Περνάς και τους χαιρετάς,
Κάθε μέρα
Ξέρεις σε ποιο μέρος,
Σε ποια στροφή θα τους πετύχεις,
Πάντα εκεί,
Με φρέσκα ή μαραμένα λουλούδια ή και τίποτα στο χέρι,
Με μια φωτιά να τρεμοπαίζει ή να ναι σβησμένη όσο η θύμηση
Λές μιαν ευχή ή ένα λόγο,
Που θα φτάσει,
Το ξέρεις πως θα φτάσει στ’ αυτιά τους,
Ζητάς το κάτι μικρό,
Να σου φυλάνε τον φύλακα άγγελό σου,
Όσο εκείνος σε προσέχει στις υπερωρίες του
12.2.09
5.2.09
σκάφανδρον
Μέσα σε σκάφανδρο σκυφτός τον κόσμο γύρω κοιτάζω,
Μαζεύομαι , κρύβομαι θαρρώ, μοιάζω σαν ένα στρείδι, σαν πεταλίδα του βυθού, που όλο φοβάται να κάμει κάτι
Μια κίνηση απότομη, απρόσμενη, ίσως κι εχθρική, τεντώνομαι, εκτοξεύομαι, σκορπώ ζεστό μελάνι, που να κρυφτώ σε μαύρο βυθό που ντύνεται μέσα στα μάτια μου απ την κλειστή στολή μου, μαύρος εγώ και τα μάτια μου λιώνουν πρωτύτερα απ΄το σώμα
Σαν πυροβολείς να είσαι πίσω από την κάνη, τ’ακούς κογιότ; Δεν είναι αστείο
4.2.09
η καμινάδα
9.12.08
Αγάπη, πάρε τα τζίν. Ξεκίνησε
Έκανε κρύο εκείνη τη μέρα και εμείς γυρνούσαμε από διακοπές.
Κατάκοποι ανεβαίναμε στην πολυκατοικία με χαμόγελα στεφανωμένοι, ενόσο το ασανσέρ κατέβαζε συνεχώς κόσμο από όλα τα διαμερίσματα και οι σκάλες θύμιζαν εκλογές ή επιστράτευση.
Τι έγινε; Ρώτησα έναν παππού
Ξεκίνησε, μου απάντησε και βιάστηκε να πάρει τα πόδια και το μαγκούρι του, η γριά του περίμενε στην εξώπορτα και ο κόσμος την έσπρωχνε προς το πλήθος.
Δεν ήταν καθημερινή, ούτε καμία γνωστή αργία, οι παρελάσεις και τα καρναβάλια είχαν περάσει προ πολλού και το συλλογικό ασυνείδητο πρόσταζε κάτι που εμάς δεν είχε προλάβει να ακουμπήσει.
Με το ξεκίνησε μας έζωσαν τα φίδια, λες; Μα οι συνθήκες είναι ώριμες; Και τίνος το πρόσταγμα να ακούσουμε; Να ανοίξουμε ραδιόφωνο να ενημερωθούμε ή να πάρουμε κανα γνωστό;
Όλα τα τηλέφωνα κομμένα, το δίκτυο ήταν απασχολημένο.
Δεν βγάλαμε τις στολές, πήραμε τα κράνη σους αγκώνες και κλείδωσα τη μηχανή στο γκαράζ.
Ρυάκια πολλά από κατηφορικά στενά έφτιαχναν ένα χείμαρρο που μέσα του χωθήκαμε κατευθυνόμενοι προς το κέντρο.
Τα πρόσωπα στεγνά, τραβηγμένα χαρακτηριστικά και λάμψη στα μάτια, από κεί ξεπήδαγε μια φλόγα που αντικαθρέφτιζε κάποιες το ίδιο αληθινές στο βάθος.
Η πόλις εάλω.
Αναποδογυρισμένα περιπολικά στο δρόμο και κρεμασμένες άσπρες μηχανές από τις κολώνες, να στάζουν τα ρεζερβουάρ σαν τους πασχαλινούς αμνούς
Δεν υπήρχαν ντουντούκες στο πλήθος και επικεφαλής, δεν υπήρχαν συνθήματα κεντρικά συνθήματα, παρά μόνο ένας διαρκώς αυξανόμενος βόμβος και σε κάθε ερώτηση η απάντηση ήταν μια,
Ξεκίνησε.
Αυτοκίνητα γίνονταν πολιορκητικοί κριοί σε βιτρίνες τραπεζών και τα στόματα των ATM που δέχονταν κάρτες για να ξεράσουν χρήματα, τώρα στρίγγλιζαν δαιμονισμένα καταπίνοντας τζίν, βενζίνη, κηροζίνη και λοιπά εύφλεκτα ρευστά.
Οι κάδοι προ πολλού είχαν παραδώσει τω πνεύματι και μόνο οι σιδερένιοι απόμεναν ολάνθιστοι με λευκόγκριζους καπνούς πάνω σε πυρωμένους κάλυκες.
Το κύμα είχε μια καταστροφική δύναμη που χτυπούσε οτιδήποτε διέθετε σημαία και εθνόσημο και όσοι έμπαιναν σε ιδιόκτητες επιχειρήσεις και καταστήματα για να διαγουμίσουν, γνώριζαν πρωτοφανείς τιμωρητικές συμμορφώσεις από τους υπολοίπους αγνώστους, σε καθεστώς άμεσης δημοκρατίας, με λαικούς δικαστές και τιμωρούς.
Μέσα στην κατάφωτη από τις φλόγες πόλη που ετοιμαζόταν να γιορτάσει τα χριστούγεννα, οι πολύχρωμες διακοσμήσεις που αναβόσβηναν φάνταζαν καρικατούρες, σαν επισήμο ένδυμα σε ρεήβ πάρτυ.
Η πνοή του ανέμου έφερνε ήχους συγκρούσεων, φωνές, εκρήξεις και δάκρυα, οι πιο παλιοί μας προέτρεψαν να έχουμε λεμόνι ή νεράτζι στο στόμα από τις πλαινές δεντροστοιχίες για να αντέχουμε στα δακρυγόνα.
Μια εξέγερση φάνταζε εν τη γενέση της, με αστικά όπλα ανα χείρας, κοντάρια από σκούπες, κουπώματα κάδων για ασπίδες, ξύλα, λοστούς και πέτρες από τα ατελείωτα εργοτάξια των ρημαγμένων από τα έργα πεζοδρόμων.
Κάθε κυκλοφορία αυτοκινήτου παραλυμένη, κάθε κάτοικος δεν έβγαινε να προασπίσει την περιουσία του ή του γείτονα, όσο την πληγωμένη αξιοπρέπειά του, οι τυφλοπόντικες έμεναν στο θαλάμι τους και οι αετοί ξυπνούσαν.
Άνθρωποι με κάμερες και καλώδια τρομοκρατούσαν για μια κατευθυνόμενη ξένη απειλή, άνθρωποι με κουκούλες και ασυρμάτους πυρπολούσαν και λεηλατούσαν ελεγχόμενα μέρη, ώστε στο επεκείμενο καλοσχεδιασμένο ντού να συλλαμβάνονταν μικρές ομάδες που τους ακολουθούσαν.
Η κοιλιά μας ήταν γεμάτη από το κουτόχορτο, τη μέρα υπάλληλοι και το βράδυ νεκροζώντανοι με μια ψευδαίσθηση ελευθερίας, ελεύθεροι μες στο μαντρί, μα απ έξω ο φόβος του λύκου ή του τσοπανόσκυλου ήταν ο ίδιος, για να μην σου πώ ότι ήταν το ίδιο πράγμα.
Ακούγονταν μηχανές και αναταραχές, είχαν κατέβει οι αγρότες, οργανώνονταν αυθόρμητα οδοστρώματα και οι δρόμοι σκάβονταν με τα υνιά από του πολίτες πλέον και όλα τα ξέφτια του οδοστρώματος όπλιζαν νεανικά και ροζιασμένα χέρια.
Απέναντι, στο μεγάλο κτήριο της πλατείας ήταν συνασπισμένες εκατοντάδες ασπίδες που γυάλιζαν και ηχούσαν υπό τους κρότους των κλόμπς, που και πού εκτοξεύονταν δακρυγόνα και τους απαντούσαν φωτοβολίδες και μολώτοφ.
Στο βουνό γύρω από την πόλη ανέβαιναν κονβόι τα αυτοκίνητα και σταματούσαν όλα στις κεραίες, έπεφταν σαν τους τερμίτες πάνω στα σύρματα, στους φράκτες, στα καλώδια, χιλιάδες νεαροί ξυλοκόποι ξάπλωναν ότι έβλεπαν σαν στις ταράτσες των πολυκατοικιών.
Σε κάποια πολυκαταστήματα ηλεκτρονικών σε γιγαντοοθόνες βλέπαμε κεφάλια σε κουκούλες να βανδαλίζουν, κάμερες με ελικόπτερο και από ορόφους γύρω από τα κομβικά σημεία που επαναλαμβάνονταν οι κλεφτοπόλεμοι χρόνια τώρα, σχεδόν παραδοσιακά.
Είδα να καίγονται τα λάβαρα της μικρής εκκλησίας στο κέντρο, κάποιοι μπήκαν μέσα σπάζοντας την εξώθυρα και γέμισαν την κολυμπήθρα με φωτιές, ο κόσμος σήμερα θα αναβαπτιζόταν, αλλά όχι με νερό.
Από χέρι σε χέρι περνούσαν τα σπρέυ και τα συνθήματα έφταναν μέχρι τα ταβάνια.
Στο βάθος οι συμπλοκές έφταναν σώμα με σώμα, οι μεν υποστήριζαν τους ποντικούς στο κάστρο και οι δε άναβαν το κεράκι της γιορτής , το λαμπιονοστολισμένο δέντρο, σαν τα καμένα της ντροπής.
Οι ανάσες γίνονταν πιο βαριές, οι παππούδες έσπαγαν με τα μαγκούρια τις τράπεζες με τα επιτόκια του βρόγχου, οι γιαγιάδες κατέβαζαν τα μαντήλια, τα δεναν κατάμουτρα και άφηναν τα μάτια απέναντι στις άφυλες μάσκες για όπλο.
Λουστήκαμε με νέφος, απαντήσαμε με πέτρες, έπιασαν μια κοπέλα και την τραβούσαν σαν σακκί και την κλωτσούσαν, εκείνοι μετά μαρτύρησαν από τα πόδια μας, δεν είχαμε στολές εμείς, πιο γρήγοροι, πιο ευκίνητοι, περισσότεροι και ανανεούμενοι.
Βγάζοντας μια μάσκα ενός είδα το πρόσωπο ενός φίλου απ΄το σχολείο, δεν ήταν καυλόμπατσος, δεν ξέρω κάν τι ήταν, πεσμένος, φτυσμένος, ένα χάλι ήταν , κράτησα λίγη αγανάκτηση και του κανα χώρο να φύγει.
οι κλούβες που έκλειναν τη λεωφόρο ανατράπηκαν και πάνω τους οι μικροί πάνθηρες φώναζαν στους απέναντι να κάνουν τόπο να περάσουν, το κτήριο έπρεπε να καεί, μιλούσαν για ένα μπουρδέλο, όλοι ξέραμε ποιο ήταν αυτό και ας μην είχαμε μπεί μέσα και είχε πάνω μας σχέση στενή, κάθε φορά που αποφάσιζε.
Οι καμπάνες άρχισαν να χτυπάν από μακριά, όχι χαρμόσυνα, ούτε λυπημένα, απλά βροντερά, αρχικά σκόρπια και αργότερα συντονισμένα, κάθε μισό λεπτό, σαν να μάζευαν δύναμη, σαν να έδινε ώθηση η οργή, όλες μαζί χτυπούσαν και ο ήχος μας πλάκωνε
Η κυβέρνηση επιστράτευσε το στρατό, τα κόμματα της αντιπολίτευσης ζητούσαν την παραίτησή της, εκείνη περίμενε ως ότου τα πράγματα έφτασαν στο απροχώρητο, ούτε τα όπλα, ούτε οι γενικοί συναγερμοί δεν πτοούσαν το εξαγριωμένο πλήθος.
Έπεσαν σφαίρες, πλαστικές και πραγματικές, γίνονταν συλλήψεις, μα πόσες στάλες να μαζέψεις όταν το ταβάνι σαν σουρωτήρι στάζει.
Οι πρεσβείες ζήτησαν όση βοήθεια μπορούσε το κράτος να προσφέρει και ύστερα-πλέον επίσημα- έπεσαν τα πρώτα τηλεφωνήματα με τις άνωθεν εντολές.
Χώρα σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, βοήθεια από έξω. Στόπ.
Ούτε ραδιόφωνα και τηλεοράσεις, σήμα μόνο δορυφορικό και οι λίγοι βολεμένοι έβλεπαν τη δαμόκλειο σπάθη να ταλαντούται πάνω από τα κεφάλια τους.
Δέκα νευραλγικά σημεία, ο δρόμος από το αεροδρόμιο, ο ισθμός, το τρένο, το φαράγγι, η σήραγγα και το ατμοηλεκτρικό εργοστάσιο με μερικά άλλα ήταν ικανά για να ξεσπάσει η μεγαλύτερη αναστάτωση από τη μεταπολίτευση και μετά.
Μέχρι εκείνη τη στιγμή μόνο οι δεν είχαν τα όπλα, μετά η κατάσταση ξέφυγε.
Οι πρωταίτιοι έφυγαν ή έφευγαν ή κρύβονταν ή κρέμονταν από το μπαλκόνι, τα μάτια διψούσαν για αίμα, η νέμεσις στον τόπο που γεννήθηκε ξεχάστηκε, μα δεν αποκοιμήθηκε, σε κάθε στέρνο μέσα παραφύλαγε και τη στιγμή εκείνη πήρε τα ηνία.
Ακόμα φορούσαμε τις στολές, η νύχτα εγκατέλειπε τη ρημαγμένη πόλη, που κατεδαφιζόταν υπό το άδειος των αποστημάτων που νοσούσε, δεν μιλούσαμε πλέον για την πόλη, η κάθε πόλη συνταρασσόταν από τους ίδιους εφιάλτες, τους ίδιους επίορκους και η αντιπαράθεση με το εθνόσημο γινόταν μόνο για να προστατευτούν υπό τα μπράτσα μπράβων οι πραγματικοί νονοί.
Θυμάμαι κάπου να χαθήκαμε, δεν άργησες να με βρεις, μέχρι που ήρθανε τα αεροπλάνα , γενναιόδωρα με όχι δώρα γεμάτα.
Να σαι καλά αλέξη
ελαφρύ το χώμα να ναι για σένα
βαρύ το χώμα που ποτίστηκε με αίμα για την δημοκρατια
26.11.08
θρησκεια ξανα...
σε εκανα εικονισμα όταν δεν το σκεφτηκα πολύ, παρα μόνο το ένιωσα. καθε βράδυ προσευχη να ξυπνήσεις δίπλα μου και ενα φιλι στα κρυφά , όταν δεν έβλεπες.
η θρησκεία λέν πως μοιάζει στην αγάπη, αχειροποίητες και οι δυό, δίχως απτά σημάδια, με μια πίστη για τυφλό οδηγό
αυτόκλητη απόστολος, μάζευα καθε μερα τους πιστους σου για προσκύνημα... την ψυχή, την καρδιά, το μυαλό, τα μάτια...
πολέμησα……αλλες μαχες κέρδισα και άλλες τις έχασα...
για να καταλάβω πως οι πιο αιματοβαμμένοι και μάταιοι πόλεμοι γίναν για μια θρησκεία.....
18.11.08
γειά και αντίο, λοιπόν
Ήμουν σε ένα καφέ, με απαλή μουσική και μαλακό φωτισμό, με μια σοκολάτα απέναντι που κρύωνε όσο έβλεπα το χέρι μου πυρετωδώς να γράφει, με πόναγε, όπως κάθε φορά που έπιανε την πένα να γράψει, έγραφε πάντα παραπάνω από τις αντοχές μου, από μόνο του, το ‘βλεπα, ήταν σαν να αποφάσιζε και να διάταζε, χωρίς να υπακούει κανένα , παρά ίσως σε κάποια εσωτερική υπαγόρευση που δεν γνώριζε από μετρονόμους, συντακτικό ή ορθογραφία, από χρόνο ή κατάλληλο περιβάλλον, από ορθοφωνία ή επιείκεια
Η κοπέλα που με σέρβιρε ήταν καινούρια στο μαγαζί, δεν την είχα ξαναδεί, με μάτια μεγάλα και βλέμμα ακόμα περιποιητικό, με πλησίασε διστακτικά ρωτώντας, μήπως δεν ήταν όλα καλά, μήπως να μου ‘φερνε κάτι άλλο, μα οι απαντήσεις δεν θα δίνονταν από το στόμα, την έβλεπα και έβλεπα το χέρι μου να της ζητά συγγνώμη, γιατί το κέντρο λόγου είχε μετακινηθεί στα δάχτυλα που είχαν αυτονομηθεί και τα σαγόνια ήταν σφαλιχτά κλεισμένα
Είδε την αδειοσύνη στο βλέμμα και αποτραβήχτηκε, πισωπατώντας, μέχρι που μια παλιότερη της είπε τους υπνογράφους μην ξυπνά και κείνη σε σιωπή αμέσως συνετάχθη.
Το ζευγαράκι πίσω μου έδινε όρκους και έπλεκε δάχτυλα, η θάλασσα στο βάθος έκαμε τα ιστία να χορεύουν, ο αέρας έξω ανέβαζε τους γιακάδες στους περαστικούς και μένα οι λέξεις πέφταν στο χαρτί βροχή κι όποτε σταματούσα ήταν για μια νέα αμπούλα μελάνι.
Σε σκόρπιες φράσεις και υποσέλιδα είπα ότι δεν είχε στην πραγματικότητα ειπωθεί, έβαλα λόγια στο στόμα τους και με ένα χέρι μουδιασμένο, σχεδόν απονεκρωμένο τελείωνα τις προτάσεις δίχως τελείες καθώς έφτανε η μεγάλη
Σε μερικές προτάσεις καιρό στερεώθηκε η φωνή μου, επέστρεψα στον κόσμο αυτό και ξαπλώθηκε σχεδόν λιπόθυμη η γραφίδα. Οι φλέβες κόχλαζαν και τα νεύρα δοκίμαζαν χιλιάδες εκκενώσεις σε κάθε τους χειραψία, τα κατάφεραν, ξαμολύθηκαν όλα στο χαρτί και απόμειναν ξαπλωμένα, αποκαμωμένα, με χαμόγελο.
Μια μεταχρονολογημένη ερώτηση για απάντηση ήχησε στο μαγαζί, σαν την άνοιξη, στους πάγους που λυώνουν, που αποκρυσταλλώνονται όλες για βοήθεια οι κραυγές ή σαν αντίλαλος που άργησε να γυρίσει,
-Τη σοκολάτα εννοούσατε ή τη ζωή μου; μα που να καταλάβει, εδώ εμένα μου πήρε τόσα χρόνια. Την καθησύχασα με μια κίνηση τακτοποίησης.
-Είστε καλά; κάποιος με ρώτησε
-Τώρα ναι
Σηκώθηκα να φύγω ,κάποιος μου φώναξε,
-Κύριε, τα χαρτιά σας
-Ευχαριστώ, αλλά τώρα έχω όλες τις απαντήσεις
Κάθησαν στο ίδιο ή σε διπλανά τραπέζια:
Τρελή, ψύχος, ηρακλής, ραλλού, χνούδι, σαλβαντορ, ρόδο, ναμπ, λεξ, mat,σκιες, motorcycleboy, μιστ, συγνεφιά, αλαφροίσκιωτος, αδαής,candyblue, τίποτα, πύργος, καπετάνισσα, μορφέας, πράξεις βίας, ξένος, βροχοποιός,kerasomallousa, ανθρακωρύχος, odada, sadcharlote, hdd345f, fragile, στέλλα, northella, aura, pandiony, genna, pixie, spy, koko, xrysfish, μόνα
λυπάμαι για όσους ξεχνώ
ωραία ήταν
Το βοριαδάκι έξω με φίλησε στο πρόσωπο και οι βροχοστάλες νότισαν το καφετί παλτό μου.
οι σκαπανείς βρήκαν στην άλλη φλούδα
έγραψα πολλά, θέλοντας να πω περισσότερα, ας είναι, τίμια συναλλαγή, έδωσα κλειδωνιές για αντικλείδια
11.11.08
- Αν είναι να τα χαλάσουμε, μπορώ να κρατήσω το μισό μου ανέπαφο;
- Με διάλεξες, με άνοιξες, με σάλιωσες, με διάβασες και μ’ αφησες αδιάβαστο. Μην σε πειράξει που δεν θα με ξαναβρείς στο ίδιο κεφάλαιο
- Αν σε σκέφτομαι; Ναι, που και που ξεχνιέμαι και κάτι άλλο περνάει απ΄το μυαλό μου
- Ζευγαράκια χώνονται κάτω από τη μικρή τους ομπρέλλα και η δική μου διπλή χάσκει άδεια με μένα από κάτω. Δεν σας την δανείζω, τυχεροί εσείς κι ας κοιτάτε έτσι, που ακόμα και τα καθημερινά πιο κοντά σας φέρνουν
- Μόλις τελειώνω απ τη δουλειά πίνω στο λιμάνι ένα καφέ κοιτάζοντας τα πλοία , μα πάντοτε επιστρέφω
- Και που δεν χτυπάω σαν καμπάνα, μη νομίσεις πως δεν σε σκέφτομαι χαρούμενα ή λυπητερα
- Δεν τέλειωσε το μελάνι, μα τα λόγια, δεν τέλειωσε η αγάπη, μα η αντοχή
6.11.08
3.11.08
Πότε θα σταματήσεις να μην με ψάχνεις;
· Πως γίνεται και οι φωτογραφίες συνεχίζουν να μας δείχνουν ανελέητα μαζί;
· Δεν βρίσκαν άλλο γράμμα για άγνωστο στις εξισώσεις από το δικό σου; Οι άπειρες λύσεις του χ κάθε φορά εμπαίζουν την ούτε μια δική σου
· Αν μετρούσαν τον χρόνο αλλιώς, θα ζητούσα δυό πόντους παπουτσιών μαζί σου. Μια ολόκληρη ζωή και βάλε
· Τα χνάρια σου από το πτώμα μου θέλω να δείχνουν φεύγα
· Σαν τον παλαιοπώλη στους δρόμους γυρνώ και σε ψάχνω, μα δίχως να φωνάζω. Πόσο πιο πιά;
· Θες να παίξουμε οι δύο μας κρυφτό και αντί να τα φιλάω να σε φιλάω;
· Δεν μ’ έκαψε ο ήλιος, μα που δεν ήρθες
· Τόσο καιρό στα παρασκήνια. Πότε άραγε θα παίξω ζωή;
· Ούτε το τηλέφωνο του μπάνιου πλέον λειτουργεί
· Πότε θα σταματήσεις να μην με ψάχνεις;
· Τις πιο ωραίες μου γραφές, τα βράδια, τους φανταστικούς μου φίλους κερνώ και λέμε όλοι εβίβα
· Γράφε, γράφε έλεγε το χαρτί. Όσο εσύ θα πονάς, εγώ θα πίνω
· Συλλυπητήρια μου διναν οι φίλοι στο δρόμο. Τι έγινε; ρωτούσα. Δεν τα μαθες; Χάθηκες
· Ξέρω πολλές αλήθειες που έμειναν ημιτελείς σε τσαλακωμένα χαρτιά και κάδους αχρήστων, που άνευρα καθαρογραμμένα γλαφυρά ψέματα που τα αντικατέστησαν, σαν εκείνο το, εσύ τι κάνεις; το δικό σου και το καλά το δικό μου
· Είχε μια πένα που έγραφε για τότε, που την πότιζε μόνο κόκκινη μελάνη, σαν να γινότανε δέρμα το χαρτί και αυτή να χάραζε κατάσαρκα
· Πόσο δράμα για λίγη ευτυχία;
· Πόσο ακόμα να βαστάω τα χαλάσματά σου;
· Μη φοβάσαι, κάτω από το χώμα θα μπορείς να ονειρεύεσαι συνεχώς και να ζείς μές στα δικά μου. Δεν θα το ξεχνάω, δεν σε ξεχνάω
· Ποτέ μια ερώτηση δεν ήταν μια κι καμία δεν κράτησε ένα λεπτό, ούτε καν εκείνες που ήξερες από πρίν τις απαντήσεις
· Ν΄ άνθιζες εσύ κι ας ήταν με άλλο ποτιστήρι
· Στην μπανιέρα κάποιες τρίχες των μαλλιών σου αιτούνται να επιστρέψεις
· Σταματώ κατά μεσής του πεδίου βολής να θυμηθώ ποιος είμαι και προς τα πού να πολεμήσω
· Με μάτια ασπρόμαυρα βλέπω τον κόσμο πλέον, όχι ρετρώ, ούτε ωραιοποιημένο, μόνο τονικά διαβαθμισμένο, ψάχνοντας θέμα να εστιάσω
· Σαν να μην το κατάλαβα πως έγινε, μα κρεατώθηκε η απουσία σου και γίνηκε φίλη
· Πόσες μιλιές χωρούνε άραγες μέσα σ’ ένα μελάνι;
· Αν κάτι ορίζω ολότελα, είναι μια σκοτεινή κηλίδα μες στα μάτια σου, στο σχήμα της μορφής μου
· Κρύψε μαχαίρια μες στα λόγια και απεύθυνε μου το λόγο
· Να μου ζητάς βροχή, για να κρατώ το λάστιχο, να μου ζητάς τον ουρανό να δίνω σου τον καθρέφτη, ζήτα μου τον ηλιάτορα, να φλέγομαι για σένα
· Οι οδηγίες χρήσης το γράφουν ρητώς: να μην μεταμοσχευθεί αυτή η καρδιά σε ευσυγκίνητο
· Ξέρεις πόσα σουγιάσματα φτιάχνουνε ένα σώμα; Με πόσες σκαρπελιές σμιλεύονται τα άκρα; Με πόσες της ράσπας διαδρομές λειαίνεται το δέρμα; Με πόσες μικρές χαραγματιές δίνεις πνοή και ζήση; δεν ξέρω, δεν τις μέτρησα ένα μονάχα είδα, πώς κάθε μου προσπάθεια, πόσο πολύ σου μοιάζει
· Τόσα γράμματα και να μην σε φτάνουν για να πεις όσα θέλεις
· Μια ευχή; Να γίνω η υφασμάτινη κλωστή στης ζωής σου το βιβλίο. Πιάνει;
20.10.08
σώσε με
Σώσε με ακούστηκε μια φωνή καταμεσής του κόσμου. Σ’ άγριο ωκεανό με μανιασμένα κύματα πάλευε το ψιλόλιγνο πουλί για να πετάξει, μα κείνα το τραβούσαν στο βυθό, στο βέβαιο θάνατό του.
Θέλησε να δεί τα ψάρια κι ερωτεύτηκε τη χάρη και το κολυμπητό τους, μα σαν βρέχτηκαν τα φτερά του δεν μπόραγε να πετάξει και απέλπιδα έλεγε τούτες εδώ τις λέξες.
Σώσε με
Μάτια μεγάλα θαλασσινά, πιότερο του πελάγου και τέτοιο πόνο και σπαραγμό δεν είχε ξαναντικρύσει. Μικρό πουλί μεγάλο να τραβήξει δεν είναι γραμμένο ούτε στ’ αδύνατα, μα κάτι ήξερε από μια πτήση πως οι άνθρωποι πετάνε για λίγο με βατήρες, ρίχνεται μια και δυό μες στο νερό και ψάχνει να πιάσει πάτο.
Στη σκέψη της ξελεφτέρωσης του έρωτα πουλιού του, κάπου χαμογελά και ανοίγει του το ράμφος, χάνεται η ανάσα η επαρκής για να σωθεί και το ίδιο, μα το χαμόγελο δεν λεει να φύγει απ του πουλιού το ράμφος.
Βρίσκει το πρώτο πάτημα σταθερό και τα φτερά τινάζει, οι νεροστάλες χύνονται πίσω στη νερομάνα και έτοιμο το πουλί είναι λέφτερο να φύγει να πετάξει, μα σκύβει μια και δυό και βλέπει του δεύτερου το ανοιχτό το στόμα και τα κλειστά τα μάτια, αρπάζει το απ τα φτερά και παίρνει το κουβαλώντας, γλυτώνοντας τ΄αντιχαστούκισμα της αθαλασσοπνίχτρας και πάει το σε απόμερο, υπήνεμο μέρος να το φροντίσει.
Φτερά κλειστά, μάτια κλειστά, χωρίς παλμό το σώμα, στόμα ανοιχτό, λόγια γλυκά, μα αυτιά κλειστά για πάντα, στάζει του δάκρυ γλυκαλμυρό από βαθιά συγκίνη και βρίσκει το ξάπλα ακριβώς, κει στη γωνιά στα χείλη και μια ιχνάδα ζωής που πήγε να αναλάβει, σαν βλέπει το πρώτο πάνωθε, γιομίζει η καρδιά του, ξέχειλη απ τη συγκίνηση, σαν νάβρε την παραδείσος και αφήνεται στον πεθαμό από όνειρο πλανεμένο.
Κλείνει το πρώτο τα φτερά, κουρνιάζει πάνω στο άλλο κι αφού στη ζωή χωρίστηκαν, ενώνονται στο τέλος
για του ενός το σώσιμο δεν είναι και των δύο
και ο θάνατος και η παράδεισος ζούνε στον ίδιο κόσμο
16.10.08
short stories
που ήξερε να φεύγει όταν έλεγε Σ’ αγαπώ
όσο το κρυφτό ήταν το παιχνίδι της,
τόσο το κυνηγητό ήταν η ζωή του
13.10.08
μικρών αγγέλων αγγελίες
-Πωλείται αξόδευτος ελεύθερος χρόνος
-Χαρίζονται μισοκαμένα ρεσώ
-Ζητείται πρόσωπο για να φωλιάσει σε λαιμό
-Χαρίζονται τόμοι με άχρηστες πληροφορίες
-Ενοικιάζονται περισκόπια
-Ζητείται προσευχή από δοκιμαζόμενο πιστό
-Ενοικιάζονται πατερίτσες για κουρασμένους ξυλοπόδαρους
-Ζητείται φίλος για εκπλήξεις
-Κλειδαράς αναλαμβάνει την ευθύνη διαρρήξεων για διαφήμιση
-Ζητείται πρωτότυπο σενάριο για ερωτική ταινία
-Πωλείται σαμπουάν για μάτια που δεν κλαίνε
-Ζητείται δεύτερη ευκαιρία για λάθη
-Εγγαστρίμυθος αναζητά την προσωπικότητα που ξέχασε
-Ξωτικά ζητούν παραμυθένιο μέρος
-Στο γιουσουρούμ της κυριακής οι πρόσφυγες πουλούν την ιστορία τους
-Παιχνίδια και παιδικές εκπομπές αγοράζονται από ηλικιωμένους που προσπέρασαν την άγουρη νιότη
-Διανέμεται δωρεάν εργασιακός φόβος σε οικογενειακή συσκευασία
-Ζητείται προς άμεση πρόσληψη χορευτής της βροχής
-Παραδίδονται όπλα
-Ζητείται κουβάς για πηγάδι ευχών
-Πωλείται ημερολόγιο λόγω θανάτου
-Χαρίζεται πιάνο με ουρά σε αίθουσα μπαλέτου λόγω αρθριτικών
-Χειρόγραφα ζητούν παραλήπτη
-Πωλείται ζώνη αγνότητας λόγω εγκυμοσύνης
-Ενοικιάζονται παγκόσμιες ημέρες
-Καθηγητής ζητά σεβασμό
-Ζητείται κόλλα ελαστική για ταλαιπωρημένο κουμπαρά
-Δελφίνι προσφέρεται για εθελοντική αιχμαλωσία λόγω σύλληψης του ταιριού του
-Πωλείται προσάναμμα αναμνήσεων
-Σφαίρες ζητούν στόχο
-Πωλείται καταγραφικό ονείρων και βιντεοπροτζέκτορας οροφής
-Ζητούνται ανατριχίλες από έργα τέχνης
-Πωλούνται άξυστα μολύβια, ακόμα αναίμακτα
-Ζητείται ησυχία σε ηλιόλουστο παγκάκι για γαλήνιο ύπνο
-Παραδίδονται μαθήματα επιβίωσης σε πτώματα
-Ζητούνται νέες θεωρίες από ισχυρογνώμονα
-Πωλείται λυσάρι για μεγάλα ερωτηματικά
-Ζητείται παυσίπονο από δρυοκολάπτη
-Πωλούνται επιθέματα για αδιόρατες εκδορές
-Ζητείται από μαθητευόμενο μάγο χαμένο κορμί
-Φροντιστήριο ξένων γλωσσών παραδίδει μαθήματα κοαξίματος σε νεαρούς πρίγκηπες
-Ζητούνται περαστικοί για τυχαίες καλησπέρες
-Πωλούνται τελευταία κομμάτια από κουδούνι ήχου γόβας
-Ζητούνται αντιδραστικοί για αντιπαραθέσεις
-Πωλείται τυχερό κόσκινο από χρυσοθήρα
-Αστροναύτης αφιερώνει επιλογές τραγουδιών σε φαροφύλακα
-Ζητείται μπάρα ικανή να σηκώσει βαριά ποτά και μοναξιές
-Παραδίδονται βραβεία ευρεσιτεχνίας σε μικρά παραπτώματα
-Πωλείται χοληδόχος κύστη για μελανοδοχείο
-Κουνέλια χάθηκαν σε καθαριστήριο από κοστούμι ταχυδακτυλουργού
-Ζητείται ισοκατανεμητής προσοχής από εσωστρεφή
-Πωλούνται ρολόγια με αντίστροφη μέτρηση για όσους διατηρούν ακόμα ελπίδες
-Ζητείται επιδέξιος δήμιος, οι μελλοθάνατοι παρακαλούν
-Σελήνη ζητά τροπική καταιγίδα
-Πωλούνται βατήρες για γκρεμνούς με βράχια
-Λυχνάρι ζητά να το αφήσουν ήσυχο
-Ακαλλιέργητες εκτάσεις λένε πως κρύβουν θησαυρούς
-Σκορπιός ζητά φίλη δι’ αλληλογραφίας
-Δίδονται προς αντιπαροχή γεμάτες σελίδες αντί λευκών, από απελπισμένο
-Ζητείται επειγόντως απόσυρση ευχής
-Πωλούνται καλοκαιρινά φουλάρια για ρουφηγμένους λαιμούς
-Παραδίδονται μαθήματα υποκριτικής από πρώην εραστή
-Ζητούνται μπουκάλια και γραφική ύλη από ναυαγό
-Υδρατμοί ζητούν παρέα και κατάλληλες συνθήκες για συμπύκνωση
-Πωλείται γράσσο για σιδερένια κρεβάτια και γλάσσο για σώματα
-Αμοιβαία μετάθεση ζητά φάντασμα από πύργο σε ναυάγιο για αλλαγή παραστάσεων
-Ανταλλάσσονται χρώματα με το μπλέ του κοβαλτίου από φυλακισμένους για ουράνια κελιά
-Ζητούνται κοφτερά δόντια για κομπιασμένη καρωτίδα
-Ανακυκλώστε τα μελαγχολικά έργα, η τέχνη διαθέτει ήδη αρκετά
-Παραδίδονται μαθήματα κυνικότητας από κατεστραμμένο
10.10.08
μικρές αγγελίες
-Ζητείται θάρρος για χαριστική βολή
-Χαρίζεται φαντασία για τελευταίες επιθυμίες
-Ζητούνται ευαισθησίες για ανταλλαγή
-Πωλείται ποδήλατο που έχει κάνει φανταστικές βόλτες κι ένα παιδικό με χαρτόνι στις ακτίνες
-Χαρίζεται το νυχτολούλουδο της σε γλάστρα χωρίς τις αναμνήσεις
-Ζητείται σαμιαμίδι για συγκατοίκηση σε δώμα. Τροφή και κρυψώνα εξασφαλισμένες.
-Πωλείται στόκος για τραυματισμένους μαυροπίνακες, μιας και η γραφή χαράζει
-Πωλείται ξύλινο κρεβάτι για καυσόξυλα
-Ζητείται νέα ταυτότητα, με ίδια βιομετρικά χαρακτηριστικά.
-Ζητούνται δοκιμασμένοι φακοί επαφής που έχουν δει ευτυχισμένες προσωπικές στιγμές
-Χαρίζεται φωτογραφική μηχανή σε γνήσιο μοναχικό. Παρακαλώ, μόνο σοβαρές προτάσεις
-Ζητείται συνοδηγός μέχρι το ακρωτήρι της καλής ελπίδας. Άμα τη αφίξη θα του παραδοθούν τα κλειδιά
-Κήπος ζητά να προσλάβει κηπουρό για φροντίδα, η παραγωγή χάρισμά του. Απαραίτητα θα πρέπει να γνωρίζει από κλάδεμα ανανέωσης
-Χαρίζεται τάφος δίπλα σε μοναχικό κύριο για μεταθανάτια παρέα
-Ζητείται παραμυθάς για τηλεφωνικό νανούρισμα, γνωρίζοντας επικίνδυνες ιστορίες με ανώδυνο τέλος
-Πωλείται άθικτη τραπεζαρία λόγω αντικοινωνικότητας
-Αναζητούνται χαμένες ελπίδες
-Πωλείται βωμός λόγω έκπτωσης θεας
-Ζητούνται νέοι ηθοποιοί για ρόλο φίλων και ηλικιωμένος για πατρική φιγούρα και εξιλέωση
-Χαρίζονται κενοί φάκελοι αλληλογραφίας με τα γραμματόσημα κομπλέ
-Κουτάβι ζητά να του χαρίσουν αγάπη
-Ψάρια συντριβανιού παρακαλούν ερωτευμένους και απελπισμένους να δίνουν τα κέρματα στους γύρω επαίτες γιατί τρομάζουν
-Κλόουν ζητά λιοντάρι με πλήρη οδοντοστοιχία για χορταστικό θέαμα
-Προσφέρονται δωρεάν μαθήματα ευγένειας σε κακότροπες δεσποινίδες
-Πωλούνται τρίφυλλα τριφύλλια σε άτολμους ερωτευμένους
-Αγοράζονται όσο όσο τρυφερές ιστορίες
-Αναζητείται τρυφηλός σβέρκος για τεκμηρίωση εξουσίας
-Ζητούνται τέστ και λύσεις ερωτικών θεμάτων από την δεκαετία του 90 και μετά
-Πωλούνται λόγια βέλη για σίγουρα αποτελέσματα
-Παραδίδονται κατ’ οίκον μαθήματα εγκατάλειψης
-Πωλείται τραπέζι για ένα άτομο και μια καρέκλα, γιατί βρέθηκε ταίρι
-Χαρίζεται σετ μαχαιροπίρουνων, καρφωμένα σε πραγματική πλάτη
-Χαρίζεται καθρέφτης με φωτογραφική μνήμη
-Πωλείται κλουβί, λόγω απόδρασης
-Παραδίδονται μαθήματα αυτοκαταστροφής σε καταθλιπτικούς, στην ταβέρνα το απόγιωμα. Ο τελευταίος όρθιος πληρώνει το λογαριασμό
-Ζητείται λησμονοβοτάνι
-Ζητείται διαμέρισμα στην οδό, απέναντι από τον αριθμό, με θέα στον απέναντι όροφο
-Ζητείται μοντέρ στιγμών
-Αγοράζονται χρησιμοποιημένα φλιτζάνια από απεγνωσμένο συγγραφέα. Ο καφές διανέμεται δωρεάν
-Αγοράζω κούπες της με το αποτύπωμα των χειλιών
-Δίδεται δι αντιπαροχή δίσκος βινύλιο σε κατάσταση προχωρημένης φθοράς κολλημένος με τη βελόνα σε λειτουργικό πικάπ. Το τελευταίο χαρίζεται ως άνευ αξίας

.jpg)



