπα. Και αν;

Αν…Αν…θα το σήκωνα,
θα μίλαγε,
θα ρωτούσε δεν θα λάβαινε απόκριση
και θα το έκλεινα σιγά, περισώνοντας καθυστερημένα όση αξιοπρέπεια μου έμεινε.

Αλλά όχι, το τηλεφώνημα αυτό ποτέ δεν θα γινόταν, όπως κάποτε και εγώ με τον καιρό θα το ξεχνούσα.

Το καντράν ακόμα αναβόσβηνε, το χέρι αντέδρασε αυθόρμητα, αν και του το ‘χα απαγορέψει, το σήκωσε και άκουσα τη φωνή μου να απαντάει.

-Παρακαλώ;

-Καλησπέρα, ενοχλώ; μια γυναικεία φωνή όλο υγρασία ακούστηκε, εκπνέοντας μια παρεστιγμένη ρουφηξιά απ' το τσιγάρο της .

Άγνωστη, καθόλα.

-Καθόλου, τι γίνεσαι;

-Ζεσταίνομαι, εσύ;

-Διάβαζα να περάσει η ώρα.

-Τι διάβαζες;

-Πές μου για σένα

Έκλεισα το πατζούρι και στο ξαφνικό ημίφως βυθίστηκα σε νάρκη.
Άρχισε να λέει για τη ζωή της, τον άντρα της που όλο και απομακρύνονταν, τα παιδιά με τα φροντιστήρια και τα έξοδα που τους ζόριζαν, για τις ανταύγειες που έκανε και άλλαξε η ψυχολογία της, για τη δουλειά που την καταπίεζαν να δουλεύει ως αργά το βράδυ.

-Τι δουλειά είπαμε πως κάνεις;

-Γραμματέας σε μια μικρή επιχείρηση.

Λογικό, μέχρι αργά.

Μιλούσε για ένα θέμα τη φορά, κατάπινε αύτανδρο το τσιγάρο μέχρι γόπας και συνέχιζε τη σκέψη της αλλού, σίγουρα θα το μετάνιωνα αν δεν το ‘χα σηκώσει. Δεν ήταν ενοχλητική, καθόλου, ούτε ελκυστική, κάποτε θα ήταν αφορμή για ερωτικές συνευρέσεις, όχι τώρα, που ακόμα πάσχιζα να κοιμηθώ τα βράδια μέχρι κοντά στο ξημέρωμα .
Είχα όλο το χρόνο να την ακούω, να ακούω έναν άνθρωπο να μιλά χωρίς να μου ζητά τίποτα, ούτε καν την προσοχή μου, να μου μιλά χωρίς να νοιάζεται αν την ακούω, ήμασταν το τέλειο ζευγάρι.

Κάποια στιγμή μου ζήτησε να περιμένω και έβαλα μια παγωμένη βυσσινάδα για μένα, τη συμπυκνωμένη που μου θύμιζε νοσοκομείο αλλά ξεδίψαγε σαν ποτιστήρι.

-Άργησα;

Διόλου , ίσως μερικά χρόνια, όταν ψαχνόμασταν οι πιτσιρικάδες στις γειτονιές να γίνουμε άντρες.

-Η σειρά σου Θα ήταν άτιμο αν δεν το' έλεγα, μα δεν είχα σκοπό να την προσβάλω.

-Να σε ρωτήσω κάτι;

-Ρίχτο

-Ξέρεις οτι πήρες λάθος;

...καπνός αργόσυρτος μέσα από δόντια και χείλη .Εσύ θα μου πείς

-..Όχι, όχι, εγώ ξεχάστηκα. Που λές….

Δεν είχα πει την ιστορία μου σε κανένα, δεν είχα γράψει ακόμα ούτε λέξη, τη ζούσα και τα είχα όλα στο μυαλό μου, κάθε μέρα κάθε βράδυ, που να υπάρξει χώρος για στατιστική και μαθηματικά, τα μόνα μαθηματικά που πίστευα τότε ήταν του ρασούλη, ένα και ένα κάνουν ένα, για να φτάσω στο τέλος της στροφής που ένα είναι ίσο με κανένα.
Δεν το οργάνωσα, ξεκίνησε η γλώσσα κάπου απ' την αρχή, ήξερε το δρόμο, δεν σκόνταψε πουθενά, σε δυό ανάμματα του αναπτήρα της είχα πεί όσα δεν είχα τολμήσει ούτε στον εαυτό μου να παραδεχτώ.

-Εσύ φταίς. Μια γυναίκα όταν αξίζει, πρέπει να την κυνηγήσεις.

Ήταν η ετυμηγορία της ύστερα από όσα άκουσε

-Δεν πειράζει, μην στεναχωριέσαι, οι μορφές αλλάζουν, ήσουν λίγος και δεν ήξερες. Τώρα που ξέρεις, μην σε αφήσεις να τη χάσεις, γιατί θα ναι μονοπάτι χωρίς γυρισμό.

Θέλησα ο βλάκας να πώ πως σε μια της φράση συνοψίστηκαν σκέψεις χρόνων μου, αλλά μου βγήκε αυτόματα

-Πως σε λένε;

-Δεν με λένε

Την άκουσα να σβήνει το τσιγάρο. Αυτό ήταν

-Ευχαριστώ για την παρέα

-Εγώ σε πήρα, εγώ ευχαριστώ, δεν θα με ξανακούσεις. Θυμήσου τι σου είπε μια γυναίκα.

Τουτ, τουτ

Στο σκοτεινό χειμαδιό μου έμεινα ώρες πολλές να σκέφτομαι τα λόγια της που με αφορούσαν, η μέρα μπλέχτηκε πάλι με τη νύχτα και όταν επέστρεψαν σαν κάθε βράδυ όσα με στοίχειωναν, είχα τα λόγια μια γυναίκας για ξόρκι και ο πυρετός μου άρχιζε να πέφτει, ελπίδα ανάρρωσης.

Πάντα ήμουν ετεροχρονισμένος με την εποχή και τη ζωή μου. Δεν με πείραζε που έμπαινα στο νόημα όταν ήταν πλέον αργά, μόνο για τη ζωή μου που δεν την πήρα ζεστά και με ξέχασε, ναι αυτό με πείραζε.

Έπρεπε να τελειώνει κάτι για να το κρίνω για σημαντικό ή όχι και με την ανασφάλεια του τέλους έχασα πολλή απ’ τη ζωή μου.
Τότε άρχισα μάλλον να συνέρχομαι, ή μάλλον ο ύπνος ερχόταν όλο και πιο ανώδυνος, μέχρι που μια μέρα συνειδητοποίησα πως δεν μου ‘χε μείνει μελαγχολία μέσα μου και πως ξανάγραφα της ζωής μου τις σελίδες.

Έχοντας καταργήσει βιβλιοθήκες και ράφια, είχα για καιρό τα βιβλία μου όλα σε μικρές στοίβες τριγύρω στο δωμάτιο να ξαποσταίνουν οι αόρατοι φίλοι μου και ο σταμάτης.

Αν δεν ήταν ο σταμάτης θα ανέβαζα τον μέσο όρο διάρκειας σπουδών της σχολής, γιατί ήταν από τους ανθρώπους που 'θελαν να ζήσουν, με στόχους και σκοπούς ρεαλιστικούς, με σκονάκια, γκομενίτσες, μπουζουκάκια και τα λοιπά.

Είχα το μηχανάκι, είχε την όρεξη, μέναμε κοντά και επενδύαμε τον χρόνο και τους οβολούς μας στα μπιλιάρδα, τιμώντας τον ευκλείδη και το νεύτωνα, παρέα με τις ξανθιές που τις πίναμε δύο δύο.

Παρέες σιγά σιγά, ήταν υπεύθυνος του προγράμματος επανένταξής μου. Του το αναγνωρίζω τώρα.

Σε κάποια απ’ τις στοίβες είχα τα βιβλία τα προς ανάγνωση, από τακτές επισκέψεις μου σε εκθέσεις βιβλίων.
Ξεκινούσα από το πρώτο γκισέ μέχρι το τελευταίο διαβάζοντας από μια παράγραφο έως μια σελίδα από κάθε βιβλίο που υπήρχε και αν έβλεπα πως με ανατρίχιαζε-και τα οικονομικά μου το επέτρεπαν- το αγόραζα.

Η ανατριχίλα-σπασμός πάντα ήταν αδιάψευστος κριτής ότι κάτι μου άρεσε, από μια μουσική, ένα έργο, έναν έρωτα. Δεν με διέψευσε ποτέ, μόνο εγώ στάθηκα λίγος, ενεργώντας που και πού, χωρίς το πρόσταγμά του.

Για μια στιγμή χαλάρωσης είχα διαλέξει δυό τρία βιβλία από τις στοίβες με τα αδιάβαστα, σε ένα παγκάκι δίπλα από τη θάλασσα, για ήσυχο και ασφαλές ταξίδεμα.

Και ξάφνου το βρίσκω, ένα κομμάτι χαρτί διπλωμένο στα δύο να γράφει

Πάρε με όποτε μπορέσεις, 210#34334#, Δάφνη

Δεν είχα γνωρίσει ποτέ καμία με αυτό το όνομα, δεν ήξερα κανένα από τη Δάφνη, το βιβλίο σαν το πήρα δεν πρέπει να το είχε μέσα, αλλά και όρκο δεν έπαιρνα.
Τι σημασία είχε εξάλλου, το μήνυμα δεν αναφερόταν σε μένα, συνέχισα το διάβασμα.

Το βιβλίο ήταν υπέροχο, μα ο νούς μου ξεστράτιζε, παρακολουθούσα τις λέξεις, αλλά δεν έλεγα να μπώ μέσα τους.

Ήταν σίγουρα γυναικείος ο γραφικός χαρακτήρας, γράμματά μεγάλα, ολοστρόγγυλα, χωρίς έπαρση και θυμό με βιαστικές καλλιγραφίες, ήρεμα, πράα σαν ειλικρινή, καμιά σχέση με τα δικά μου ή όσων γνώριζα.

Ας το καλύτερα.

Στο δρόμο για το σπίτι είπα να χαθώ λίγο στους δρόμους της μεγάλης πόλης, αγαπημένη μου συνήθεια από τα παλιά, για να σταματήσω σε μια ψησταριά.

-Συγνώμη φίλε από δώ για κέντρο πως πάω; ρώτησα τον τυλιχτή.

-Στο επόμενο φανάρι αριστερά και πάλι αριστερά για να πιάσεις την ηλιουπόλεως, ακολούθησέ την και θα σε βγάλει στο κέντρο.

-Η περιοχή εδώ;

-Δάφνη αδερφέ, δεν είσαι από εδώ; κράτησε 800 στο νεαρό , για το σουβλάκι και τη λεμονίτα. Κάτι άλλο;

Σίγουρα είχα ξαναπεράσει από δω, μα πάντα περαστικός, το μέρος δεν μου ‘λεγε τίποτα.


-Τα τηλέφωνα από τι νούμερο ξεκινάνε στην περιοχή;

-Από 6 τα παλιότερα και 9 τα καινούρια τα ψηφιακά.

Σιγά μην έπαιρνα. Μέσα σε μερικές ώρες καιρό το θέμα ξεχάστηκε, το βιβλίο κάπου καταχωνιάστηκε, η ζωή συνέχισε να μην κυλά ρούπι.

Ήρθε ο καιρός της συστηματικής βοτανικής, ξεχυνόμουνα και εγώ στις εξοχές, στους κήπους και στα περιβόλια των ανθρώπων να μαζέψω φύλλα, άνθη και μικρούς καρπούς, όχι με καμιά ιδιαίτερη ζέση, τα πιο κοινά, τα πιο εύκολα στην αναγνώριση.

Με λίγο κόπο είχα ήδη φτάσει τα σαραντακάτι, για την ακρίβεια σαράντα εννέα. Την άλλη μέρα θα εξεταζόμουν, ας τα είχα στρογγυλά πενήντα χα ήδη φτάσει τα σαραντακάτι, για την ακρίβεια σαράντα εννέα.

Το κάθε πρόβλημα έχει την αντίστοιχη λύση αν ξέρει που να ψάξεις, δεν χρειάστηκε πολλή σκέψη, είχα ήδη στην κουζίνα και ήδη αποξηραμένα φύλλα βάγιας.

Στην διαδικασία κατάταξης βρέθηκα κυκλωμένος από πολλά λατινικά τριώνυμα, γένος- είδος- οικογένεια, ότι θεώρησε ο Λιναίος ότι έφτανε για να περιγραφεί ένα φυτό με μοναδικό τρόπο.

Η βάγια δεν ήταν η επίσημη ονομασία του φυτού, μάλλον κοινή γιατί δεν υπήρχε στις κλείδες μου, μόνο στην καινή διαθήκη.

Ήταν η δάφνη και μάλιστα η ευγενική, LAURUS NOBILIS, ανήκοντας στην πιο ευγενική οικογένεια, μαζί με την ελιά..

Κάτι κλώτσησε μέσα μου, το όνομα μου θύμισε εκείνο το χαρτάκι.

Είχε περάσει καιρός και στεκόμουν στα πόδια μου δυνατός.

Αποφάσισα να το καλέσω, έτσι για χάρη της σύμπτωσης, ποιος ξέρει…

Μου έλειπαν δυό νούμερα όμως.

Πολλές φορές δοκίμασα χωρίς επιτυχία, δεν αντιστοιχούσε σε συνδρομητή, δεν υπήρχε καμία Δάφνη στο σπίτι, ούτε ήταν στην περιοχή της Δάφνης.

Η περιέργεια μεγάλωνε και παρόλο που έλεγα πως αυτή η φορά θα ήταν και η τελευταία, κάτι με έτρωγε να δώσω λύση στο μικρό μου μπέρδεμα.

Δεν μπορούσε να ήταν Εκείνη, δεν είχε κλειδιά, δεν μπορούσε να της άνοιγε η σπιτονοικοκυρά χωρίς να μου το πεί, δεν έπαιζε να ήταν φάρσα, δεν ήταν η γυναίκα που με πήρε τότε τηλέφωνο, δεν πήγαινε κάπου το μυαλό μου.

Κάποιος το σήκωσε.

-Παρακαλώ; φωνή ανδρική.

-Θα μπορούσα να μιλήσω με τη Δάφνη;

-Μια στιγμή, Δάφνη σε ζητάνε, ποιος είστε παρακαλώ;

-Θα προτιμούσα να μιλούσα με την ίδια πρώτα αν μου επιτρέπετε κύριε.

-Τι ρωτάς μπαμπά, δεν σου έχω πει να μην ανακρίνεις τους φίλους μου;
Παρακαλώ ποιος είναι;

-Πρίν σου πώ οτιδήποτε άλλο, να σου πώ πως δεν σε ξέρω. Λέγομαι κώστας και βρήκα σε ένα βιβλίο μου το τηλέφωνο αυτό, το όνομά σου και μια παράκληση να σε πάρω τηλέφωνο. Δεν είναι φάρσα.

-Ξέρεις κάτι, δεν είναι καλή στιγμή τώρα, αν μπορείς κάλεσε με αύριο μεσημέρι, πρέπει να φύγω. Το νούμερο το ξέρεις; τι σε έκανε να πάρεις πές μου μόνο.

-Η βοτανική σου ονομασία, της είπα και πιστεύω ότι κλείνοντας, την γέμισα απορία.

Κοπέλα ακούστηκε, πατέρας το σήκωσε, από δω θα 'ναι και να μην πάρω δεν τρέχει τίποτα, ας μην το ζορίσω, η φωνή της δεν μου ήταν γνωστή, το νούμερο επίσης.

Φύλαξα το χαρτάκι στην κωλότσεπη του τζίν και βγήκα για τσάρκα με το σταμάτη.

-Τι έχεις ρε: λάμπεις, έγινε κάτι;

-Τίποτα,

ο κρυψίνους ήθελα να το μοιραστώ μαζί της την επαύριο, γιατί όποτε καλοσχεδίαζα τα πράγματα έμενα προ εκπλήξεως.

Η επόμενη μέρα ήρθε, τι και αν κόπηκα στην εξέταση γιατί άργησα να σηκωθώ, το μυαλό μου εμένα ήταν αλλού, στην επιχείρηση δάφνη, που θα σηματοδοτούσε μιαν νέα εποχή για την κοινωνικότητά μου

-Παρακαλώ, η φωνή της ακούστηκε

-Καλησπέρα, ενοχλώ; ο κώστας είμαι που σου τηλεφώνησα εχθές.

-Όχι καθόλου. Τι γίνεσαι;

Με ξάφνιασε, δεν περίμενα να ήταν τόσο ανοιχτή

-Μια χαρά εσύ;

(Kλείσ' τον τον αλήτη, θα του δείξω εγώ να παίρνει φάρσες, στην αστυνομία, το τηλέφωνο παρακολουθείται να του πείς) ο πατέρας της ωρυόταν από μέσα.

-Μπαμπά, σε παρακαλώ, άσε με να το αντιμετωπίσω μόνη μου.

Ώχ, τη βάψαμε, θα με τρέχουν για κανά ανώμαλο.

-Συγνώμη, της είπα, μάλλον ενοχλώ και πολύ μάλιστα. Δεν θέλω να σε φέρω σε δύσκολη θέση, πήρα μόνο για να πάρω μιαν απάντηση.

-Μην κλείσεις, εγώ ζητώ συγνώμη για τις φωνές που άκουσες, ο πατέρας μου νομίζει πως είσαι κορτάκιας και επικίνδυνος. Είσαι;

-Θα μπορούσα να ΄μαι, μα σίγουρα όχι αποτελεσματικός, όσο για το επικίνδυνος μόνο για τον εαυτό μου.

-Σε πιστεύω, είπε και την άκουσα να χαμογελάει.

-Είμαι φοιτητής…. μένω…είμαι από….συχνάζω….διάβαζα το…και βρήκα το χαρτάκι…πέρασε λίγος καιρός....η βαγία…. Ευγενική….τηλέφωνο..


-Και αν ήσουν κορτάκιας τι άλλο θα έλεγες;

-Πάνω κάτω τα ίδια, όλα αυτά που μας χαρακτηρίζουν, αλλά δεν λένε τίποτα για εμάς.

-Δεν με βοηθούν όλα αυτά τα στοιχεία, να σου πώ για μένα;

-Αν θες;

-Είμαι φοιτήτρια…..από….μένω στο ….συχνάζω….και δεν ξέρω, σου λέει κάτι από αυτά;

-Δυστυχώς όχι.

-Πως μοιάζεις; μπορεί να σε θυμηθώ από το παρουσιαστικό σου

-Δεν νομίζω, δεν είμαι που εμπνέει μεγάλα πάθη ούτε είμαι αξιοπρόσεχτος. Δεν ξέρω αν θα 'θελες να βρεθούμε, αν μη τι άλλο για να σου δείξω το χαρτάκι της ιστορίας και να σε δώ .

-Θα το ‘θελα

-Και οι δικοί σου; μην σε φέρω σε δύσκολη θέση

-Ήδη μ’ έχεις φέρει, δεν πειράζει, άσε εμένα να ανησυχώ για τους δικού μου, εξάλλου έχω το τηλέφωνό σου, ο πατέρας μου είναι διαιτητής σε αγώνες πυγμαχίας, δεν νομίζω ότι θα έκανες κάτι να τον νευριάσεις.

- Το ότι υπάρχω νομίζω ότι του είναι αρκετό. Θα σε πάρω εγώ;

-Όχι, άσε με να σε πάρω εγώ αύριο μεθαύριο, όταν βρώ το χρόνο

-Οκ.

...........

-καλησπέρα, ο κώστας;

-Έλα δάφνη , τι γίνεσαι;

-Έχεις χρόνο για μένα σήμερα;

Aν έχω;
δεν έκλεισα μάτι όλο το βράδυ από την προσμονή, που να σου πώ πως σήμερα σιδέρωσα, μαγείρεψα, σφουγγάρισα το μωσαϊκό και έτριψα το μπάνιο με οδοντόβουρτσα, τη δική Της, για μικρή εκδίκηση, δική μου.

-Ναι, το απογευματάκι είναι μια χαρά για μένα.

-Που θες να βρεθούμε, για ένα καφέ;

-Tι καλύτερο από το κέντρο; Στο μετρόπολις απ' έξω, σαν τους επαρχιώτες στον μπακάκο;

-Πως θα σε γνωρίσω;

-Θα δεις έναν κοντό, χοντρό με ξυρισμένο κεφάλι και μπλούζα Metallica , θα 'μαι αξύριστος, με ένα τριαντάφυλλο για σπάσιμο. Εσύ;

-Θα φοράω μια τσάντα φωτογραφική, τα λέμε στις πέντε.

θα φοράω, τσάντα, η κοπέλα πρέπει να ναι σουρεάλ ή κάτι άλλο εννοούσε.

Είχα χρόνια να φορέσω το λευκό μου πουκάμισο, μάλλον από τότε που δούλευα σαν σερβιτόρος και το αγαπημένο μου έγινε το χειρότερό μου, αλλά σήμερα το ήθελα.

Τα αθλητικά τότε ήταν της μόδας ακόμα, από το 80 και μετά πότε ζήτα ελλάς με χράτς, πότε nike και addidas σαν οι ελιές απέδιδαν και τίποτα strike αν υπήρχε αναδουλειά.
Τα τωρινά all star δεν είχαν περιέλθει σε αξιοθρήνητη κατάσταση, σκισμένα ταλαιπωρημένα με φυσιολογικό τρόπο, ήταν ακόμα άποψη.

Ντυμένο, στολισμένος κουφέτο, ο αμελής αξύριστος έλαμπα μετά την επενέργεια του ξυραφιού και του αφτερσέηβ μπάλσαμ, άρε μάνα που 'σαι να δείς το γιό σου που ενανθρωπίστηκε.

Στο μετρόπολις έφτασα καμιά ώρα πρίν, το ποτάμι του ιδρώτα αντιμετωπίστηκε με την προσποίηση αγοράς νομίμου cd από το εν λόγω κατάστημα, αν και τελικά δεν το γλύτωσα γιατί βρήκα μια δουλειά που με έψαχνε καιρό να την αγοράσω, άρα ξεκινούσα μείον 3000 αγαπημένες δραχμούλες.

Είχα την εντύπωση πως άκουγα πουλάκια στο βρωμερό κέντρο, πως τα χρώματα στις βιτρίνες άνθιζαν και ο κόσμος παρατηρούσε την χαρούμενη προσμονή μου με συνενοχή και έσπευδα να μοιράζω αφελή χαμόγελα στους περαστικούς

Πέντε παρά είκοσι και να τη έφτασε.

Πανύψηλη, πανέμορφη, αέρινο θηλυκό, παντοδύναμη γυναίκα, με φόρεμα ριχτό που κολάκευε τον άνεμο στο πέρασμά της. Στάθηκε δίπλα μου κοιτώντας το ρολόι, χωρίς τσάντα, με ένα δισάκι στο ώμο.

Μπορεί να μην ταίριαζε στον τύπο της για σήμερα σκέφτηκα, μα δεν έκανα ακόμα την κίνηση μου.

Είχαν μαζευτεί κανα δυό παλικάρια όπως με είχα περιγράψει, που να το 'ξερα γαμώτο μου οτι όλοι εκεί θα 'διναν ραντεβού απ' τα συγκροτήματα, θα τους έβλεπε και μπορεί να μην φανερωνόταν καθόλου, απλώς να προσπερνούσε και να χανόταν.

Το σημάδι σκέφτηκα, τι της είχα πεί, ααα ναι είχα στα αστεία μιλήσει για το τριαντάφυλλο, μα πού να βρείς στο κέντρο τριαντάφυλλο, τα ανθοπωλεία κλειστά λόγω ωραρίου και εγώ δεν είχα χρόνο για χάσιμο, να τρέχω στα ψαχτά μπας και βρώ κανένα ανοιχτό.

Μια εντούρο σταμάτησε και η κοπελιά κεράστηκε από τον τυχερό ένα φιλί που του ξεφούσκωσε τα λάστιχα προτού θορυβωδώς χαθούν μέσα στην κίνηση. Κρίμα και ήταν ωραίο όνειρο όσο διήρκεσε.

Ήταν παρά δέκα και φάνηκε να φτάνει ένα πλάσμα μουτρωμένο, μακάρι να μην ήταν αυτή. Σώμα εγκλωβισμένο σε στενότερο νούμερο, λες και δεν το πρόσεχαν χειρότερα όλοι έτσι, τόσο ασφυκτικά που σου προκαλούσε δυσφορία. Κάπνιζε και ξεφυσούσε κοιτάζοντας το ρολόι της και πότε πότε εμένα και τους άλλους στημένους.

Ένα κοριτσάκι φάνηκε να περνά πουλώντας μανουσάκια, το είχα μάθει την προηγούμενη μέρα, εμείς τα λέγαμε σπέτσες, αλλά αν το έλεγα δεν νομίζω οτι θα με περνούσαν στο μάθημα.
Αλήθεια, αύριο έδινα άλλο ένα μάθημα, σχεδόν αδιάβαστο, εύκολο αλλά αδιάβαστο, δεν με έπαιρνε για πολυτέλειες και σπατάλες χρόνου, μα η περίπτωση ήταν ειδική, έφτιαχνα το παρόν και το μέλλον μου.

-Κοριτσάκι έχεις άλλα λουλούδια, τριαντάφυλλα;

Η μικρή με κοίταξε με μάτια που θα λύγιζαν λαμαρίνες στη ναυπηγοεπισκευαστική

-Μανουσάκια έχω μόνο, η αδερφούλα μου έχει τριαντάφυλλα, πάρτε καλέ κύριε, κάντε μου σεφτέ, δεν έχω δώσει ούτε μάτσο και θα με βαρέσουν στο σπίτι.

-Καλή μου, τριαντάφυλλα χρειάζομαι, γιατί δεν θα με γνωρίσει αυτή που περιμένω.

-Θα πάρουμε δύο ματσάκια καλή μου, ένα για μένα και ένα για τον κύριο, ακούστηκε μια φωνή από πίσω μου γνωστή και ένα άρωμα λουλουδιών με κύκλωσε.

Απλή, καθημερινή, γλυκητάτη σε μια παντελόνα που έδενε ψηλά με τιράντες και ένα φουλάρι μωβ στο κεφάλι

-Δάφνη;

-Γεια σου, αυτό για σένα, ευχαριστώ για τη σκέψη πάντως.

-Μα σου είχα υποσχεθεί τριαντάφυλλα

-Άσε καλύτερα, γιατί κουβαλάνε τα καημένα τόσους συμβολισμούς που χάνουν την ομορφιά τους, εξάλλου και αυτά ωραία είναι. Γειά σου μικρούλα,

είπε στο γελαστό πλέον κοριτσάκι και πλήρωσε από την μικρή φωτογραφική της θήκη.

-Αυτή είναι η τσάντα που έλεγες; Σίγουρα δεν θα την πρόσεχα τόση που είναι

-Είναι αγαπημένη, δώρο του πατέρα μου. Που πάμε;

-Όπου θές, ο τόπος είναι γεμάτος καφέ, εκτός αν θές να κάνεις κάτι λίγο διαφορετικό με έναν άγνωστο.

-Όπως;

-Έχει στο πεδίο του άρεως την έκθεση βιβλίου και θα 'θελα να πάω, τι λές, πάμε;

-Καλή ιδέα, μια στιγμή μονάχα να ακυρώσω κάτι.

Πήγε στο περίπτερο να πάρει ένα τηλέφωνο και στεκόμουν να την κοιτάζω

Αν ήμουν κοπέλα μάλλον έτσι θα 'θελα να μοιάζω, σαν και αυτήν, χαρούμενη, γελαστή, χρωματιστή σαν τόξο ουράνιο και ντυμένη με τις επιταγές των ορέξεών της, ένα ενδιαφέρον κολλάζ, σε δύο χυτές γάμπες και δυό κουπιά για χέρια, και παιδική χνουδάκι στο πάνω χείλος.
Όσα πρόλαβα να διακρίνω.

-Ο πατέρας σου;

-Μμμ ,περίπου, όχι ακριβώς, η Στέλλα, γνωστή στην παρέα και ως δύναμη κρούσης, όταν είναι περίεργα τα πράγματα έρχεται για συμπαράσταση.

-Της είπες να 'ρθει να μας βρεί;

-Όχι, θα περάσω μετά από το σπίτι της, δεν υπήρχε λόγος.

-Χαίρομαι. Πριν ξεκινήσουμε να σου ξαναπώ, όποια ώρα και στιγμή θές να φύγεις, παρεξήγηση καμία, εγώ να σε δώ ήθελα και να μου λύσεις την απορία σχετικά με αυτό, αν μπορείς.

-Να το δώ; Παράξενο, τα γράμματα είναι όντως δικά μου. Που το βρήκες;

-Σε ένα βιβλίο μου, το βιολί για μονόχειρα, του λειβαδίτη, το ‘χα πάρει στο ζάππειο.

-Δεν μου λέει κάτι ούτε το ένα ούτε το άλλο.

-Ας το αφήσουμε για τώρα, τι σου αρέσει να διαβάζεις;

Στην έκθεση καθίσαμε κοντά στις δύο ώρες, πολλά αστεία, κοινές αναφορές, διαφορετικά ενδιαφέροντα, κοντινές οι ηλικίες μας, ήταν όμορφα. Με άφησε να κεράσω τα καλαμπόκια και αυτή τα νερά.

Γέμισαν τα δόντια μας μαυράκια και χαμογελούσαμε σε πιτσιρίκια σκανδαλίζοντας τις αντιδράσεις τους.

Έπαιρνε να σουρουπώνει

-Τελικά θα παραμείνει μυστήριο το χαρτάκι;

-Έτσι φαίνεται. Πρέπει να φύγεις;

-Ναι, έχω αργήσει και με περιμένουν.

-Να σε συνοδέψω μέχρι το σπίτι σου; Έχω μηχανάκι.

-Μέχρι το τέλος της έκθεσης φτάνει. Έχω ποδήλατο στην ιπποκράτους.

Φεύγοντας πέτυχα τον σκάνδαμο, φίλο από τα παλιά που παράτησε τη σχολή για να ασχοληθεί με την ηχοληψία. Ήταν σε δουλειά, έκανε τον ήχο σε μια παράσταση στο θεατράκι του άλσους.

-Θες να ρίξουμε μια ματιά;

-Οκ, για λίγο. Ποια παράσταση;

-Η νύχτα πέρα από τα δάση, του κολτέζ. Αξίζει, καθίστε.

Όντως άξιζε. Το παλικάρι μπήκε μέσα ρίχνοντας ένα ποτήρι νερό στο πρόσωπό του λές και έβρεχε και έστησε ένα βαρύ σκηνικό με τον ίδιο και ένα φανταστικό θεατή του, μια ελεγεία στη μοναξιά και την αποξένωση.

Είπαμε να μείνουμε για λίγο, το λίγο έγινε περισσότερο και όταν φύγαμε η έκθεση είχε κατεβάσει ρολά.

-Πέρασα μοναδικά, να ‘σαι καλά εσύ και το τηλεφώνημά σου.

-Μου έδωσες υλικό για μια ιστορία ανθρωπιάς και μυστηρίου στη μουντή πόλη, εγώ είμαι ευγνώμων, μου γέμισες μια μέρα με ζωή και θα 'χω να θυμάμαι οτι σήμερα έζησα πραγματικά.

Κράτησα το ματσάκι με τα μανουσάκια και με άφησε με ένα φιλί στο μάγουλο

-Αν ξαναβρείς κανένα στοιχείο ξαναπάρε με, μα και αν δεν βρείς και πάλι πάρε με, θα κάνουμε καλή παρέα και με τη Στέλλα.

-Εννοείς κάτι με τη Στέλλα;

-Όχι, όχι, μην πάει το μυαλό σου στο κακό, εκτός από θηριοδαμάστρια για τους άντρες, είναι και πολύ ξηγημένο τυπάκι, θα σου αρέσει.

-Το ίδιο ισχύει για σένα, το τηλέφωνό μου γνωστό σε σένα και τον πατέρα σου, όποτε θέλετε μπορούμε να βγούμε, είπα για να ευθυμήσω, μιας και κάτι ωραίο έπαιρνε να τελειώνει.

-Δεν είναι πυγμάχος, φωτογράφος είναι, δικό του δώρο η φωτογραφική που δεν αποχωρίζομαι. Αν σε γνώριζε θα άλλαζε γνώμη, πιστεύω.


Η ψυχή μου ήρεμη και γεμάτη ξάπλωσε στο κρεβάτι για να ξαναπεράσει όλη τη σημερινή μέρα και να τη χαράξω καλά μέσα μου με πυρογράφο.

Την άλλη μέρα στο εστιατόριο της σχολής τα 'λεγα με το σταμάτη.

-Καλό μωρό;

-Πρώτο, αλλά αλλιώτικο, όχι για ξεπέτα.

-Γούσταρες μάγκα μου; Εδώ είναι που λέμε πως «κάτι όμορφο γεννήθηκε;»

-Είσαι μαλάκας, εγώ φταίω που κάθομαι και σου μιλάω

-Έλα ρε ευέξαπτε, αστεία λέω και αν βγαίνει και καμιά χοντράδα μην στραβώνεις. Το όνομα αυτής; Που την πέτυχες, στην έκθεση; Όλο κουλτουριάρες πάνε εκεί και δεν μπορώ, μου τη δίνουν τα αξύριστα πόδια

-Δάφνη και είναι ένα μπουμπουκάκι.

-Δάφνη, όπως λέμε LAURUS NOBILIS;

-Ακριβώς αυτό ρε φίλε, η ευγενική. Καμία σχέση με τα φρικιά και τα μυξοπάρθενα που γυρίζουν εδώ μέσα. Σε ένα βιβλίο βρήκα ένα χαρτάκι με το τηλέφωνο και το όνομά της.

-Ρε μπράβο, το μάρκετινγκ στην υπηρεσία του σέξ, καλό, θα το κανα και εγώ, φειγ βολάν, μα θα με τρελαιναν στην καζούρα τα αλάνια και οι χαρωποί. Άσε καλύτερα.
Μπας και δεν είναι οτι δείχνει; Μπάς και είναι καμία εργάτρια του έρωτα και σε δουλεύει ψιλό γαζί μέχρι να πέσει το λαλά;

-Καλά είσαι πολύ μαλάκας!

-Ντάξει ρε, μαλάκας είμαι, τι χαλιέσαι; Να δω το χαρτί λίγο;
Ωωωω, μαλάκα μου δεν το πιστεύω αυτό

-Τι έγινε;

-Από πού είναι η κοπελιά;

-Από ξάνθη

-Έχει και μια φωτογραφική θήκη για τσαντάκι;

-Την ξέρεις;

-Ρε μαλάκα δεν σου χα πεί για μια κοπελιά που γνώρισα σε ένα πάρτυ και τα ψιλοβρήκαμε, μα έχασα το τηλέφωνό της;

-....

-Καλά, δεν το πιστεύω, πού το βρήκες ρε θηρίο;

-Στο λειβαδίτη

-Δεν θυμάσαι που τον βρήκες;

-Σε καμιά έκθεση βιβλίου

-Εγώ ρε δεν στον χάρισα στη γιορτή σου; Εσύ είχες πάρει τον χριστιανόπουλο και σου κόλλαγα αν είναι να διαβάζεις ποιητή, ας είναι άντρας άντρας μην μας λαθέψεις και σύ.

Είχε δίκιο, μόνο οι μου το αγόρασε εκείνος, το θυμάμαι, μερικές μέρες πρίν τη γιορτή μου για να μην το ξεχάσει.

Μου στοίχησε, δεν θα πώ ψέματα, με έριξε αρκετά, αλλά είχα ήδη κάνει την αρχή για την ανάδυσή μου.

Η Δάφνη εξεπλάγην σαν της είπα για την ιστορία του σταμάτη και ζήτησε να βρεθούμε όλοι μαζί.
Ο φίλος της σπούδαζε εδώ και μερικούς μήνες στην Αγγλία και φαινόταν φουλ ερωτευμένη όταν μιλούσε γι’ αυτόν.

Δεν με έπαιρνε να πώ το παραμικρό, μόνο να χαζογελάω για την παράξενη σύμπτωση και να κοιτώ την ώρα και τη στιγμή για να τους άφηνα στο ρεμπετάδικο και να συνέχιζα το γνωστά μου χαμένα ταξίδια, χωρίς προορισμό ανάμεσα στις ψυχές της πόλης.

Η Δάφνη απόμεινε για μένα μια ευκαιριακή γνωστή, που κάποια μέρα ήρθαμε κοντά.

Η Στέλλα μου είπε σαν ξαναβγήκαμε οι δυό μας πως είχα κάνει μεγάλη εντύπωση στη φίλη της αλλά έχασα με διαφορά ημερών, όσο χρειαζόταν για να δώσει την καρδιά της σε μια αγάπη χίμαιρα, γιατί πως μπορείς να αγαπάς αυτό που δεν έχεις;

Να το ποθείς, ναι.

Να είσαι ερωτευμένος με την ιδέα του, ναι.

Μα η αγάπη είναι κάτι άλλο.

Τα λόγια της άγνωστης στο τηλέφωνο κουδούνισαν στα αυτιά μου

-Αν την κυνηγούσα;

-Θα ‘τρωγες τα μούτρα σου, τσιμέντο ο φρέσκος έρωτας και οι ερωτευμένοι παντοδύναμοι, θαρρούν πως μπορούν το χώρο και το χρόνο να νικήσουν.

-Αν την κυνηγούσα;

-Θα την κολάκευες και θα ικανοποιούσες τη ματαιοδοξία της. Τσάμπα κόπος.

-Αν την κυνηγούσα;

-Ήταν τόσο καιρό έτοιμη για σένα, το πουλάκι πέταξε. Έφταιξες γιατί

ακόμα

δεν έχεις καταλάβει την ψυχή της γυναίκας,

ένα κουβαράκι είναι που ψάχνει να βρει κάποιον να φτάσει ως το κέντρο,

τι να τους κάνει τους πολλούς, ένας και καλός της φτάνει.

Αυτός που δεν προσπάθησε ποτέ, δεν έμαθε αγάπη τι θα πεί

Και αυτός που ίδρωσε προσπαθώντας και μόνος αν κοιμήθηκε,

Ονειρεύτηκε χαμογελώντας


Η Στέλλα και εγώ μείναμε φίλοι.

Η Δάφνη ακολούθησε τον έρωτά της στην Αγγλία, μα οι μεταφυτευμένοι έρωτες δεν πιάνουν εύκολα σε άλλο χώρο και της έμεινε ένα μεταπτυχιακό να θυμάται.

Ο σταμάτης κυκλοφόρησε λαικάτζες τραγούδια σε στίχους της Στέλλας, έγινε ανάρπαστος. Πρέπει κάποια στιγμή να έγινε ταίρι με τη Στέλλα, μα δεν το παραδέχτηκε κανείς τους.

Εγώ σταμάτησα να παίζω το κρυφτούλι και βγήκα στο σεργιάνι για κυνήγι.

Τι πέτυχα;

Μιας άλλης ιστορίας η συνέχεια..

21.6.07

αθηνά το μαρουλάκι

Ήταν μια φορά και ένα καιρό η Αθηνά Αλήθεια σας λέω πως υπήρξε την εποχή που άνθρωποι και παραμύθια ζούσαν αρμονικά στων παιδιών τα κεφαλάκια και οι ήχοι στις σοφίτες δεν ήτανε από ποντίκια.

Κάθε όποτε σηκωνόταν ένα σμάρι ερωδιών και οι δροσοσταλούσες ξέφευγαν απ’ τη μύτη των φύλλων, ένα μικρό πρασινωπό λαχανάκι, η Αθηνά ξεφύτρωνε μέσα από τις φυλλωσιές, ξεδίπλωνε το όμορφα δαντελωτά της φύλλα, τριγύρω από τη μέση και χόρευε και τραγουδούσε στο ρυθμό των κουκουναριών που έσκαγαν και στη μελωδία του θροΐσματος των φύλλων.

Έτρεχε και άνοιγε το στοματάκι της, καρδιά μαρουλιού βλέπεις, ευαίσθητη και τρυφερή και τις σταγόνες που 'πεφταν αμέσως τις κατάπινε και τις ξανάστελνε προς τα πάνω σε νότες ψηλές, χοντρές και ολοστρόγγυλες, σαν μπαλονάκια. Στο πέταγμα των πουλιών συγχρόνιζε χεράκια ποδαράκια και έκανε πως πετά στα διάφανα τρεχούμενα νερά του ποταμού.

Τα πουλιά την ήξεραν, ποτέ κανένα δεν τη ράμφισε , όλα γλεντούσαν τη χαρά της στο παιχνίδι με τις ηλιοχαραμάδες. Χρόνια πολλά περνούσαν, τα δέντρα μεγάλωναν, τα πουλιά έφευγαν και έρχονταν, μα η μικρή Αθηνά παρέμενε μικρή.

Όταν οι άλλοι δεν κοιτούσαν παρά τη βούτα του ήλιου στο νερό και το κρυφτό του με το φεγγάρι, η μικρή Αθηνά φορούσε στα ποδαράκια της αμυγδαλότσουφλα για να μοιάζει μεγάλη και ψηλή, σχεδόν ελκυστική, έχοντας το στήθος της δεμένο με φασουλοσάκουλο, στο κεφάλι χτένι ψαροκόκκαλο και για εσάρπα λεπτή δουλειά αράχνης. Με βήμα ασταθές και περισσή γοητεία, μοιραία ακουμπούσε σε κουφάλες δέντρων όπου αντηχούσε ο γοργόχτυπος παλμός της αδειανής από έρωτα καρδιάς της.

Είχε ταλέντο φοβερό όλα να τα μιμείται, τους ήχους, τους τρόπους των πουλιών, των ζώων και του ρυακιού, το στερνό σπαρτάρισμα των ιχθύων και το ερωτικό των σπίνων κάλεσμα, των νεοσσών την ανυπομονησία και του δρυοκολάπτη το ρυθμικό τοκτόκισμα, δεν ήτανε ήχος που δεν μπορούσε ευθύς να παριστάνει, μπέρδευε ζευγάρια και γονιούς το τριανταφυλλένιο στόμα.

Χίλιες φορές είχε πάει για τραγούδι, για χορό σε 1000 δέντρα και το δάσος 1000 φορές την ευχαριστούσε για το χρώμα που του 'δίνε. Κανείς ποτέ δεν της το ‘πε, γιατί μόλις καταλάβαινε πως κάποιος την άκουγε σταματούσε, ντρεπόταν, κρυβόταν για λόγο άγνωστο. Όλοι είχαν ακούσει για ένα μαρουλάκι που υμνούσε τη ζωή με την τέχνη του, πως τίποτα δεν ζητούσε, ό,τι έπαιρνε ευθύς το αντιγύριζε και τυχερός ο που την είδε και πιότερο ο που την άκουσε Με τον καιρό το τραγούδι της τόσο καλό εγίνει που δεν ξεχώριζε διόλου απ’ τις φυσικές φωνές του δάσους, αρμονικά συνταιριασμένο.

Μα κάτι έγινε. Το δάσος άρχισε να γίνεται πολύβουο. Απ’ το πρωί ως το βράδυ ήχοι απότομοι, βίαιοι, πολεμικοί το συγκλονίζανε, συνεχόμενοι, αδιάκοποι, μονότονοι, κουραστικοί. Τα ζώα αισθάνονταν στενάχωρα και κατέφευγαν σε απόμερες γωνιές του. Οι θόρυβοι εντείνονταν, τα δέντρα λιγοστεύαν, τα ζώα ξενιτεύονταν και τα πουλιά εφύγαν.

Η Αθηνά απόμεινε μονάχη της στο γυμνωμένο τόπο, κρυμμένη στη φωλιά της, χωρίς τα γνώριμα ακούσματα, τις ευωδιές, τα χρώματα που τα ‘χε αγαπήσει και βρέθηκε τριγυρισμένη από νεκρούς κορμούς και βρώμικο ποτάμι.

Μάζεψε τα φυλλαράκια της σφιχτά μες στις μασχάλες, φόρεσε νουφαρόφυλλα στα πατουσάκια της να μην πληγιάσει, ορθώθηκε, ξεκίνησε και άρχισε το ταξίδι. Πολλά τα αγκάθια, τα βράχια και οι πλαγιές, τα νούφαρα σκιστήκαν, πόνος μεγάλος έπιασε την πονεμένη μέση, τα φύλλα της μαραίνονταν και τ’ άφηνε στο κατόπι.

Ουλές βγήκαν στη θέση τους, μα με τον ήλιο και τον καιρό δεν άργησαν να σβήσουν. Ήλιος ψηλός και ανελέητος, την έκαιγε από πάνω και η Αθηνούλα δίψασε, μα πουθενά ποτάμι και δροσοσταλιές, σήκωνε το κεφάλι για να δεί πηγή, το σύγνεφο για να στύψει, μα ήτανε μικρούλα, μοναχή, στο τίποτα περπατώντας.

Πέρασαν ώρες και μέρες και στιγμές, περνούσε το φεγγάρι και με το ψυχρό του φώς λίγο την ανακούφιζε καθώς την άκουγε να αναστενά και να μοιρολογιέται. Ήρθε και το φθινόπωρο, λίγο προτού να σβήσει, από τη δίψα την πολλή, την πείνα τη μεγάλη, με ένα παράπονο βαθύ, έκατσε σε μια πέτρα και άρχισε να κλαίει με λυγμούς, αφού δάκρυα δεν είχε, για την κακή την τύχη της, το μαύρο ριζικό της.

"Κύριε των δυνάμεων! Τι κλαίς κόρη γυμνή; στάσου, να στρίψω μη σε δώ και πάρε τούτο το ρούχο να ντυθείς, τη γύμνια σου να κρύψεις, πιο κάτω είναι το σπίτι μου, έλα να συνεφέρεις.

Βοήθεια, εσκέφτη, Άνθρωπος, που τόσα για δαύτους είχε ακούσει, πως σκότωναν ζώα και φυτά, πως τα 'βαζαν στο τσουκάλι, στην πόρτα τους πως κρέμαγαν με μια θηλιά τα σκόρδα και πως στους κήπους τους μπροστά σκλαβάκια είχαν μαρούλια, που είτε σαλάτα τα ‘καναν ή στα κουνέλια δίναν.

Πάλι σκέφτηκε να τον διορθώσει, «μα εγώ δεν είμαι άνθρωπος γυμνός, μικρό είμαι μαρουλάκι, με δίχως τα φύλλα μου, μα μόνο το κοτσάνι , έτοιμο να μαραθεί. Τι να το κάνω εγώ αυτό το σακκάκι» και πήγε να του το γυρίσει πίσω.

Μα Ω
Ω
Ω
Αυτά είναι χέρια. Από πότε εγώ έχω τέτοια χέρια! Σκύβοντας είδε 2 πόδια, σαν ανθρωπινά. Από πότε; αναρωτήθηκε ενώ τα δάκρυα έτρεχαν ακόμα στα μάτια της.

Για καλό και για κακό ας το φορέσω το σακκάκι. Πήγε να πεί ευχαριστώ, μα..

-A,α,α,α είσαι ξένη, δεν είσαι από τον τόπο μας. Δεν σε καταλαβαίνω, μα φαίνεται πως με καταλαβαίνεις εσύ. Ακολούθα με μικρή μου.

Η Αθηνά ντυμένη αλλόκοτα, με το σακάκι να φτάνει τα γόνατά της ακολούθησε το γέροντα. Στο σπίτι τους υποδέχτηκε με χαρές, έκπληξη και φροντίδα η γυναίκα του. Την έπλυνε, την έντυσε, την ταΐσε σαν τα δικά της παιδιά που από καιρό είχαν μεγαλώσει και ανοίξει τα φτερά τους για τα σπίτια τα δικά τους. Τα γερόντια της μιλούσαν κανονικά σαν να καταλάβαινε, χωρίς να περιμένουν απάντηση.

Μα η Αθηνούλα άκουγε όλων των ειδών τις φωνές, του κόκκορα, του σκύλου, του βοδιού και τόσων άλλων. Πολλές πληροφορίες. Μιλούσαν όλοι μαζί, σε γλώσσες γνωστές, για πράγματα άγνωστα, με μια άνεση χαρακτηριστική, χωρίς να κρύβουν κάτι.

Ο βόδι και ο κόκκορας μιλούσαν με θυμό και αγανάκτηση για τα γεροντάκια για απαγωγή και συστηματική δολοφονία τέκνων, για εξοντωτική εργασία και μη αναγνώριση του έργου τους. Ο σκύλος μιλούσε με αγάπη , υποταγή, ενδιαφέρον και σεβασμό, ενώ η γάτα υπεροπτικά με απαξιωτικό ύφος. Τρόμαξαν σαν την είδαν να παρατηρεί και να αντιδρά σαν να καταλάβαινε τι έλεγαν και βιάστηκαν να πάνε στη γωνιά τους κρύβοντας λόγια, μα ουδέποτε τα παράπονα και οι μιλιές σταμάτησαν.

Πολλές οι πληροφορίες, πολλά τα νέα πράγματα στο χωριό που έπρεπε να μάθει, πώς να φορά την μπλούζα, πώς να δένει τα κορδόνια φιόγκο, να παίζει σχοινάκι, να τρώει το τυρί, μετά το φρούτο. Δεν είχε προσπαθήσει να μιλήσει σε κανένα, εξόν του παππού, που δεν τα κατάφερε.

Όλοι της μιλούσαν και για απόκριση κοιτούσαν στα μπλέ της μάτια, στο ναι που φώτιζαν και στο όχι που σκοτούσαν σαν τα ματόφρυδά της έγερναν ελαφρά, για λίγο προς τα πάνω. Με τα παιδιά στο σκολειό έκανε καλή παρέα, μα η καλύτερή της ήταν σαν πηγαίνανε στο δάσος εκδρομή , τότε που φορώντας τη λεπτή πράσινη μπλούζα της, αυτή με τα λουλουδάκια, έτρεχε μες στις φυλλωσιές και γεύονταν τα’ αυτιά της ήχους γνώριμους, παλιούς που έπαιρνε να ξεχνάει.

Ήρθε ένας καιρός που κάθισε στο σπίτι για μήνες ολόκληρους, περνώντας μεγαλύτερη αρρώστιες παιδικές και ο οργανισμός της αδυνάτισε επικίνδυνα. Με μέλια και αφεψήματα, χυμούς, σούπες βεντούζες το άμαθο κορμάκι της πολέμησε παλικαρίσια τη γρίπη που την έπιασε καθώς αγνάντευε συχνά τη φύση απ' το παράθυρο και πειραχτήκαν τα πνευμόνια της.

Φλέγμα, δάκρυα και βήχας, και ο λαιμός της κουρέλι σκέτο, ως τη στιγμή που μια γραία γειτόνισσα συνέστησε αναπνοές σε ευκάλυθρο βρασμένο, και έγινε το δωμάτιο λέβητας σκέτος που έκαιγαν και 'βράζαν ξύλο και φύλλα μοσχομυριστά. Η πνευμονία υποχώρησε αφήνοντας της κουσούρι ένα ευαίσθητα φάρυγγα που έμελε να κλείνει κάθε όποτε η Αθηνούλα αρρώσταινε.

Πέρασε και βγήκε η χρονιά για να ‘ρθει η άλλη. Τα γερόντια την υπεραγαπούσαν και αυτή το ίδιο, μα δεν πρόφτασε την τάξη της που πήδησε σκαλοπάτι στη μεγάλη πόλη και αυτή ξέμεινε πίσω στο χωριό, σε ήδη διαμορφωμένες παρέες παιδιών μικρότερων που δεν την καταλάβαιναν και δυσπιστούσαν για το παρελθόν της.

Αυτό ήταν που την οδήγησε να κλειστεί ακόμα περισσότερο στον εαυτό της καθώς έχανε την οξεία ακοή της από περιπέτειά της και μετά . Η βαβούρα άρχιζε να σταματά, δεν καταλάβαινε των πουλιών τα καλέσματα σε γιορτή, το γαύγισμα του σκύλου για επιφυλακή και το νιαούρισμα της γάτας για φαί, όλα σαν να μιλούσαν άλλη γλώσσα σταδιακά ώσπου γίνηκαν ξένα της. Όλα συνέχιζαν να μιλούν όπως παλιά, μα δεν καταλάβαινε λέξη.

Πιο μόνη και από τον κεραυνό.

Και να ‘ταν μόνο αυτό.

Κάτι έγινε και μια μέρα, άγνωστο για ποιό λόγο άρχιζε να μεγαλώνει. Εντάξει, η γερόντισσα της μεγάλωσε το φόρεμα, της πήρε παπούτσια καινούρια, μα αυτή συνέχιζε να ορθώνεται σαν τον καπνό, λυγεροκορμίζοντας σαν λεύκα που τη σπρώχνει ο βοριάς. Ήδη είχε περάσει ένα κεφάλι τα ψηλότερα παιδιά του σχολειού και έφτανε προς τους μεγάλους και το κρεβάτι πλέον δεν τη χώραγε, κι ο γέροντας αλλάζοντάς του θέση Το 'βαλε στο διάδρομο και το μάκρυνε δυό πόδια.

Το κοριτσάκι που ‘χε βρεί με την κοπέλα που γινόταν μπρός στα μάτια του , μόνο τα μάτια μπλέ είχε κοινά και την καλή καρδιά της, ότι τα άλλα αλλάξαν όλα , έως το βάρος της ματιάς του μετανάστη που τίποτα δεν λέει και όλα τα ‘χει πει.

Με τον καιρό οι ρόλοι άλλαξαν και ήρθε η σειρά της τους γερόντους να φροντίσει και το ‘κανε με αγάπη περισσή, με ευθύνη και τρυφερότητα όπως τότε που τους χρειάστηκε η ίδια. Έμαθε την τέχνη της φροντίδας και του ανακουφισμού του πόνου, για να τη εξασκήσει όπου και όταν την καλνούσαν και με τα λιγοστά χρήματα που την εκλιπαρούσαν οι αγρότες να παίρνει, τους τα αγόραζε επιδέσμους και αλοιφές, τη ζωή τους να την κάνει ευκολότερη.

Όλα αυτά μέχρι το πανηγύρι.

Στο χωριό χρόνια είχαν να οργανώσουν πανηγύρι, γιατί ο καταστροφικός λοιμός που άπλωσε τα θανατερά χέρια του στη χώρα, είχε ξεκληρίσει σπαρτά, προμήθειες, ζωντανά, μα κυρίως χωρικούς. Το μισό χωριό που ακόμα πενθούσε, άρχισε να συνέρχεται και συναποφάσισαν να κάνουν αρχή και πάλι στο χαμόγελο. Πραματευτάδες από χωριά γειτονικά έφερναν εμπορεύματα να πουλήσουν, να ανταλλάξουν και εφόδια να προμηθεύσουν φίλους και συγγενείς.

Τότε ήταν που το σαββατόβραδο της γιορτής ανάμεσα σε θεατρίνους και ζογκλέρ, θαυματοποιούς και παραμυθάδες το απρόσμενο συνέβη και όλοι δακρύσαν

Καθισμένοι στις καρέκλες του σχολειού, παρακολουθώντας ένα θαυματοποιό να βγάζει μαντήλια από τα χέρια του και να καταπίνει φλόγες έφτασε η ώρα και η στιγμή που απ’ το καπέλο του ένα κουνέλι θα βγαζε και έπειτα με μάγια θα το σκόρπιζε πίσω στο πουθενά. Η Αθηνά και αυτή εκεί, εκστατική όπως και οι άλλοι, το κοινό που επιδοκίμαζε του καλλιτέχνη κάθε μαγεία, μόλις αντίκρυσε το κουνελάκι με τα τα λυπημένα απλανή ρόζ μάτια, καθόλου δεν εσκέφτη και αυθόρμητα αντιδρώντας…


ΠΕΡΙΜΕΝΕ, ΠΕΡΙΜΕΝΕ, ΠΕΡΙΜΕΝΕ

του φώναξε και όλοι ευθύς παγώσαν, οι γέροντες και τα παιδιά, οι ηλικιωμένοι γείτονες, ο μάγος , μέχρι και το κουνέλι για λίγο σαν να αποσπάστηκε από την νάρκη του και τα μάτια του παιχνιδιάρικα παίξαν, κάπου να ξεγλύστραγε, μα τα γερά χέρια του μάγου στα αφτιά ξέκοψαν τούτες τις σκέψεις μιας και κανένας και ποτέ στη σύντομη ζωή του δεν παρενέβη σ’ αυτό το μέρος του σόου.


Μια φωνή μέσα στην παγωμάρα ακούστηκε


«Μαμά, η μουγγή μιλάει» και όλοι έσπευσαν να κάνουν το σταυρό τους.
Ο θαυματοποιός καταλαβαίνοντας πως έχανε την προσοχή απ’ το κοινό του, τη φώναξε να ανέβει στο πατάρι

«Έλα καλή μου, πάρ΄το αν θέλεις, πάντως εγώ κακό δεν θα του ΄κανα»
Και στα σκαλοπάτια του παταριού πάτησαν τα πόδια της Αθηνάς. Ψηλή, ωραία κοπέλα, με στάχινα μαλλιά και μάτια θαλασσοβυθισμένα.

«Πως σε λένε κοπελιά μου;”

“Aθηνά», είπε με βραχνή φωνή και πήρε το κουνέλι στοργικά στην αγκαλιά της, που κούρνιασε ανάμεσα στα βαριά της στήθη.

«Συγνώμη για τη διακοπή, μα ένιωσα πως ήταν φοβισμένο. Ζητώ συγνώμη και ευχαριστώ. Έσκυψε προς το μέρος του, έκανε μια ανεπαίσθητη υπόκλιση με το κεφάλι και τα γόνατα και καθώς πήγαινε να φύγει είδε τη γερόντισσα με δάκρυα βουρκωμένη.

« Γιατί να με κοιτάζουν» σκέφτηκε και άκουσε τη σκέψη της αμέσως και όλοι οι άλλοι από κάτω. Μιλάω!!!!

Μετεωρίστηκε στα σκαλοπάτια νιώθοντας το κεφάλι της να πάει να σπάσει και πρίν καταλήξει στο έδαφος δυο τρια παλικάρια που 'ταν πιο κοντά, την πρόφτασαν , ενώ ο κόσμος σηκωνόταν απ' τη θέση του μουρμουρίζοντας

ΘΑΥΜΑ- ΘΑΥΜΑ

Η συνέχεια ήταν τελείως απίθανη για την Αθηνά. Εκεί που κανένας δεν της είχε δώσει σημασία εδώ και χρόνια πέραν του γέρικου ζευγαριού, τώρα δοκίμασε το ενδιαφέρον όλων τους και με το παραπάνω


Η φωνή της ήταν βραχνή, θαμπή και αδύνατη στην αρχή, κουραζόταν γρήγορα και από την προσπάθεια είχε και μια μικρή ζαλάδα. Στη συνέχεια έμαθε να την ελέγχει.

Μιλούσε, επικοινωνούσε κανονικά και σε λίγο καιρό δεν θυμόταν τον καιρό της σιωπής της.
Η μικρή κοινωνία ήταν γεμάτη ερωτηματικά, μα η αφοπλιστική ειλικρίνεια του κοριτσιού πάνω στην άγνοιά της για το συμβάν το κωδικοποίησε σαν ένα από τα
θρυλικά και περίεργα περασμένα του χωριού.


Μέρα με τη μέρα, μήνα με το μήνα πλήθαιναν οι φωνές που της ξόμπλιαζαν την μοναδικότητα της ωραίας φωνής της και ότι ήταν κρίμα να μένει ακατέργαστη, αδούλευτη, μιας κα φωνή σαν και τη δική της μια στις χίλιες και που ο θεός λυπόταν για το χάρισμα που έμενε αναξιοποίητο.

Όσο μεγάλωνε, τόσο ομόρφαινε και η φωνή της έπειθε και την ίδια πως κάτι έπρεπε να κάνει.

Έκανε μαθήματα με τα παιδιά της χορωδίας, μα το σπάνιο χάρισμα δεν κρυβόταν όσο και αν τραγουδούσε χαμηλόφωνα.
Λίγο η ζήλεια των άλλων κοριτσιών λίγο η αλλοτινή της περιπέτεια και η Αθηνούλα ξανασίγασε την ικανότατη φωνή της να μελωδεί και να ‘ρχεται η άνοιξη νωρίτερα.

Τα χρόνια χελιδόνια που φεύγουν και αυτή πάντα εκεί ,ταγμένη στην ανακούφιση του πόνου των ανθρώπων, με ένα καημό να της τυραννά την ψυχούλα, απροσέγγιστο ακόμα, άγνωρο, καταχωνιασμένο στα ανήξερα της καρδιάς της φλούδια.

Ώριμη όσο ποτέ άλλοτε, μεστή, γλυκιά και τρυφερή παίρνει τη μεγάλη απόφαση να ψάξει να βρεί αυτό που της στερούσε τη χαρά, να ικανοποιήσει τη λαχτάρα σαν τη μάθαινε.


Φιλά και γλυκοχαιρετά τα διπλανά μνήματα των ανθρώπων που την αγάπησαν γιατί μπορούσαν και ήθελαν, ζαλώνεται την ανάγκη της και έφυγε πέρα από τα όρια του χωριού, του χάρτη, του μέχρι τότε γνωστού κόσμου.


Επέστρεψε στα δάση που εγκατέλειψε μικρή, για να δεί ότι η φύση αν την αφήσεις να αναλάβει ξέρει και βρίσκει το δρόμο από κει που τη σταμάτησαν να συνεχίσει.


Όλα ήταν εκεί πουλιά και δέντρα, ζώα και φυτά, μόνο του ανέμου το φύσημα και των εντόμων το ζουζούνισμα ακουγόταν, όταν όλα τα πλάσματα είχαν τρομάξει και τη λαλιά τους είχαν χάσει από τον πόλεμο του ανθρώπου με την πλάση, που σαν βρώμικος μικρός θεός θέλησε να ξαναπλάσει χειρότερο, άγονο, συφοριασμένο.

Η όμορφη κοπελιά φέρνοντας μαζί της μνήμες πρότερες, που τώρα όλες ξαναξύπνησαν σαν κοιμισμένες κόρες, όλες με μιας και καθεμιά στο σύνολο τις άφηνε να αναβλύζουν απ’ το στόμα της και πιο βαθειά , πιο χαμηλά και απ’ τα πνευμόνια της κατευθείαν από της καρδιάς τη μνήμη.


Και η αγγελική φωνή της βρήκε ανταπόκριση και οι τραυματισμένες και μπολιασμένες με φόβο φωνούλες άρχισαν δειλά δειλά να σκαρίζουν, σαν φύτρα από γλυκοκαλάμποκα, για να ξεθαρρευτούν και αντάμα με την κοπελιά να συλλαβίζουν κελαηδίσματα, αλυχτά και γουργουρίσματα, όλες οι φωνές μαζί της μεγάλης ορχήστρας, πάλι όλες μαζί.

Και η αντιστροφή πήρε και την ίδια στο κατόπι, άρχισε το κέντρο βάρους της να χαμηλώνει, να πρασινίζει, να φυλλώνει η μέση της , οι νεύρες να διατρανώνονται στα χέρια και οι παλάμες να αδυνατούν, μαρουλιού ξανά η μεταμόρφωση.

Η χαρά ήρθε στο πρόσωπό της και η ηρεμία, μα η θλίψη φαινόταν στα ματάκια της, έλλειπε και κάτι άλλο.

Μερικά βράδια στο παράξενο ασημοφέγγισμα της ολόγιομης σελήνης που σήμαινε ανακωχή από έχθρες, ήθη και ένστικτα, κάθιζε τα πλάσματα της γής ολόγυρά της και τους διηγιώταν ιστορίες από τη θητεία της στον άλλο κόσμο, παραμύθια μου συνήθαγε ο γέροντας να της λέει για ξωτικά και αερικά και η γερόντισσα για έρωτες και αγάπες καταδικασμένες, με τέλος πάντα γλυκόπικρο και τα βρίσκε το τέλος της αφήγησης γερμένα στα διπλανά τους, μερικές φορές κυνηγούς και θηράματα μαζί.

Το δάσος από κει και μετά λαλούσε , αλλά ήταν μινόρε, οι ιστορίες με τα βασιλικά μπρόκολα, τις δολοπλόκες πιπεριές, τα ανθοστόλιστα κουνουπίδια και τα χεριαγκαλιασμένα φασολάκια με τα μοσχομπίζελα. Όλα καταλάβαιναν πως η Αθηνούλα τους ήταν έτοιμη να ερωτευτεί.


Ένα βράδυ συνομώτησαν πουλιά και ζώα, να ψάξουνε να βρούνε τη χαρά της.
Έφυγαν ανιχνευτές τα πουλιά τα ταξιδιάρικα που πολλά μακριά παγαίνουν. Και έψαξαν σε ουρανό και γής, έψαξαν καιρό πολύ, μα κανένας δεν της ταίριαζε, να την δεχτεί χωρίς να προσπαθήσει να την αλλάξει, να την αγκαλιάσει δίχως να την τσακίσει, να τη φιλήσει δίχως να της δώσει ασφυξία, να τη νεμηθεί χωρίς να την διαλύσει.

Μα ήταν δύσκολη αποστολή, όποιος επέστρεφε κατεβασμένο είχε κεφάλι και η Αθηνούλα μέρα με τη μέρα έσβηνε χωρίς να 'χει καταλάβει ακόμα από τι. Με προφάσεις αποτραβήχτηκε στα άκρα του δάσους , δίπλα στη θάλασσα που σιγομουρμούριζε ίδιους καημούς απ’ τα ταξίδια των ανθρώπων.

Τον γενικό συναγερμό δεν τον άκουσε, δεν τον έμαθε ποτέ.

Ήταν ένας γλάρος.

-Καλοί συνάδελφοι και 'γώ πετώ σαν και εσάς, μα είστε καμπίσιοι και εγώ εργάζομαι στη θάλασσα , βουτώ, ψάρια πιάνω, ψάρια τρώω εγώ και τα πουλιά μου. Μακριά όχι πολύ, στην αντικρινή στεριά έριξα τον εαυτό μου σε μια μαριδούλα, για μεζέ, στην πιο ξεχασμένη από τις άλλες. Σκύβω, βουτώ, πιάνω νερό και τη μαρίδα μέσα και πάω στα πετροχάλικα να ,ε ευχαριστήσω. Μα πριν μια της δώσω και την καταπιώ γυρίζει και μου λέει:’

«Μη σ’ ότι έχεις ιερό , παρακαλώ σε άσε με λίγο να ζήσω, έλα αύριο πρωί και φάε με, μα τώρα δώσ’ μου λίγο χρόνο »

« Σαν τι μέχρι αύριο θα ‘χει συμβεί και δεν θα θες άλλο να ζήσεις;»

«Εκείνος ο που αγαπούν βαθιά όλα τα ψάρια και την καρδιά μας κομμάτια έχει κάνει, ο πιο φλογερός και δύσκολος αγάπης τροβαδούρος, κάθε νυχτιά με ασημοβελόνιασμα του φεγγαριού στο κέλυφός του, ανοίγει το κοχλιόστομα και σέρνει βαρύ μοιρολόι και όποια και αν τον ακούει, ακόμα και η θάλασσα αμέσως του μερεύει και όλες κρατούν ανασασμό μήπως και σταματήσει του σώψυχού τους ο παλμός και εκειός τις αγαπήσει, γιατί ψάχνει να βρει εκείνη που από έρωτα πεθαίνει. Με έρωτα ακόμα δεν έχω συναπαντηθεί και θέλω κλέψω τα γλυκόλογά του στερνή παρηγοριά μου. εκεί με συνέλαβες , ερωτοχτυπημένη"

"-Και ποιο το όνομά του;"

"Iγνάτιος ο χοχλιός."

Της είπα λίγο την ιστορία του μαρουλιού και αποκρίθηκε πως θα ταν σπουδαία ιδέα να ενωθούν οι δυό ερωτευμένοι με τον έρωτα, να αποχτήσει σώμα στα μάτια τους, να μην χάσει και αυτή το δικό της

Άφησα τη μαριδούλα ελεύθερη και έσπευσα να ενημερώσω.

Ομόθυμα τα πλάσματα του δάσους συμφωνήσαν και το σχέδιο καταστρώθη. Από ράμφος σε στόμα και από στόμα σε βράγχια το μήνυμα επιλέχθηκε και σε καύκαλο χελώνας ένα καλλίγραφο καβούρι χάραξε τα παρακάτω λόγια

«που ‘σαι αγάπη που σε ψάχνω λίγο πριν σβήσω, έλα και σώσε με»

Η χελώνα στο τραγούδι του κοχλιού κοντοζύγωσε τόσο ώστε να το διαβάσει και ευθύς να χαθεί.

Νερό πίνει, νερό διώχνει και ο γαρυφαλλής κοχλιός ανεβαίνει απ’ τον ύφαλο στην ξέρα και καλνάει το ταίρι με καμπανωτή φωνή

«γλυκιά αγαπημένη στάσου να με σώσεις πριν χαθώ απ’ το χαμό σου»

Το κάλεσμα αργό, βαρύ, συρτό σχεδόν στο κύμα πάνω, στα αυτιά του μαρουλιού ακούστηκε βάλσαμο σκέτο και οι χυμοί πρωτόγνωροι αμέσως το τυλίξανε και του φύσηξαν ζωντάνια.

Με τη σειρά της αποπειράθηκε στο κάλεσμα να απαντήσει μα αντί για λόγο, ένας λυγμός εβγήκε, ένας τυφώνας εγίνει και τρικύμισε η θάλασσα σαν της καρδιάς τα πάθη.

Στο άπειρο εκράτησε ο έρωτας και οι ερωτοαποκρίσεις και όταν έφτασε η ώρα και στιγμή και ο πόθος εφουντώθει, η Αθηνά δελφίνησε κοντά του και αυτός μες την κοχύλα του την τράβηξε, στα μέσα και έζησαν και τέλειωσαν από πολλή αγάπη

Στην Αθηνούλα