20.9.07

με αντέχει ο έρωτάς σου;


βαστάξου να δείς










κι αν πέσω;













θα σε πιάσω











και αν αφεθώ και χάσεις με, εγώ τι θα απογίνω;




ποιός έρωτας κρατήθηκε μονάχα από τον ένα;


όνειρα



θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό

στάλα τη στάλα συναγμένο απ΄το κορμί σου

17.9.07

και αν δε μπορείς, στη θάλασσα να τις ρίξεις



1.γέμα τις λευκές σελίδες αν μπορείς, αν τολμας

Πες μου πως μετράς εσύ την ώρα να σου πώ πως μέτρησα εγώ τη δική μου. Μην κουράζεσαι, θα σου πώ εγώ.
Με ένα μικρό πικρό σαπούνι κανέλλας, μπορεί να μην το δοκίμασα, πάντως αυτή ήταν η γεύση που μου έμεινε στο τέλος.
Ποιό τέλος; Αυτό που δεν ήταν γραφτό ποτέ να δοθεί, όταν απέναντί σου δεν υπάρχει παρά μια χίμαιρα εικόνα σου, μια ανάγκη κρεατωμένη, μα με δική της υπόσταση, ανεξάρτητα από σένα, σε άλλο έργο πρωταγωνίστρια, μακρυά και εξόν από σένα, από μένα, από το σενάριο και την σκηνή της ζωής μου.
Ένα σαπουνάκι, σαν και τα αρχαία που κάποτε έφτιαχνα, ένα οκτάωρο δικό της μια γλυστερή ψυχούλα σκυμμένη, μαζεμένη, κυρτωμένη στα τέσσερα, πιο μαζεμένη και από μαλωμένο σκυλί, από κουρνιασμένο πλί, από σκατζόχειρα αγουροφοβισμένο.
Κάθε όποτε περνούσε, έβλεπε ένα καφέ κομμάτι εστέρα λιπαρών οξέων να μετασχηματίζεται σε χέρια, πλάτη, σώμα, μαλλιά, κάποιον χωρίς πρόσωπο και μάτια, όλα κρυμμένα.
Κάθε φορά κοκκίνιζε όλο και περισσότερο, ιδίως όταν τριγύρω μου κάθισαν οι υπόλοιπες σερβιτόρες και με κλεφτές κουβέντες και ματιές έψαχναν να εκτιμήσουν το εργόχειρο, τις προθέσεις μου και εμένα, να 'χουν κάτι ανακαλύψει, να αχούν αργότερα κάτι να της πέψουν, να χουν ανασκάψει κάποια αλήθεια, κάποια ανακολουθία, κάποιο ψεγάδι, ό,τι μυστικό ο νεοφερμένος κουβαλούσε στα λίγα μπαγκάζια του.
Ερώτηση στην απάντηση και βλέμμα διατρητικό, σαν σφαίρα και ξαναπυροβολισμός από άλλον ελεύθερο σκοπευτή.
Τα χέρια ικανά δούλευαν τη μαλακή σάρκα εν τη γενέση της με τρυφερότητα και το μάτι δρεπάνιζε τα ακόντια που πετάγονταν κυκλωτικά, δίχως κανένα στόχο να βρίσκει.
Ποια παγίδα να σε καταπιεί σαν στο χώμα δεν πατάς;
Ποια θηλιά να δέσει τον αέρα;

Η ματιά της σαν φοβισμένου ζώου έπεφτε πάνω μου και όταν ήταν να διασταυρωθούν, αμέσως άλλαζαν διεύθυνση, μα τα μακριά μαλλιά της πρόδιδαν την κίνηση.
Ήρθε και ο ψήστης, αναδουλειά το μεσοπρωινό του σεπτέμβρη, κάθισε για λίγο όρθιος από πίσω μου, τα μάτια τους έδειξαν εκείνη και μένα, ίσως και ένα κούνημα στο κεφάλι, ίσως ένα χυδαίο χαμόγελο, ο τύπος ενημερώθηκε όλη την ανομολόγητη ιστορία και πήγε για τσιγάρα.
Οι ερωτήσεις απροκάλυπτες, ξεδιάντροπες, σχεδόν κανιβαλιστικές. Το ξερα αυτό το παιχνίδι, μπορούσα να το παίξω, γιατί ο βρεγμένος τη βροχή δεν την υπολογίζει, μα εκείνες;
-από πού είσαι;
-από πάτρα. Εσύ;
-πως και από τα μέρη μας;
-έψαχνα κάποτε τον έρωτα και ήπια ένα καφέ μαζί του. Με θυμάσαι;
-είσαι με τα καλά σου; Πρώτη μου φορά σε βλέπω.
-άρα εσύ δεν έψαξες ποτέ τον έρωτα να βρείς. Δεν πειράζει όμορφη φαίνεσαι, θα σε βρούν πολλές προτάσεις.
Μείον μια, σηκώθηκε με νεύρο.
-άρα τον βρήκες. Και είχε όνομα ο έρωτάς σου ή μόνο σώμα;(χαμόγελο νίκης)
-σαν με ρωτάς μου φαίνεσαι και εσύ μικρούλα. Γίνεται ο έρωτας όνομα και πρόσωπο να μην έχει; Ακόμα και ο αυνανισμός έχει κάποιο πρόσωπο για αφορμή. Τι λες;
Μείον δύο, η νίκη καταποντίστηκε. Η λέξη θορύβησε πολλά αυτιά, λες και μόνο στο κρύωμα ο άνθρωπος τρίβεται.
-πως μπορείς και το κάνεις δίχως να βλέπεις; ρώτησε μια πραγματικά μικρούλα, γεμάτη σχέδια στον κόρφο και στην γυμνή πλάτη της.
-τα δάχτυλα έχουν μάτια από μόνα τους, και αυτιά και γέψη. Έχουν μεζούρες μέσα τους και μνήμη να θυμούνται, τα σώματα που γνώρισαν, που χάδεψαν, που σμίλεψαν την ομορφιά που πήραν τους τον κάματο.
Έχουν αυτιά που γρικούν, της σάρκας τις ορέξες, που θέλει πιότερη πίεση, διστακτικά που να βαδίσει, που κρύβεται ο στεναγμός, πώς να την ξεκλειδώσει.
-όμορφα τα λές, λες και τα σπούδασες.
-χρόνια πολλά ξοπίσω από του έρωτα τα θρανία, κάποτε αδιάβαστος, ανέτοιμος, συχνά μετεξεταστέος, βγαίνοντας εκτός θέματος, μπερδεύοντας την στίξη και την τελεία με άνω, παλιά αντιγράφοντας συνταγές, αυτοσχεδιάζοντας πλέον, νομίζω πως κάποια έμαθα και κάποια θα τα μάθω. Τώρα αν τούτα σπούδασα, σου λέω ναι, τα έμαθα στο πετσί μου.
-τι ήρθες να κάνεις εδώ; Τι σε έφερε στο νησί μας ξάνα;
-ο λόγος και η αφορμή βρίσκονται σιμά σας, καλό είναι να τους αφήσετε να τα πούν, να δούμε που θα βγάλει.
Ακόμα και οι χοντρόπετσοι κατάλαβαν πως έπρεπε να σηκωθούν, να φύγουνε λίγο πιο μακριά, αυτή να έρθει να καθίσει.
-δεν το καναν από κακό, για να με προστατέψουν ήρθαν.
-το ξέρω, κακία σε κανέναν δεν κρατώ, μα δεν ταξίδεψα τόσα χιλιόμετρα κακό να κάνω. Ένα φτιασίδι, τούτο εδώ, στα χέρια σου να αφήσω, με έναν δυό λόγους σου καλούς μέσα μου να κρατήσω.
-γιατί ξανάρθες;
-θυμάσαι εκεί, στου λιμανιού την άκρη, κάτι χωμένο, ένα χαρτί, με κάμποσες σελίδες, οι πιότερες λευκές και κάποιες γεμισμένες;
-το ημερολόγιο; Ναι το θυμάμαι, το έχω.
-θυμάσαι πως τελείωνε, η τελευταία γραφή του;
-πέρασαν τόσα χρόνια, δεν μπορώ, εσύ να μου θυμίσεις.
-σαν δεν θυμάσαι, είναι σαν να μην ποτέ υπήρξε.
-μα κάτι υπήρξε.
-που μπορεί να μην αξίζει κανείς να το θυμάται.
-με τιμωρείς;
-εμένα τιμωρώ, εσένα προστατεύω.
-από τι;
-από τη θύμηση.
-δεν σε κατάλαβα ποτέ, ούτε τώρα.
-αυτό που εσύ δεν μπόρεσες να θυμάσαι είναι ότι για μένα στοίχειωσε τότενες τη ζωή μου. Αν δεν θυμάσαι, γλυτώνω σε από την τάραξη και εμένα από την πίκρα.
-πάντα τόσο βαρειά τα έπαιρνες.
-το πάντα, δυό μόνο μέρες, όσο που σε συνάντησα, μέχρι που ξαναχάθηκα.
-ήτανε για σένανε σημαντικές οι τότε καταγραφές σου; Αν ήταν για το τετράδιο, να σε κεράσω άλλο.
-θαρρώ πως ήρθε η ώρα μου πάλι να σε αφήσω. Κράτησε τούτο, χάρισμα, να σου κρατάει παρέα και αν δεν το θεν τα μάτια του, να το πλυθείς να λυώσει, πάνω σου, ότι για σένα γένηκε και για καμίαν άλλη.
-στάσου, μη φεύγεις με θυμό, μη μου γυρνάς με λύπη. θαρρώ πως δεν την ξέχασα εκείνη τη γραφή σου, προσπάθησα να δώ για σένα πόσο σήμαιναν εκείνα σου τα λόγια. Δεν είν΄ της ώρας, έχω δουλειά, λυπάμαι που σ’ αφήνω, θες να τα πούμε αργότερα, στου λιμανιού το κάστρο, έχει ένα μπάρ εκεί καλό, που πάω και τρυπώνω, ο χρόνος εκεί ξεκόβεται κι η μνήμη μολογάει.
Σηκώθηκε, με κοίταξε, είδα μια χαραμάδα, μπορεί αυτή η μάγισσα να μου λυνε τα μάγια, πέταξε πίσω τα μαλλιά, τους πέρασε ένα βέλος, κοιτάχτηκα μα δεν έλλειπε τίποτα απ την καρδιά μου, μόνος μου το έβγαλα αργότερα και έκλεισε η πληγή του.
Οι άλλες την περικύκλωσαν, όλες ρωτούσαν να μάθουν, να σπιγουνέψουν, να της πούν καλά να με προσέξει, πως είχαν σαν και με πολλούς αναγνωρίσει, να μπλέκουν το πάθος με κακό και να τις περιφέρνει ο τρόμος.
Τα χρέη μου τα πλήρωνα και με το παραπάνω, με χρόνο και με μπλέξιμο και με πολλές σελίδες, τη μια άκρη έβρισκα και έχανα κάποιαν άλλη.
Σαν κάποτε ξεμπέρδεψα με τόνους και με παύλες και στη ζωή μου έβαλα τις άνω, κάτω τελείες, ατρόμητα και ανίκητα έκλεινα λαβυρίνθους, παίρνοντας την κάθε στοά, που έβγαζε στο τέλος και στο αδιέξοδο γυρνούσα πάλι πίσω και κάθε σπηλιά εσφράγιζα, μην πάλι ελαθέψω.
Ήταν η τελευταία μου και η πιο φαρμακερή μου, γιατί όλα προτού αρχίσουν τέλειωσαν, μπορεί και στο μυαλό μου, ας είναι δυό μέρες έδωσα και πάλι εισιτήριο βγάζω, τέτοιαν ήταν η μοίρα μου, να ερωτώ και να φεύγω.
Είδα της πόλης τα αδιάφορα που όλοι φωτογραφίζαν, από μπροστά τους πέρναγα για να περάσει η ώρα, τρώγοντας έγραφα πως όλα είχαν αλλάξει, πως μέσα μου κάτι πέτρωσε και ήθελα να το βγάλω, ένα γιατί που έμεινε αναπάντητο, που σαν γατί νιαούριζε για λίγη προσοχή και έμεινε στα αζήτητα, μες στα κλουβιά του μπόγια.

Με πήρε πως δεν ημπόραγε στο ραντεβού να έρθει, κάτι είχε αλλάξει στη φωνή, κάποια μικρή τρομάρα, να πώ ακριβώς τι ήτανε, δεν είναι η δουλειά μου, ο ανασασμός μαράθηκε και η πέτρα αποσπάσθη, του έγκατός μου το θηκί ευθύς ελευθερώθη και κάποια εικόνα της ραγίστηκε σε χίλια δυό κομμάτια.
Μπορούσα και κείνη τη στιγμή, να πάρω το καράβι και να φύγω, σαν τόσο λάθος να κανα, τώρα αναγνωρίζα.
Νύχτωνε η ώρα και ο καιρός άρχισε να αλλάζει και έδωσε τη θέση της η κάψα στον αγέρα, σηκώθηκαν τα σκουπίδια τους και χόρευαν στις γωνίες και κάποιες σταλούσες λασπερές έβαφαν τις αυλές τους, ο κόσμος μερμήγκιζε αλλόφρωνας μες στα στενά σοκάκια και οι τουρίστες έμεναν με στόμα ανοιχτό το θέαμα κοιτώντας, μια τέτοια αναστάτωση, που όμοια δεν είχε άλλη, ενώ εγώ τελείωνα τον δεύτερο καφέ μου στο μπαράκι της το υπόγειο που έπαιρνε να βουλιάζει.
-παρακαλώ σας κύριε, φύγετε να το κλείσω, άνοιξαν οι ουρανοί τις κάνουλες και έρχονται ποτάμια, είναι η περιουσία μου, ότι ακριβώς διαθέτω, παλακαλώ σας φύγετε, τα χάνω από ώρα σ’ ώρα.
Εκείνο το μικρό καφέ ήτανε στα ριζά του ενός πετρόχτιστου τριστράτου, εκεί που τα νερά συνέκλιναν, μπάζαν τα παραθύρια, έμπαζε η πόρτα και κατέβαινε χείμαρρος τα σκαλόνια, λούμπιζε το πάτωμα και εγώ έπινα τον καφέ μου.
-τι να το κλείσεις, ότι δεν σώζεται, άσε το να το πάρει, το ποταμιού η όργητα, θεά η κατασκρόφα, για να ξεπλύνει ανόσιες ενέργειες των ανθρώπω, και ας πνιγεί ότι είναι γραφτό, οι άλλοι θα γλυτώσουν.
Δεν πεθυμώ το γλυτωμό, μα και το θανατό μου, άκουσε τι σου λέω σου και εσύ αμέσως κάνε.
Σήκωσε μπρίζες και καλώδια που τρέχουν στο πάτωμά σου, σήκωσε το ψυγείο σου σε τούβλα ακούμπησέ το, κλείσε της αποθήκης σου την πόρτα με πετσέτα και άσε προς το μπαλκόνι σου την πόρτα να ανοίξει, ότι νερά και ποταμοί από τη μια να μπούνε, μην βρούνε όποια αντίσταση και από την δυό να βγούνε.
-σήκω σου άγιε και βοήθα με, δεν θα τα καταφέρω, έχω γυναίκα και μωρό κοντά τους θέλω να μαι, τουτη την τρισκατάρατη στιγμή που όλα βουλιάζουν. Πάρ’τα κλειδιά και ότι θαρρείς πως είναι καλυτέρο, κάντο μου και αν σωθείς, σε κάνω συνεταίρο.

Έφυγε και με άφησε να πίνω απ το μπουκάλι, κάποιο πιοτί πορτοκαλί, με τα ηχεία στο τέρμα.
Πολλή η βροχή, δεν ξεγελάστηκε, ήρθε κατά τα μέρη μου καρφί να με πνίξει, άτιμο θηλυκό και αυτή, από δάκρυα γινομένη, ενός αντικυκλώνα το ματί πάνω μου κεντρωμένο, το πιο χαμηλό βαρομετρικό στο χάρτη από το άτακτο φευγιό της, μα εγώ εκεί, να περιμένω ό κόσμος να χαλάσει, πιστός σε κάποιο ραντεβού, της μοίρας μου κλεισμένο, ή να σωθώ, ή να χαθώ, δεν με ένοιαζε και τόσο.
Πάνω που το ποτάμισμα ξεχύνονταν απ την μια στην άλλη, ανάμεσα σε διάδρομο από καφάσια μπύρας, είχα το πόδια μου ψηλά αράζοντας στο τραπέζι, παρέα με αράπικα φυστίκια και αιγίνης, ενώ έξωθε του μαγαζιού ακούγονταν οι κόρνες, τα σειρηνίσματα από τα ασθενοφόρα, της πυροσβεστικής τα οχήματα και συναγερμούς παρασυρμένων οχημάτων, στη θάλασσα ξεβράζονταν μαζί με πράσινους κάδους και πλαστικές καρέκλες.
Απ’ ότι αργότερα, ειπώθηκε καταστροφή σαν τέτοια, ουδέποτε ξανάζησε η πόλη ή το νησί τους, αδικαιολόγητη έμεινε, κανένας δεν αναφέρθηκε σ’ αυτή, μην πλήξει τον τουρισμό τους και στα παιδιά τους πέρασε σαν θεϊκή μανία.
Έριξε όσο νερό περίμεναν να πέσει μες στο χειμώνα σε 4 ώρες καιρό, μέχρι να βαρεθώ να φύγω. Πήρε να κόβει το νερό, ο όγκος και ο θυμός του, άρχισαν τα φρεάτια αχόρταγα να πίνουν και το περίσσιο το νερό ελάχιστο να μένει, αφήνοντας πεντακάθαρη την μιαρή την πόλη και τα λιθόστρωτα σοκάκια της να λάμπουν από τη σκόνη.
Πήρε να φορά το κοντομάνικο η απανσέληνος νύχτα και το μακρύ σαλβάρι της να μην το φυσά ο αέρας, πήρε να τελειώνει η μουσική, μαζί και η διάθεσή μου και είδα κάποια να στέκεται στης πόρτας το κατώφλι.
-όποιος και αν είσαι, φύγε από δώ, δεν είσαι καλωσήρθες, του κάτω κόσμου δαίμονα, γιατί άγγελος δεν είσαι.
-καλώς σ’ αφήνω και στον τόπο αυτό, δεν θα ξαναπατήσω, αυτό σου ζητούσα εξ αρχής, να με ελευθερώσεις και στο κρυφτούλι σου αυτό, άλλο δεν παίρνω μέρος, με έδιωξες, το έλαβα, ηρέμησε η ψυχή μου, αφήνω σε, ελεύθερος, πάλι να ανασάνω, δίχως καημό, ίσως και αν, να κουβαλώ από μέσα. Πάω, στο καλό, να σαι καλά, εσένα να προσέχεις.
-σου είπα αλήθεια πως θυμόμουνα τι έγραφες στο γράμμα, το χα προσέξει και με στιγμάτισε για κάποιες νύχτες, ώρες, μα δεν περίμενα μπροστά μου να σε ξανάδω. Με ρώτησαν, μου ζήτησαν τα σου χαρτιά να δούνε και σαν τους τα δειξα, ανοίξανε πάνω οι ουρανοί μας και μόνο σαν στη θάλασσα εβούλιαξε, πετώντας το με μανία, πήρε η αναστάτωση να σιγοκοπάζει και σε ενός τσιγάρου τον καιρό να έχει σταματήσει. Ποιος είσαι και τι θέλησες από εμέ να μάθεις;
-όλα μου τα πες, καμιάν ερώτηση δεν έχω πια για σένα. Δεν έχω χρόνο για σένα πια φεύγει μου το καράβι, άκου το που ακούγονται του μπάρκου του οι κόρνες. Κάπου εδώ αφήνω σε, κοίτα να το ξεχάσεις και μην ξαναπαίξεις με του έρωτος την άγια αδυναμία.


13.9.07

πάμε μια βόλτα εδώ γύρω;

-Έλα μου.
-Να 'σαι έτοιμη.
-Πότε;
-Σε μισή ώρα θα είμαι σπίτι.
- Για πού;
-Πότε είχε αξία ο προορισμός;
-Να ξέρω καλό μου τι να φορέσω, βουνό; Θάλασσα; Εκδρομή; Βόλτα; Καφές; Τι έχεις στο νού σου;
-Ψήσε μια πίτσα, βάλε τυροπιτάκια, σπανακοτέτοια και βάλε μποτάκια για υψόμετρο.
-Για πόσους;
- Οι δυό μας, γιατί οι ζωές των άλλων αρχινούν το Σάββατο και λήγουν την Κυριακή. Τι λές; Είναι τα έλατα δελεαστικά για σένα;
-ουι ουι!

Αφήσαμε το σταγονοαυτοκίνητο στο σπίτι και πήραμε το τρακτερωτό.
Κινήσαμε προς χωριό. Οδηγός η κερασομαλλούσα. Γεμάτο το ντεπόσιτο με μπετζίνα, κάργα στα σούπερ οκτάνια.
-Από ποιό δρόμο;
-Αριστερά, ευθεία, απέναντι στον κόμβο, στο ποτάμι ευθεία, στη νεροτριβή αριστερά και μετά όλο πάνω.
-Πάνω που;
-Στο βουνό.
-Μέχρι πού;
-Ώσπου να χαθούμε.
-Ωραία μετά ξέρω και εγώ.

Ο ήλιος από τη δουλειά στο σπίτι ήταν γλυκύτατος, την περασμένη Πέμπτη.
Ο καιρός δροσερός, η μέρα φθινοπωρινή, τα πρώτα κρύα απότομα έκαναν την εμφάνισή τους μετά την παρατεταμένη ζέστη, τον καύσωνα, τις πυρκαγιές και την απόγνωση.
Τα σκούρα σύγνεφα μετέφεραν μιαν υποψία βροχής και δεν άντεχα άλλο τις ανέλπιδες εικόνες.

Ελάτια, πεύκοι, φρύγανα, κουμαριές, λιθόκτιστα γρέκια ψηλά χωμένα στον κόρφο του βουνού που στοίχειωνε από παλιά τα όνειρά μου.
Ο παναχαϊκός.
Η μάνα μου από 'κεί, στο τελευταίο σπίτι του τελευταίου χωριού ανεβαίνοντας στην κορυφή του.
Τόσα καλοκαίρια στις πλαγιές του,
στις στέρνες και στις ρεματιές, παρέα με βατράχια, κατσίκια και ιστορίες για ξωθιές, νύμφες, καταραμένες νύφες, αντάρτες και θαύματα. Όλα ανακατωμένα στο παιδικό μυαλό, όλα σχεδόν ξεκαθαρισμένα στο ενήλικο μου πλέον.
Η κερασομαλλούσα οδηγούσε, δικό της το μικρό θηρίο, μόνο που ενώ ήξερε από καλό λάδι, μιας και ο πατέρας της διέθετε ουφ ολίγες ρίζες, στο καψερό δεν είχε στάξει σταγόνα 30-10 και από τα μέσα της διαδρομής σταμάτησε να βήχει λευκό καπνό, μιας και το 'φαγε όλο του σαν καλό μαντηλάκι.
Θα έδειχνε αν μέναμε στο βουνό με κολλημένο όχημα ή θα γινόταν πυροτέχνημα σε καμιά ανηφόρα.
Αεράκι δροσερό φυσούσε στις στροφές του βουνού, σαν εγκαταλείψαμε την άσφαλτο και διαβήκαμε το κατώφλι της ελάτης.

-1100 μέτρα υψόμετρο, αναφώνησα μεγαλόφωνα κουνώντας το κεφάλι, σαν σύγχρονος ταχυδρόμος που επινόησε τις μεταφορές.
Τα δέντρα έστεκαν πυκνοφυτρωμένα, δασωμένα σε δυό τρείς ορόφους, με πιτσιρίκια έλατα, χαμερπή σαν τον φραγγέλη, με διχαλωτούς κορμούς, σπασμένα μπράτσα από τον άνεμο, παρασιτικούς κισσούς μπλεγμένους στην κόμη τους και απροκάλυπτα επιδεικνύοντας τα φαλλοειδή αναπαραγωγικά τους όργανα, τους εν στύση θηλυκούς κώνους τους, κοροϊδεύοντας τον βοριά για παλαιομυθικές του αμαρτίες.

Ο τόπος μοσκοβολούσε ρετσίνι και θυμάρι, από πληγωμένους κορμούς και ρέμπελους θάμνους, κακαρέτζες από γιδοπρόβατα και νοτισμένη γή κάτω από τις ελατοβελόνες.
Ο παναχαϊκός δεν είναι στέρφος από ζωή, φιλοξενεί πολλά μαντριά στην άκρη του πουθενά, εκτατική κτηνοτροφία, με απέραντες πλαγιές να δοκιμάζονται τα κερασφόρα δίοπλα σε ορειβατικούς ισορροπισμούς πάνω από το χάος, σε πετροκυλήματα, σε μεγαλοπρεπείς επιβάσεις με θέα, βρε και ο ίδιος ο πάνας να βαυκαλίζεται βλέποντάς τα να σμίγουν και να ενώνονται βουκολικώς.
Ταχύτητα πρώτη, 4επί4 μετάδοση στους τροχούς και οι ανηφοριές γίνονταν ανώμαλες ευθείες.
Κάποια στιγμή φτάσαμε στο σταυροδρόμι. Το τέλος του γνωστού μου κόσμου, ως εκείνη τη στιγμή, από κεί και πέρα το άγνωστο.
-Να γυρίσω;
- Ας αλλάξουμε θέσεις.
Ο καπετάνιος πήρε το τιμόνι και διάλεξε την πιθανότερη διαδρομή για να χαθούμε. Τι μας ένοιαζε;

Φαγητό είχαμε μπόλικο και στη χειρότερη των περιπτώσεων η κερασομαλλούσα εθεωρείτω εκλεκτόν έδεσμα. Και θα την τιμούσα, αυτό να λέγεται!
Μεγαλόπρεπες κορυφές, απύθμενα φαράγγια, αιωνόβια δέντρα, ρόμπολα κατακεραυνωμένα από θυμούς διός, πηγές περιχαρακωμένες
από ποτίστρες ζώων και χειροποίητες κουρούτες για κρήνες των ανθρώπων
Η διαδρομή άρχισε να γίνεται από ενδιαφέρουσα έως επικίνδυνη, αλλά το μικρόβιο του φόβου απουσίαζε από το σώμα του καπετάνιου, ενώ η καρδιά του μούτσου είχε γίνει φρέσκο ψάρι σε απόχη, δηλαδή η κερασομαλλούσα ήτω τρομοκρατημένη, με εμφανέστατα τα χτυποκάρδια στα μηνίγγια όχι για την πάρτη μου, αλλά για τις περιπτώσεις που οι ρόδες έγλυφαν το φρύδι του δρόμου.
Δεν υπήρχε κίνδυνος κανένας, μεταξύ μας το λέω, ούτε καν όταν συναντήσαμε μια μικρή φυτεία από «καλαμπόκια» πίσω από συρματόπλεγμα.
-Τι καλλιεργούν εδώ πάνω; ρώτησε το αγνό και αθώο πλάσμα.
-Κανναβόσιτος, είναι μια καινούρια ενεργειακή καλλιέργεια, την τρώς, την πίνεις, την ντύνεσαι και σε χορταίνει.
-Ενεργειακή για ποιο λόγο;
-Γιατί σε ταξιδεύει!
-Δεν με κοροϊδεύεις;
-Σου 'χω πεί ψέματα ποτέ;
-Πολλές φορές.
-Αυτές δεν πιάνουν, ήταν μέχρι να σε παντρευτώ, ο έρως δικαιολογεί πολλά τερτίπια.
-Μα μου λές και τώρα. Δεν πλησιάζεις να βγάλω καμιά φωτογραφία;
-Άσε καλύτερα, γιατί μας βλέπουν, χαιρέτα και φύγαμε.

Τα έλατα αντάλλαξαν τη θέση τους με τα αγκάθια
και τα φρύγανα, ενώ οι πέτρες ήταν μπολιασμένες με λειχήνες και βρύα όσες έκαναν κούρμπα στη ράχη τους, ενώ στις πιο άγριες ξέσματα μαλλιού από φαγουρισμένα ζώα έμοιαζαν με αριόφυτες μπαμπακιές.
Έπαιρνε να νυχτώνει και όντως ήμασταν εκεί για όπου ξεκινήσαμε, σχεδόν χαμένοι, στον παιδικό μου γίγαντα, στο πατρικό βουνό μου.

Χωρίς χάρτες και κατζιβλίκια gps και τα ρέστα, είπα να αφήσω την δυναμική ενέργεια να με προσανατολίσει.
Η κορυφή του βουνού ήταν το οροπέδιο, το πρασούδι, με το ρημαγμένο καταφύγιο. Από κεί ήξερα πώς να κατέβω και από τους δύο τους δρόμους.
Ο άλλος ήταν πιο σίγουρος, ακολουθώντας τον δρόμο πίσω που σαν σύγχρονος θησέας είχα αφήσει μέχρι κάποια στροφή το λευκό ίχνος της εξάτμισης και πιο σίγουρα, τα τέσσερα τραχτερωτά πατήματα, αλλά δεν μου 'κανε καρδιά να δηλώσω αποτυχία και να γυρίσω με σκυμμένο το κεφάλι.
Η Τρίτη επιλογή φάνταζε η πιο εύκολη, όλο προς τα κάτω, πυξίδα εκεί που συγκλίνουν οι χείμαρροι και τα ρέματα και κάποτε θα φτάναμε στη θάλασσα.
Μέσα μου με τριβέλιζε το όνομα του σαλονικέα χέρκιουλη και είπα να πάρω τον δρόμο τον δύσκολο, την ανηφοριά.
Δύσκολος δρόμος και σίγουρα όχι της σύνεσης, ούτε της σωφροσύνης.
Σε απέναντι πλαγιές βλέπαμε που και πού φωτάκια από στάνες, κάποιες και απέναντι πάνω στη ναυπακτία.
Ένας παράδρομος μας έβγαλε σε ένα χωριουδάκι
-σωθήκαμε, πρέπει να σκέφτηκε το κόκκινο κεφάλι, μα γρήγορα αγριέψαμε σαν είδαμε πως ήταν πιο έρημο και από ασπαλαθούπολη του τέξας, μετά από τυφώνα, ίσως και τύφο.
Για να 'χουμε να λέμε φεύγοντας σταμάτησα στην τρύπια από βόλια πινακίδα και κάτωθεν της ήταν παρατημέν
ο το πιο μπλέ ποδήλατο δίχως να έχει σέλα.
-Πάτα το να φύγουμε, έχει πιαστεί η ψυχή μου, με παρακάλεσε και εγώ σε τέτοια δεν αστειεύομαι, σιγά σιγά με πρώτη, απομακρυνόμουν και την έσκιαζα σε κάθε σκιά που συναντούσαμε.
Ένα παιδί, ένας περαστικός
-Μη σταματάς, μη χαιρετάς, πάμε να φύγουμε, έχω κακό προαίσθημα.
-Είσαι μαζί μου, δεν έχεις να φοβάσαι τίποτα μαζί σου.
-Καλησπέρα, για θάλασσα πως πάνε;(στην κορυφή του βουνού λέμε τώρα!)
-Δεν μιλάω!
Ένα παιδί με το πιο ανέκφραστο πρόσωπο που έχω δεί ποτέ μου, πιο απόλυτο και από μαθηματικό αξίωμα, σκληρό, δουλεμένο, τα χρειάστηκα για να πώ την αλήθεια.
-Για πάτρα; Για καμιά πόλη; Ξαναρώτησα, ενώ πατούσα λιγά σιγά το γκάζι.
-Δε μιλάω, δεν μιλάω ελληνικά, ακούστηκε να λέει ενώ χανόμασταν σε μια γούβα με νερό.
Περάσαμε στην άλλη πλευρά, το πάτησα, χαθήκαμε από το χωριό και για τα καλά στο όρος.
-Και τώρα;
-Μη φοβάσαι, να ξερες πόσες φορές έχω χαθεί εγώ, για να μην σου πώ πως μέχρι στιγμής είναι τόσες, όσες έχω βρεθεί επίσης, αλλά που να σπάσεις την έκφραση του πραγματικού φόβου από το πρόσωπό της.
Για λίγη ώρα είχαμε ψιλοκουβεντούλα ενώ απέφευγα τα γκρεμνά και τις πεσμένες κοτρόνες παγίδες.
-Άλλη φορά θα ακούω τη μάνα σου, που μου τα ‘λεγε, να του βάζεις πουλάκι μου μυαλό, γιατί αυτό δεν έχει, δώσ’ του ευκαιρία να χαθεί και πετά τη σκούφια του. Δεν έχει πάλι τζιπάκι, από δώ και πέρα, μόνο όπου πάει το κουβαδάκι σου.
-Έλα τώρα υπερβολές, αφού ακόμα δεν έχει ειδοποιήσει την ΕΜΑΚ ποτέ για μένα! Είδες που ψεύδεται και είμαι και σπλάχνο της..
Στην ερημιά του πουθενά βρισκόμαστε σε ένα άλλο σταυροδρόμι, το τελευταίο μας για κείνο το βράδυ.

-Πατημένος δρόμος, πρόσφατα ίχνη, από ντάτσουν, όχι βαρειά φορτωμένο, αγροτικό, χρώματος μπλέ
-καλά με κοροϊδεύεις; Που το βλέπεις το χρώμα;
-ρε στα βουνά όλοι βασιλικοί είναι, άντε στην καλύτεροι νεοδημοκράτες. Μπλέ ρε, άκου με. Αφού πήγα και στρατό, ξέρω από αυτά.
- Μα ήσουνα ταχυδρόμος! Δεν είχες καν όπλο!
- Ναι, αλλά οι ταχυδρόμοι είμαστε το πιο μάχιμο σώμα, στις πρώτες γραμμές, τεχνικές απόκρυψης και ανίχνευσης δεν μας είναι άγνωστες λέξεις. Σου χω πεί ποτέ ψέματα;
-οδήγα και βλέπουμε, κομάντο!
Πήρα τον δρόμο τον φαρδύ, μας έβγαλε σε μια στρούγκα.
Φώς από μέσα.
Ψυχή απ’ έξω.
-καλησπέρα.
Μπιπ
-εε χριστιανοί, καλησπέρα.
-δεν ακούνε.
-Λες να μην είναι ζωντανοί;
-ΣΤΑΜΑΤΑ! Φοβάμαι σου λέω.
-Εγώ το είπα για να είμαστε έτοιμοι για παν ενδεχόμενο.
Πήρα στροφή, δίπλα σε ένα λαντ ρόβερ υπήρχε αραγμένο ένα μπλέ νισσάν, αγροτικό. Δεν είπα τίποτα, δεν το τόνισα για να δρέψω δάφνες, αρκετά πετυχημένος ήμουν και εδώ όπως και γενικότερα στη ζωή μου. Δε χρειαζόμουν άλλα χειροκροτήματα και χειροφιλήματα, με μια κίνηση του χεριού μου έκοβα κάθε ένδειξη σεβασμού και ενθουσιασμού προς το πρόσωπό μου, εδώ και χρόνια.
Μέχρι να ολοκληρώσω το στιγμιαίο αυτό όνειρό μου, με μένα όπως πάντα αρχηγό-πρωταγωνιστή, μια καλή κυρία εξήλθε του καλυβίου.
-καλησπέρα καλή κυρία. Μην ξέρετε πώς να βγούμε στην άσφαλτο για πάτρα;
-χαθήκατε ε; χαθήκατε;
-ε ε, όχι ακριβώς..
-μην τον ακούτε καλή κυρία, καραχαθήκαμε.
-κοπιάστε να σας φιλέψουμε.
-μην σας βάζουμε σε κόπο, απλώς πείτε μας τον δρόμο και πολύ σας ευχαριστούμε.
-μια στιγμή να ρθει το αφεντικό μου. Ε ε αφεντικό, σίμωσε έξω.
Βγήκε ο άντρας της, μάλλον έξω, κρατώντας ένα μαγκούρι. Με θερίο μουστάκι. Σίγουρα μέσα θα είχε φωτογραφία της Φρειδερίκης και του Παύλου.
-εύκολος είναι ο δρόμος από δώ και πέρα, ελάτε να πιούμε κάτι να ζεσταθείτε λίγο.
-σας ευχαριστούμε , είπαμε και οι δύο μα πρέπει να επιστρέψουμε. Έχει βραδιάσει, μα όταν σκέφτηκα πως μπορεί να τους προσβάλαμε με αυτή μας την άρνηση, κατεβήκαμε για ένα καφέ.
-Ρε με πέδιλα είσαι ποδημένος; Ήρθες με σόρτς στο βουνό;
-ξέρετε ήρθαμε κατευθείαν μετά τη δουλειά και ..δίκιο έχετε, με τσάκισε το κρύο.
-Πούθε είστε;
-από πάτρα και είπαμε να κάνουμε μια βόλτα, χαθήκαμε και πήρα τον δρόμο για το πρασούδι.
-καλά πάτε, αλλά ο δρόμος είναι κομμένος λίγο πιο πάνω, ούτε κατσίκι δεν περνάει.
-ελάτε όλοι μέσα να σας φιλέψουμε τίποτα, είπε η κυρά του και την ακολουθήσαμε.
Έκανε ψοφόκρυο και τα σύγνεφα είχαν κρεμάσει για βροχή, για να μην πώ πως μάλλον ήμασταν μέσα στο σύννεφο. Είχαν ανάψει το τζάκι και στο τζουκάλι είχαν πρόβειο τραχανά.
-να κεράσουμε ένα τσιπουράκι, να ζεσταθεί το κόκαλό σας;
-ένα καφεδάκι ελληνικό και πολύ μας είναι.
Το καλύβι ήταν του ποιμένα. Έμενε με την κυρά του για 4 μήνες το καλοκαίρι και μετά ξεχειμώνιαζαν χαμηλότερα. Κοντά στα τρακόσια κεφάλια γιδοπρόβατα είχαν και περί άμελξης ήταν υπεύθυνη η κυρά του και μια συγχωριανή τους που έμενε στο διπλανό παράπηγμα με τον μικρό το γιό της.
Ο μικρός άκουσε την κόρνα, κάτω από τον ήχο της γεννήτριας που σκέπαζε τα πάντα έξω και το ντηπέιτ, που όλοι μαζί καθισμένοι παρακολουθούσαν με ενδιαφέρον.
Είπαμε τα δικά μας, δώσαμε ακριβές γεωγραφικοκοινωνικό στίγμα με αναφορές σε γειτόνους γνωστούς και κλαδιά 2 βαθμού του γενεολογικού μας δέντρου, ώσπου βρήκαμε γνωστούς, η κόρη της είχε πάρει ένα παλικάρι από το χωριό της μάνας μου, δευτεροξάδελφό της και ο συμπέθερός τους ήταν πελάτης μου στη δουλειά. Βέβαια έκανα μια βλακεία τρείς φορές, που νόμιζαν ότι ο συμπέθερος ήταν δεξιός και ήσαν υπερήφανοι, ενώ εγώ επέμενα ότι ήταν πασόκος. Στο τέλος συμφωνήσαμε ότι μάλλον θα ήταν κρυφοδεξιός, σαν τους κομμουνιστές στον εμφύλιο
Έριξον μια ματιά στους τοίχους, ήσαντε γυμνοί από αφίσες και φωτογραφίες, μόνο κεντίδια της κυράς και βελέτζες, για να κρατούν την υγρασία.
-τους αντέχετε;
-ποιους, παιδ’ μ’;
-τους ψεύτες. Όλοι τους ψεύτες είναι και όλοι νοιάζονται για την κουτάλα.

Με αυτά τα λαϊκίστικα αποστασιοποιημένα γίνεσαι το αγαπημένο πρόσωπο κάθε ομάδας ηλικιωμένων επειδή τους δίνεις την πάσα να σου πούν τον καημό τους, να σε νουθετήσουν και να μιλήσουν για τα παλιά.
Βέβαια υπήρχε και ο φόβος να μας έπαιρναν για εξωκοινοβουλευτικούς, κάτι που εκεί ψηλά φάνταζε ισοδύναμο με λεχρίτες, βανδάλους, τραμπούκους και λογής λογής κοινωνικά στολίδια.
-δίκιο έχεις, έτσι είναι. Ποιος νοιάστηκε για εμάς;

Ωραία, καλά πάμε.

-μόνο κάθε τέσσερα χρόνια και τώρα τελευταία όλο πιο σύντομα.
-από τη μεταπολίτευση να σου πώ λίγες φορές πήγαμε στα τέσσερα. Καλά λές.

-Καλά κάνουν αυτοί, νομίζουν ότι σε γρόθους μιλάνε. Και τέτοιοι είμαστε γιατί αυτούς ψηφίζουμε.
-Ρε, σαν καλά να τα λες και σύ. Μου αρέσεις.
-Ξέρεις μπάρμπα, κάποτε άκουσα από ένα φίλο καρδιακό μια κουβέντα σωστή, πολύ σωστή μου τότενες.
Αν σε κυκλώσουν άγρια σκυλιά, να μην κοιτάξεις το χρώμα τους, το ίδιο θα είναι το δάγκωμά τους, είτε μπλέ, πράσινα, κόκκινα είτε πορτοκαλί. Εσύ πάντα να προσέχεις μη σε φάνε, γιατί αυτή είναι η δουλειά τους, όχι να προστατέψουνε το σπιτικό σου.
-Αν ξαναδείς το φίλο σου, πες του ένα μπράβο από μένα.
Η γειτόνισσα που μέχρι εκείνη την ώρα δεν είχε βγάλει λέξη μας ρώτησε αν ήμασταν παντρεμένα.
-Το Σάββατο που μας πέρασε παντρευτήκαμε, θειά.
-Και αυτή είναι η ιδέα σου για γαμήλιο ταξίδι;
-Μην της βάζεις ιδέες!
-Ρε την έφερες την κοπελιά στα κατσάβραχα, στους γκραμούς, στις ερημιές;
-Μας αρέσει η φύση και μετά από τα καμένα δίψαγε το μάτι μας για λίγην ομορφιά, λίγην ισορροπία.
-Κοπελιά μου, κόλλα του να σε πάει στο εξωτερικό, να μην σε βγάλει στη φτήνια.
-Με το καλό του χρόνου θα την γυρίσω ολούθε. Μην ανησυχείτε.
Σας ευχαριστούμε για το φίλεμα, φοβηθήκαμε λίγο εδώ πάνω, πετύχαμε και ένα λίγο παράξενο παιδί που μάλλον δεν ήξερε ελληνικά..
-Α α, είναι ο αλβανός του μπαρμπα Γιάννη, φυλάει τα βόδια, δεν ξέρει ελληνικά. Τον μικρό, τον κοντό δεν λέτε; Ήταν η πρώτη φορά που μίλησε ο μικρός της γειτόνισσας.
-Ναι, αυτός. Ήταν και λίγο το χωριό παράξενο…
-Εκεί πάνω καταφεύγανε οι αντάρτες στον πόλεμο, δεν τους έβρισκε κανείς, όχι γιατί δεν ήξεραν που είναι, αλλά γιατί δεν έμπαινε κανένας σε κόπους και σε βάσανα να ανέβει εκεί πάνω.
Μας ξεπροβόδισαν, ο αφεντικός μας έδειξε το δρόμο.
-Ξέρεις γιατί σε ρώτησα από πούθε είσαι;
-Όχι μπάρμπα, γιατί;
-Δύο στην ερημιά, δεν είναι μικρό πράγμα, ύστερα από τόσες φωτιές που κάηκε ο τόπος όλος. Εσάς σας δείχνω τον δρόμο, μα στους άλλους που περίεργοι μου φάνηκαν την άλλη εβδομάδα, προς το πρασούδι τους έστειλα.
-Μα είπες πως είναι γκρεμνός τώρα.
-Καλό ταξίδι να χετε, καλήν επιστροφή και στους κακούς κακά τσακίσματα.
Τους τάξαμε ότι θα ξαναπερνούσαμε με το καλό κάποιαν άλλη φορά.
Ίσως το ξανακάνουμε.
Ίσως να πάμε και στο εξωτερικό, να δώ αν βγαίνουν τα ψιλά για το καράβι απέναντι.
Μπα, ας’ το μωρέ, άλλη φορά!

σημ. το κοντέρ έγραψε 143 χλιλιόμετρα από τα οποία 34 ήταν σε ευθεία και γύρω στα 45 σε άσφαλτο. τι λές για το σαββατοκύριακό;

10.9.07

γέμα τις λευκές σελίδες αν μπορείς, αν τολμας

καθισμένος στην πλατεία περιμένω.
δεν θα φανεί, το ξέρω.
μετράω τις ώρες με σελίδες ημερολογίου, αλήθεια, πέρασε τόση ώρα;
δεν θα 'ρθει.
πλησιάζω το καράβι, κάθομαι σε έναν κάβο συνεχίζοντας να γράφω, δεν πρέπει να μου δώσω δυνατότητα επιλογής απ’ το να φύγω,
δεν θα 'ρθει, μα και εγώ δεν πρέπει να μείνω.
η μπουκαπόρτα κατεβαίνει και εγώ προσπαθώ να περισώσω κάποιες σκέψεις, με όσο λιγότερες λέξεις μπορώ, τις πιο ακίνδυνες, μην την φοβίσω και άλλο.
γράφω γρήγορα, το μελάνι από την πένα δακρύζει πάνω στο δείκτη και λερώνεται η άκρη κάθε καινούριου φύλλου.
θα προλάβω;
όταν νοιώθεις πως το μέλλον εξαρτάται από σένα, όλα είναι μπορετά.
Το χέρι πονάει από την υπερπροσπάθεια, μια ζωή, υποσχέσεις και ελπίδες σε μερικές σελίδες, μπορεί και πολλές, δεν θυμάμαι πλέον, μια παράκληση στο τέλος και η τελεία μετεωρείται κάπου μεταξύ πένα και σελίδας. Τελικά νικά η πένα που κρατάει τη σταγόνα της.
Το ημερολόγιο γίνεται μασούρι, ένα σακουλάκι φοριέται προφυλακτικό και αυτό καταβυθίζεται στον κοίλο κίτρινο σωλήνα του λιμανιού, δίπλα στον πρώτο κάβο, σιμά μου.
Πρώτη φορά που εγκαταλείπω κάτι δικό μου, αυστηρά προσωπικό μου, την αλήθεια και τη σκέψη μου, μα αν είν’ τα μάτια άξια… ήταν, είναι, απ’ ότι αποδείχτηκε σε άλλον χαρισμένα.
Το παπόρι καλεί, βαρίδι το εισιτήριο στην τσέπη μου, απρόθυμο να ακυρωθεί.
Μείνε βλάκα και προσπάθησε.
Δεν με αντέχω, δεν με εμπιστεύομαι, μπαίνω μέσα και κλειδώνομαι στην καμπίνα. Θα βγώ σαν σαλπάρουμε στα ανοιχτά.
Στο 'πα, ήμουν αναξιόπιστος, πάλι καλά που μπήκα μέσα. Το απόγευμα με βρίσκει στην κουπαστή του καταστρώματος να ψάχνω με τα μάτια μου για το μαύρο μαλλί και το λευκό το δέρμα. Δεν ήταν να έρθει, πάλι καλά που έφυγα.
Τώρα είναι η ώρα.
Δεν θα ξανάπαιρνα τηλέφωνο, με όρκισα πολλές φορές και άλλες τόσες μου απίστησα. Της έστειλα ένα μήνυμα, για ένα ξεκίνησα, μα πώς να χωρέσεις έναν εαυτό σε εκατόν εβδομήντα χαρακτήρες και οι χίλιοι λίγοι ήταν και στους δυό χιλιάδες σταμάτησα, να μην την κουράσω άλλο. Τα έντεκα μηνύματα δεν έλεγαν να φύγουν και κάπου κοντά στο πέλαγος, πάνω από τα κύθηρα, εστάλησαν όλα ανάκατα και αν δεν είχαν αριθμό, δεν θα 'βγαζε άκρη.
Ένα μονάχα ζήτησα και αυτή την παράκληση είχα, αν θα 'θελε ότι για κείνην έγραψα, να μην της είναι βάρος, αφού και άμα το διάβαζε, στον άφρο του κυμάτου, ότι η μελάνη έγραψε, η θάλασσα να το σβήσει παρά ματιά ανοίκεια να το εμαγαρήσουν.
Μα αν για δικό της κράταγε εκείνο το βρεσίμι, άδειες να μην τις άφηνε, τις όσες σελίδες 'μέναν και σαν που θα το συμπλήρωνε, να μου το γύριζε πίσω, ή με τον ταχυδρόμο της ή με δικό της χέρι.
Πέρασαν μέρες δυό και δεν με έπιανε ύπνος. Μια συμβουλή, ποτέ μην πλησιάζεις το τηλέφωνο σε κάποιο ηχείο σαν περιμένεις κλήση, είναι άτιμο και άδικο και τυραννιέσαι τόσο, γιατί το κάθε παράσιτο φέρνει τα πάνω κάτω, παλινδρομεί η διάθεση και σε αφήνει ρημάδι.
Το πήρε. Μου απάντησε και αν δεν ήταν αύγουστος θα έλεγα πως ήτανε λαμπρή με τα βεγγαλικά, μα λένε ότι της παναγίας είναι το πάσχα του καλοκαιριού και ήταν, αναστήθηκα.
Πόσο κράτησε;
Κρατούν οι αναστάσεις του καλοκαιριού; Αυτή τους είναι η γλύκα.
Μετά την ανάσταση, η συντριβή, μπήκε και ο χειμώνας, σταυροβελόνιασε ο καιρός τρείς στη σειρά ανοίξες και κάπου στην τέταρτη θαρρώ, βρήκα ξανά το δρόμο.
Μούσι, καπέλο, άλλο ζυμάρι τώρα,δεν πήγαινα για να καώ, μα για να μου θυμίσω ποια μονοπάτια διάβηκα και έτυχε να γυρίσω.
Έψαξα ένα νησί, για ν’ ακριβολογώ μια πόλη, κανένας δεν την ήξερε, θα χε και αυτή αλλάξει, δυό μάτια μόνο θυμόμουνα, πιο κάρβουνα και από μαύρα, και από το όνομα μόνο το παρονύμιό της που αυθόρμητα τότε μου χε βγεί.
Μοιάζεις με μάγισσα.
Μην το λές, δεν μου αρέσει.
Δεν μπορώ να σου πώ κάτι άλλο από αυτό που βλέπω, από αυτό που νιώθω. Αν σε τρομάζει αυτό, αν σε τρομάζω, θα το βουλώσω, μα και το μάτια το ίδιο θα λένε.
Γιατί μου μιλάς έτσι; Γιατί μου λές αυτά τα πράγματα;
Γιατί από δώ και πέρα έχω μόνο να κερδίσω, για να μην σου πώ πως ήδη είμαι κερδισμένος. Από σένα εξαρτάται το πόσο και για πόσο.
Ήρθαν πελάτες, σε αφήνω για τώρα.

συνεχίζεται..



8.9.07

τα βρύα που στραφτάλιζαν από ήλιου φώς

Μεσοβδόμαδα. Εθνική. Επιστροφή από τη δουλειά. Μεσημέρι με γλυκό φώς αδύνατου ήλιου.
Ο δηρμύτης κάποτε με είπε «και είναι βάσανο ο φίλος που φωνάζει εκδρομή», τότε την 24 δεκέμβρη που φύγαμε για εκδρομή στο άγνωστο.
Ήταν να έρθει πολύς κόσμος, όλοι φίλοι καλοί και αγαπημένοι, στο καινούριο αυτοκίνητο που τα χωρούσε όλα και όλα τα είχε, από κονσέρβες, κουβέρτες, μαξιλάρια και το κιθαρόνι.
Όπως μαδούν οι ερωτευμένοι τα πέταλα της μαργαρίτας, κάπως έτσι έπεφταν τελευταία στιγμή οι ακυρώσεις.
Θα ρθουν οι δικοί μου.
Χρονιάρες μέρες.
Θα μείνω να ξεκουραστώ.
Θα πάτε μακρυά;
Ποιοί θα ρθουν;

Καθισμένος σε ένα παραλιακό καφέ, μετά τη δουλειά, τελείωνα ένα χειρόγραφο, ενώ το κινητό συνέχιζε να δέχεται απογοητευτικά μηνύματα.
Τελευταίος πήρα ο δηρμύτης.
-Δεν θα ρθει κανένας άλλος.
-πάμε;
-φύγαμε!
-η κόντα;
-μάλλον θα μείνει.
-έλα εσύ και βλέπουμε.

Η κόμισσα κόντα δεν είχε κανονίσει κάτι άλλο, δεν την πίεσα, ήθελε ένα καταλύτη.
-παίρνω μια μπλούζα και έρχομαι.
-δεν είναι απαραίτητο.
-να έρθω;
-να πάρεις μπλούζα.
-κάθαρμα!

Μέχρι να ρθει ο δηρμύτης κατάφερα με το δίπτυχο να δακρύσω την κόντα.
-έχεις μεγάλη εμπειρία ζωής για να γράφεις έτσι.
-τα μισά έγιναν αλλιώς και τα άλλα τα φαντάστηκα.
-μεγάλη φαντασία τότε.
-μεγαλύτερη ανάγκη κάποια να πώ και κάποια να τα διαβάσω. Έτσι η ψυχή μου ηρεμεί. Ευχαριστώ πολύτιμή μου.
-πολύτιμη γιατί;
-πάντα όταν έφτιαχνα κάτι, εσύ και οι λίγοι ακόμα και μικρό να ήταν το χειροκροτούσατε για μεγάλο και στο σκαλί που ήταν να ανέβω με σπρώχνατε στο επόμενο. Μεγάλη βοήθεια.
-μεγάλη μας τιμή.
-8.
-τι οκτώ;
-οκτώ ευρώ ο καφές, μικρό το τίμημα για μεγάλη τιμή.
-είσαι κάθαρμα!
-αν συνεχίσεις να το λές θα το πιστέψω.

Ήρθε και ο τρίτος τροχός.
-πως την έπεισες; Ήταν στο κρεβάτι. Μου πε πως θα κοιμώταν.
-κόντα ετοιμάσου για εκδρόμα, ειδάλλως έρχομαι να κοιμηθούμε παρέα της είπα και νάτη, πιο γρήγορα και από σένα.
-που πάμε;
-όπου θέλετε.
-καμιά επιθυμία;
-λοιπόν πετάω μερικές ιδέες
1.πάργα, γιάννενα και ζαγοροχώρια.
2.κεφαλλονιά, το πλοίο φεύγει σε μισή ώρα και ίσως μια βόλτα από ιθάκη.
3. ολύμπια μεριά και ενδοχώρα πελοποννήσου.
4. καλαμάτα, ταύγετος , μονεμβασιά και άστρος ναύπλιο.
-το ένα καλύτερο από το άλλο.
-τι λές;
-όλα υπέροχα, μόνο που δεν έχουμε μέρες, εσύ μεθαύριο γραφείο, εγώ εφημερίδα και η κόντα χορό και εραστές.
-άρα;
-‘αρα κάτι που να μην ενέχει τον κίνδυνο του αποκλεισμού, δηλ νησί και ψηλά βουνό όχι.
- Πελοπόννησο δηλαδή.
-ναι, είτε μέσα, είτε γύρω της.
-τόσο απλά;
-τόσο.

Η τριάδα ξεκίνησε, η εστουντιατίνα βάραγε στο κασσετόφωνο χάλκινα και κανονάκι ερμηνεύοντας σμυρναίικα, ενώ καταπίναμε τα χιλιόμετρα προς τα ολύμπια.
Στάση εδώ, στάση εκεί για φωτογραφίες, για να δούμε τις ομορφιές του τόπο, χωρίς σαφή προορισμό, σίγουρη διανυκτέρευση και εμπειρία στον τόπο.
Σκο κουρτέσι κατεβήκαμε στην πραλία για να δούμε μια έρημη παραλία με δυο ξεχασμένων τουριστών τα τροχόσπιτα που απολάμβαναν τον καφέ τους στις σκηνοθετικές τους καρέκλες απέναντι από τη θάλασσα που μώβιζε. Τυχεροί τρελοί, καλτσωμένοι με σαντάλια.

Στα ολύμπια περάσαμε απέξω από το στάδιο, πήραμε πολεμοφόδια σοκοφρέτες και νερά και τραβήξαμε προς τα κρέστενα.
Ο χάρτης που είχα στο τουτού σταματούσε στον πύργο, λές και το τέλος του γνωστού κόσμου ήταν το καταγώγι της αρβανιτιάς.
Από κει και μετά πορευόμασταν στο άγνωστο.
Η μέρα έπαιρνε να μικράινει, λίγο η απογευματινή ώρα, λίγο οι πελώριες φυλλωσιές, λίγο οι ρεματιές που κινούμασταν, το φώς ήταν λιγοστό.
Κάπου πρέπει να ξάνοιξε και μια δέσμη φωτός στραφτάλισε πάνω στα δροσερά ενός βράχο βρύα.
-καλή μου κόντα, τα βλέπεις; Κάποια μέρα στο υπόσχομαι να γράψω γι΄αυτά.
-εσύ πρόσεχε, γιατί θα διαχειρίζεσαι τις μνήμες μας.
-το είδες δηρμύτη;
-έ, ανοιχτά τα είχα τα μάτια μου, σχεδόν, αλλά είναι λίγο οι στροφές και είπα να τα ξεκουράσω.
-βρε κοιμήθηκες;
-μπροστά σου και άσε με εμένα
(γέλια, είχε ψιλογλαρώσει)


Στο σκοτάδι ξαγρύπνησε, η παρέα είχε κέφια. Τα λέγαμε πηγαίνοντας προς ανδρίτσαινα. Κάπου σε ένα χωριό πρίν, στις αμυγδαλιές νομίζω, πέτυχα με την άκρη του ματιού μου ένα ανοικτό καφενείο. Σταμάτησα. Σκοτάδι.
Η αρχόντισσα κόντα:
-γιατί;
-για τσία, καφέ και κολτσίνα.
-τι είναι η κολτσίνα;
-δεν ξέρεις χαρτιά;
-όχι, ούτε εγώ.
-αχ, σας έφαγαν τα διαβάσματα και η τέχνη. Πάμε μέσα, έχει μάθημα.

Καφενείο των 15 τραπεζιών, με λερή, ξεθωριασμένη τσόχα, καφέδες, τσιγάρα και αθλητικά στην τηλεόραση.
Μπαίνοντας όλοι πάγωσαν, μέχρι και η τηλεόραση έριξε αδιάφορες διαφημίσεις.
-Καλησπέρα, ήρθαμε. Τι γίνεστε; Χρόνια πολλά.
-μια χαρά. Εσείς. Χρόνια πολλά. Τι να σας φέρω;
-τρεις ελληνικούς μπελαλίδικους, έναν γλυκό, ένα μέτριο και ένα σκέτο, μια τράπουλα και ένα χαρτί για να γράψουμε σκόρ.
-αμέεσως.

Η ζωή στο άντρο των αντρών αναταρράχτηκε σαν είδαν την κόντεσσα κόντα, αλλά κανένα φρύδι δεν σηκώθηκε να την κοιτάξει κατάματα, τα κατακόκκινα παπούτσια της όλοι ποθούσαν μέσα τους να χωθούνε. Κανένας τυχερός, όμως εκεί.
Η κόντισσα είχε αλλού την καρδιά της στραμμένη, ταγμένη και δεν ήταν δυνατό να την ξεκουνήσεις από κει.

Το μάθημα ξεκίνησε με ξερή και έγινε πάνι, η αρρώστεια του χαρτιού μεταδιδόταν δάχτυλο δάχτυλο και πρώτος κόλλησε ο δηρμύτης, λόγω ελαττωματικών γονιδίων, καθόσον αδερφός του ελεεινού φραγγέλη.
Κατέκλεψε τη νότα, αναδείχτηκε σε μούτρο, για να μην πώ πως κάποια στιγμή είδα να φυτρώνουν γρηγορότερα το γένεια του και να γυαλίζει το μπροστινό χρυσό δόντι που δεν είχε.
Η κόντεσσα αφέθηκε να χάσει στα χαρτιά ακολουθώντας την μοιρα της femme fatale, προσμένοντας να κερδίσει στην αγάπη.

Το αστείο είναι οτι για χαρτιά που κρατούσαν το σκόρ στα τραπέζια χρησιμοποιούσαν ψηφοδέλτια αλλοτινών καιρών και μαζί με τη βαθμολογία έβαζαν σταυρούς εκεί που έλειπαν και κερατάκια στους αντιπάλους.
Καταμεσίς του καφενείου μια γεροντική μορφή σκυμμένη μετρούσε την μοναξιά της μισοκοιμισμένος, ο παππάς του χωριού δίπλα σε ένα νεροπότηρο καφέ και δύο πακέτα μάλμπορο, γιατί είναι δύσκολες οι εποχές που οι ανθρώποι σμίγουν για να αντιμετωπίσουν όλοι μαζί τις χαρές και τους φόβους τους- και τα δύο δυσβάσταχτα, σαν είσαι μόνος.
Το κλίμα ανάμεσά μας βάρυνε, καληνυχτίσαμε και συνεχίσαμε πρός τον άγνωστη πόλη,, με λιγότερη ζέση αό πρίν, ξεκομμένοι από τους αγαπημένους μας, μισή γροθιά άνθρωποι οι τρείς μας.

Φτάσαμε.
Άσπρο χωριό, έρημο από κόσμο, γιορτινές καλωδιώσεις, αγγελάκια και μουσικές από τα μαπαρωμένα σπίτια. Κανένας στον δρόμο, όπως τότε 2000 χρόνια πίσω και κάτι ψιλά.
Τα περισσότερα ξενοδοχεία κλεισμένα, κάποια τελούσαν υπό ανακαίνιση και το κοντινότερο φάνταζε πολλά χιλιόμετρα μακρυά.
Φόβος κανένας. Για μας ήταν τα δύσκολα και ο λουντέμης δίδασκε τους ήρωές του πως κανένας καλός ποτέ δεν χάθηκε, πάντα ένας μπίθρος θα τον έσωζε.
Από μια τρύπα σε ένα πεζόδρομο μοσκοβολούνταν νοστιμιές, ένα μικρό ταβερνάκι, των τεσσάρων στριμωγμένων τραπεζιών, μαζί με την κουζίνα, τον πάγκο και το πετρογκάζ, αντις κουζίνας.
-καλησπέρα και χρόνια πολλά. Να καθίσουμε;
-καλησπέρα, χρόνια πολλά. Κλειστά είμαστε, εδώ κάνουμε τη γιορτή με τα παιδιά μου, μα κάθε ξένος φιλοξενούμενος είναι. Καθίστε να μοιραστούμε το φτωχικό μας.
-μη σας ξεβολέψουμε.
-καμία ξεβολή, εσείς μην στριμωχτείτε και κακοπεράσετε, μέρες γιορτινές που είναι


συνεχίζεται...(πάω στο χωριό για γλέντι, πάλι ακύρωσες κολητήρη, από την άλλη φάπες...)

-φύγαμε από τη θαλπωρή του σπιτιού μας για να ξεβολευτούμε μπας και περάσουμε τις μέρες αυτές αλλιώς.
-Αν μας δέχεστε εμείς χωράμε, όλοι οι καλοί χωράνε και εμείς καλοί είμαστε.

καθίσαμε στο τραπεζάκι σιμά στην πόρτα, μα γρήγορα αλλάξαμε στο παραδίπλα, γιατί το χιονόνερο έμπαινε απροσκάλεστο και η ζέση της βραδιάς δεν ήταν ακόμα δυνατή για να το λυώσει
φαγητό πρώτο και ανεπανάληπτο οι χυλοπίτες με την ανάλατη μυτζήθρα, μακαρόνες με κρέας κοκκινιστό και κολοκύθια με πατάτες τηγανιτά.
Η απέναντι παρέα δυό οικογένειες, τα παιδιά της κυρα βάσως, από την τρίπολη και την αθήνα, είχαν έρθει με τα εγγόνια να δούν τους παππούδες και να περάσουν το σαββατοκύριακο των γιορτών που είχαν άδεια.
Ο αέρας έξω έπιασε να λυσσομανά, μα η σόμπα πετρελαίου είχε κεφαλώσει για καλά το κρύο. Ή τώρα ή ποτέ. Βγήκα και έφερα το κιθαρόνι.

Στο χωριό, η γιαγιά από τη μεριά του πατέρα μου επειδή έζησε την κατοχή και τις δύσκολες εποχές πρίν και μετά, είχε μάθει στη ζωή της να μην πετά τίποτα. Κάθε πόντος γής ήταν καλυμμένος από μικροαντικείμενα που έβρισκε και τα κράταγε, να τα χρησιμοποιήσει όπου η ανάγκη θα το επέτασσε.
Κάπου μέσα σε μια παλιά ντουλάπα, στα τρίβαθα ενός ραφιού είδα μικρός μια μικρή κιθάρα σπασμένη, αγορά του αδερφού της που είχε μπαρκάρει στα ξένα και κάποτε της την είχε στείλει πεσκέσι. Το καπάκι σπασμένο, οι χορδές αναμαλλιασμένες, το μπράτσο σκεβρωμένο και το χρώμα όλο μπαλώματα από την αυξημένη υγρασία. Την ζήλεψα. Την ζήτησα. Μου αρνήθηκε. Ήμουν τότενες μικρός. Κανένας στο σόι δεν ασχολιόταν με όργανα, θα ήταν καταδικασμένη σαν έφευγαν οι παππούδες στο παλιατζίδικο ή στο φούρνο.
Μετά από χρόνους 5, σαν άρχισαν τα μάγουλά μου να ανθίζουν χνούδι ξανθό, είχα την πρώτη επαφή με ωδεία και η γιαγιά δεν με ξέχασε. Το κιθαρόνι έγινε δικό μου. Στο ξυλουργείο την επιμελήθηκα, την πλάνησα, την έξυσα, την κάρφωσα, την βίδωσα, άλλαξα το καπάκι της, την πέρασα και λούστρο, έγινε σαν καινούρια, μόνο τα αρχικά του πρόγονου στην πλάτη της δεν έσβησα, να θυμάμαι πάντα το χάρισμα.
Αυτό το κιθαρόνι με συντρόφευε σε πολλά ταξίδια και ένα από αυτά και τούτου. Χωμένο κάτω από πράγματα, οι άλλοι μην το δούνε, το ανέσυρα γρήγορα γρήγορα μην πουντιάσω και μέσα στην μικρή ταβέρνα έκανα είσοδο.
-αν δεν έχετε αντίρρηση, σαν αποφάγουμε, να πούμε κανα τραγουδάκι.
-για δές, με τούτο λές να στηθεί γλέντι;
-δεν είναι του μεγέθους του η χάρη, είναι της παρέας η ζωντάνια και του δουλευτή το παίξιμο. Πείτε μου ένα τραγούδι, να αρχινίσουμε με το καλό.
πήρα κόκκινα γυαλιά, ζήτησε μια ομορφογέλαστη μητέρα της παρέας και συνομοτικά ανταλλάξαμε οι τρείς ματιές, ήταν δικοί μας. Σαν ζήτησαν την περιμπανού για δεύτερο, τους λάτρεψα και η γραία ταβερνιάρισσα χαμήλωσε τη φωτιά, μιας και εκεί μέσα θα γινόταν κλίβανος σε λίγο.
Θυμάμαι μόνο πως ξεκινήσαμε στο μικρό κατώι που η μοίρα το φερε να γενεί ταβέρνα 9 άτομα και τέσσερα μικρά, τα μικρά πήγαν για ύπνο αργότερα και από το κέφι και το τραγούδι το ταβερνάκι άρχισε να γεμίζει, περαστικοί ντόπιοι, γείτονες που μαγεύτηκαν, που ορέχτηκαν να εκκλησιαστούν μαζί μας, να συμφάγουν, να αναντρανίσουν με λόγια δοξαστικά.
Τι ρίτσος και ελύτης, καββαδίας και τριπολίτης, μαρκόπουλος και χατζιδάκις, βάλε δύο και τρείς μερίδες χατζιδάκι, όλων μας αγαπημένος, κραουνάκης και όλη η παρέα που ζύμωσε τις πρώτες μνήμες μας
Έπιασε δουλειά ο ψάλτης του χωριού, ο τάσος, σαν ακούστηκε ο θεοδωράκης να μελοποιεί το άξιον εστί, χωρίς όργανό, μόνο φωνή και τα χριστούγεννα έχασαν το κόκκινο χρώμα της γιορτινής κοκα κόλα σε μια πιο πηγμένη απόχρωση σκοτωμένου αίματος και ανάτασης μαζί, μέσα από τραγούδια της φυλής.
Η ώρα μια τα ξημερώματα, ανήμερα χριστουγέννων, το τοπίο απέξω κάτασπρο σκοτάδι στολισμένο, το τραπέδι φορτωμένο κεράσματα από κρασί μπρούσκο που πιναν και οι ίδιοι και κεφτέδες που ψηνε κατά παραγγελία κέρασμα των χαρούμενων διερχομένων.
-για πού είστε απόψε;
-δεν έχουμε κλείσει ακόμα, κάτι θα βρεθεί.
-τέτοια ώρα, τέτοια λόγια. Δεν θα βρούμε τίποτα. Μια στιγμή, κυρα βάσω το τηλέφωνο.
Πήραν όλους τους γνωστούς στο χωριό και μετά στο παραδίπλα, πουθενά, όλα κλειστά ή κλεισμένα. Το τελευταίο ενδεχόμενο ήταν να κοιμηθούμε στρωματσάδα στην ταβέρνα, κανένα πρόβλημα από μας, μα δεν θα άφηναν οι ευχαριστημένοι να κακοπάθουμε.
Βρέθηκε μετά από παρακάλια ένα σπίτι, με ένα δωμάτιο άδειο καναδυό χωριά παραπέρα, στην ερημιά, που θα ας περίμενε ο ιδιοκτήτης σε μια στροφή να μην λαθέψουμε και χαθούμε.
Φιλιά και ευχαριστίες πολλές. Δεν μας άφησαν να πληρώσουμε το παραμικρό, ήμασταν για αυτούς το εορταστικό πρόγραμμα, ήταν για μας τα παιδιά του ξενίου διός.
Χωρίσαμε για λίγες ώρες ύπνου και δώσαμε ραντεβού την επομένη για καφέ στο καφενείο του χωριού.
Το λευκό του δρόμου υπνωτιστικό και το αυτοκίνητο να παρασύρεται σε ελιγμούς καλλιτεχνικού πατινάζ, πάνω σε πεταλούδες χιονιού που μετατρέπονταν σε γυαλιστερό καθρέφτη κακώς κούρνιαζαν στην βρεγμένη άσφαλτο.
Φτάσαμε. Το δωμάτιο μας περίμενε ζεστό, τρίκλινο με ένα κολοριφέρ που και οι τρείς καβαλήσαμε να ζεσταθούν τα σώψυχά μας, ενώ στα κρεββάτια ήταν απλωμένος δια τρία ο γιούκος της οικοδέσποινας με τις κουβέρτες, τις μαντανίας και τα παπλώματά της.
Οι καλοί ποτέ δεν χάνονται, έλεγα και ο δηρμύτης με την κόντα είχαν αρχίσει να το αποδέχονται.
Ο ύπνος ήταν δύσκολος γιατί τα γέλια, τα νευρικά δεν μας άφηναν, τους φόβιζα για εγκληματίες κανιβάλους που έστηναν πανδοχεία στο πουθενά και οι επισκέπτες ποτέ δεν εγκατέλειπαν το μέρος από τον δίπλα λάκκο.
Ο ξυπνητός ήταν πιο περιπετειώδης, μιας και η κόντα είχε συνηθίσει λούσα, πολυτέλειες και τουλάχιστον κλειδί στην πόρτα από μέσα. Μιας και δεν υπήρχε σφήνωσε μια καρέκλα, γνήσιο τέκνο των γουέστερν και πέσαμε για ύπνο.
Από τα πολλά κεράσματα η κύστη μου δεν άντεχε το πρωινό ξύπνημα και ακροπατώντας όδευσα προς ξαλάφρωσην στην εξωτερική τουαλέτα. Μετατοπιζόμενη η καρέκλα, με τον ανεπαίσθητο ήχο που έκανε απομακρυνόμενη πάγωσα σύγκορμος σαν άκουσα τον εφοδεύοντα λοχία να κραυγάζει μέσα από τον ελαφρύ της ύπνο τις ει;
-Κόντα μου ηρέμησε , εγώ είμαι ο κώστας, ο φίλος σου, στην τουαλέτα ήθελα να πάω, αλλά τώρα δεν χρειάζεται, μόνο να αλλάξω φόρμα γιατί την μούσκεψα από το φόβο μου.
το επόμενο και κανονικό ξύπνημα ήταν το πρωί, αρκετά νωρίς ώστε να προλάβουμε τον εκκλησιασμό στην μικρή, πετρόχτιστη εκκλησιά του χωριού.
Όλα είχαν πάει καλύτερα από κάθε προσδοκία, ήμασταν καλά και αγαπημένοι, με μια ιστορία εκδρομής στις καρδιές μας μέσα.
Περάσαμε από τον ναό του επικουρείου απόλλωνα που τελούσε εν αποκρύψη μέσα σε πετάσματα ομίχλης και ψιλόχιονου.
Στην ανδρίτσαινα ο τάσος μας περίμενε στο καφενείο και αφού μας κέρασε και πάλι τους καφέδες μας ξενάγησε στο λαογραφικό μουσείο και στην βιβλιοθήκη του χωριού, κατά προσωπική του παράκληση για έμας, από τις παιδικές του φίλες που διαχειρίζονταν τα δύο πολιτιστικά κέντρα.
Ήταν όλα απολαυστικά και ιδιαίτερα ενδιαφέροντα, οι πρώτες και σπάνιες εκδόσεις από λογής βιβλία, αξιόλογες εκδόσεις και όγκο σημαντικών χειρογράφων του καιρού της επανάστασης, ενώ οι ενδυμασίες μας ταξίδεψαν σε πιό δύσκολες και φαντεζί εποχές.
Η αναχώρηση από το μικρό παρίσι της ηλείας συνοδεύτηκε από έντονη συγκίνηση και υποσχεθήκαμε ότι κάποια φορά θα ξανανταμώναμε για περισσότερες και καλύτερες στιγμές.
Η μόνη μουσική υπόκρουση που ταίριαζε με το ηλιοβασίλεμα και τη διάθεσή μας ήταν το ρέκβιεμ του μότσαρτ που έπαιζε στο repeat σε όλη τη διαδρομή χωρίς να πολυμιλάμε. Πολλές εικόνες, αληθινή επικοινωνία, ομόλογοι άνθρωποι, ωραίο ταξίδι.

Ο δηρμύτης όταν έπιασε φωτιά γύρω από την ανδρίτσαινα με έπαιρνε τηλέφωνο.
Καίγεται η ιστορία μας, οι αναμνήσεις μας, η υπόσχεσή μας. Σίγουρα με μουσκεμένα μάτια.
Το ξερα. Δεν μπορούσα να σηκώσω το τηλέφωνο. Δεν σβήνονται οι φωτιές με δάκρυα.
Δεν μιλήσαμε από τότε με την κόντα, ούτε και τον δηρμύτη, για το μέρος. Η φύση δεν εκδικείται, μόνο ξεπληρώνει, αντιδρά στην πίεση που ο άνθρωπος της δημιούργησε.

Αν το χώμα δεν χαθεί, μακρυά από αναδασώσεις, θα βρεί τον δρόμο της και η υπόσχεσή μας στους εκεί ανθρώπους δεν θα αθετηθεί, αρκεί να χτυπήσει κάποιος το καμπανάκι. Μια ανάσα να πάρει και πάλι θα γιγαντωθεί. Αυτή είναι η δουλειά της και την ξέρει καλά

Τα βρύα τότε στραφτάλιζαν από ήλιο, πάνω σε βράχια και κορμούς, χρώματα και αρώματα σκορπώντας. Να τα περιμένεις όλα ξάνα, σαν τα κυκλάμινα κάθε φθινόπωρο, από το πουθενά σε δύσβατα μονοπάτια φυτρωμένα.

Η φύση δεν μάχεται, ούτε αντιμάχεται, μπορεί να νομίζεις ότι κερδίζεις τη μάχη κακέ μου, μα τον πόλεμο δεν τον χάνει. Και μόνο η κατσαρίδα που λένε μόνο να μείνει, η φύση και πάλι κερδισμένη θα ναι, το καταραμένο χέρι όμως και ο νούς; Ευχή μου και κατάρα μου, ποτέ μην γίνετε λίπασμά της.

7.9.07

πλεροφορίες στο βάθος

φουφουφουφουφουφουφουφουφου (κάποιος σφυρίζει)
φουφουοφυουφουφουφουφουφ(κάποιος περνάει)
-συγνώμη έχετε ώρα;
-ωραία μέρα στη σελήνη
-και ο ερμής περίδρομος
-κώτσος
-αχαριστίνα
-χάρηκα
-νομίζεις;
-θα ρθεις;
-θα δώ
-τι θα δείς ;
-ανάλογα με τα κέφια
-έχεις κέφια;
-πάντα έχω
-άρα θα ρθεις;
-δεν ξέρω
-με δουλεύεις;
-το παίζω δύσκολη
-να επιμείνω;
-επέμεινε
-έλα ρε σύ..
-καλά, με έπεισες
-ωραία θα χει και άντρες
-για σένα;
-εγώ τρώω κοκκινομαλούσσα
-και εγώ νηστεύω του κρέατος από πάντα
-θα σου φέρω βλήτα
-και καναν ιχθύ, να τα συνδυάσω
-σύμ φονοι
-και αν μας αναγνωρίσουν;
-θα τους φάμε και αυτούς
-και αν ξεφύγει κανένας;
-μου αρέσει ο λαγός στιφάδο
-κάποιοι βουτάν με παραπέντε
-έχω σημάδι διάλε, πετυχαίνω και παρανυχίδα
-και από άλλοθι;
-θα πω πως ήμουν στο γλέντι στην αθήνα. οι κουμπάροι, το καλό που τους θέλω θα κρατήσουν το στόμα τους κλειστό
-ωραία
-εσύ;
-εγώ θα πώ πως πήγα να κάνω χωράφι. θα με δεί όλο το χωριό να σκάβω, το βράδυ θα χώσουμε ό,τι περισέψει μέσα
-αλήθεια τρως κρέας;
-μόνο με τουτουμάκια
-χωράνε οι φίλοι σου στη γάστρα;
-να σκεφτώ... ο ελάιτζα είναι όλο κόκκαλο, θα βασανιστώ, το ίδιο και ο ασημάρχης
ο δηρμύτης έχει πλάκα, θα τον αφήσουμε για πρωινό, ο φραγγέλης θα μας καθίσει βαρύς στο στομάχι, είναι η κακότης το βλέπεις,
η λεπίδα έχει το πόδι σπασμένο και δεν θα μας μείνει δόντι από τον γύψο, ενώ η καρντερίνα θα ζυμαρώνεται με τον ντεμιανό.
άρα μένει μόνο η λάνα, άσπρο αρνάκι και λιγνό, ροδομαγουλωτό, θα το τσικνίσουμε σαν πέμπτη της αποκριάς.
-ρε συ, για μένα κανα ζαρζαβατικό;
-έχει κάτι πουρνάρια, κάτι σκίντα και ένα μποστάνι με ντομάτς.
-θέλω και τον ιχθύ.
-θα φέρω τόνο
-πως τον λένε;
-ρε δεν είπες πως δεν τρώς άντρωπο;
-ένα μεζέ ρε φίλε για την γεύση, είπαμε τώρα
-καλά
-καλά
-αύριο
-άβριο
-θα φέρεις τίποτα;
-για πιώμα;
-με νιώθεις
-η λεπίδα έχει αμπελώνες
-ώρε μάνμ, θα την εκάμω φίλη
-ρετσίνα
-ου να μου χαθεί η ξεπλυμένη
-έχει καί κάτι καρντινάλια
-έλα πίσω φιλενάδα
-αλκοολικιά

-κανίβαλε
-ομορφιά μου
-βούρλο
-εγώ σταμάτησα, γιατί συνεχίζεις;
-η δύναμη της συνήθειας
-καλα, τα λέμε
-κύριος;
-τι;
-σαν τι να ξέχασες;
-ότι και να ναι μου το φέρνεις αύριο
-κανά νουμεράκι δεν έχεις για να σε βρούμε, ούφο;
-ούφο είσαι και φαίνεσαι
-βλήμα!
-με είπες βλήμα;
-ναι ρέ, σε είπα
-καλά, δεν με είπες και καμπούρη
-γράφεις;
-σε γράφω
-εκεί που δεν πιάνει μελάνι, στο χαρτί της ιον και ασ το μην έχω και την τύχη του κορκόλα
-καθυστερείς
-ντρέπομαι, ξέρεις είναι η πρώτη μου φορά και..
-λέγε!
-6972....

-το καλό που σου θέλω, μην μου κάνεις πλάκα και έρθω 600 χιλιόμετρα τσάμπα
-αφού 200 πήγαινε και άλλα τόσα έλα, τα μαθηματικά λένε 400
-τοσα τα έχω μπούφο, αλλά κάνω και μερικά ακόμα για απόκρυξη και τακτική παραπλάνησης
-δεν σου είπα μην με λές μπούφο;
-είσαι ένας γλύκας εσύ!
-βρίσκεις;
-όχι, έτσι το πα.
-αί φτύσ τα πόδια σου
-έλα πιο κοντά μη σε ματιάσω
-σίχαμα!

6.9.07

πρώτο φθινόπωρο

εκδρομή στο πήλιο.

οκτώβρης.

3 δευτεροετείς της γεωπονικής κάτω από ένα δέντρο μάχονται με σθένος, υποστηρίζοντας τις απόψεις τους.

-περονόσπορος σας λέω και επιμένω. να και οι υδατώδεις κηλίδες στα φύλλα

-κερκόσπορα αγαπητέ μου στην καλύτερη των περιπτώσεων, λόγω των χαρακτηριστικών διαρρήξεων της επιδερμίδας και ίσως μια δευτερογενής προσβολή από κάποιο ενδοφυτικό ωίδιο. έχω δεί και ανάλογες φωτογραφίες σε βιβλία και επιστημονικά περιοδικά.

-απατάστε οικτρώς, δεν βλέπετε οτι το δένδρο υποφέρει από κάποια μορφή ημιπληγίας; σίγουρα αδρομύκωση είναι η αιτία και εικάζω πως οφείλεται σε κάποιο βερτισσίλιο.

γύρω τους μαζεμένοι όλοι εμείς σαν τα κουτάβια, παρακολουθούσαμε την επίδειξη γνώσεων του καθενός ξεχωριστά, που μπορούσε και έβλεπε πέρα από τα φαινόμενα.

γιατί να μην είμαι και εγώ τόσο αξιόλογος σαν και αυτούς;
γιατί να χάνω το χρόνο μου στα μπιλιάρδα και στα ουζερί, παρά στις σπουδές και στα βιβλία
γιατί να μην ενδιαφερθώ τόσο να δώσω και εγώ μια εξήγηση σε όσα μυστήρια μας περιέβαλλαν.
γιατί να είμαι πάντα του συρμού και να χαζεύω τους επαίοντες σαν τον μπούφο.
κούτσουρο ήμουν και κούτσουρο έμεινα, σαν τον οπαδό του παπακωνσταντίνου

μια γραία που άσπριζε την αυλή της με ασβέστη είδε το πολύχρωμμο πλήθος να τηρά την ακακία της.
πλησίασε.
άκουσε.
μας κοίταξε σχεδόν όλους.
-είναι φθινόπωρο, παιδιά μου, τα φύλλα πέφτουν. δεν πήγατε σχολείο;
γύρισε την πλάτη της και έφυγε να συνεχίσει το άσπρισμα κουνώντας το κεφάλι δεμένο με τη μαντίλα.

η εκδρομή των γεωπόνων τελείωσε εκεί.
καθένας μάζεψε τα συντρίμια της επιστημοσύνης του και έμαθε να κρατά το στόμα του κλειστό, σαν δεν ήξερε.
οι υπόλοιποι πιο βλάκες και από τους ίδιους, αποστραφήκαμε τα πρώην ινδάλματά μας.
έτσι δεν γίνεται πάντα;

θυμίσου το, μετά τις εκλογές, όσο πιο ψηλά κουνάς το σημαιάκι, τόσο πιο βαθειά στον κόρφο σου το κρύβεις σαν ανάξιος αποδειχτεί ο αρχηγός σου.
και αν δεν γουστάρεις αρχηγό, ρώτα, μάθε,αρχηγός γενού, αν θέλεις να μιλάς, αλλιώς σιώπα.
το γαύγισμα τσάμπα μαγκιά, άκου και έναν τσάμπα μάγκα!

5.9.07

πορτοκαλί τιράντες

-σου χω ζητήσει ποτέ τίποτα;
-όχι, ελεύθερα.
-ξέρεις, δεν είναι του χαρακτήρος μου, αλλά να βλέπεις, είναι τέτοια η στιγμή.
-πείτε μου τι σας απασχολεί.
-ξέρεις ότι σε αγαπάω και ότι σε βλέπω σαν παιδί μου.
-φυσικά και εσείς το ξέρετε πως σας εκτιμώ και σας σέβομαι.
-ξέρεις, εμείς στο χωριό μας έχουμε ένα τραγούδι για τα νιογάμπρια που λέει ότι έσμιξε ο αητός την περιστέρα και…
-αααα, αρχίζω και μπαίνω στο νόημα..
-μη γελάς, έχω να σου πώ σημαντικά πράγματα εδώ και τώρα.
-μπορώ να σας σταματήσω;
-όχι και μη γελάς, γιατί με πιάνουν και εμένα τα γέλια και πρέπει σαν μεγαλύτερη να μια σοβαρή. Θέλω να σου μιλήσω για σοβαρότητα.
-πείτε μου, αλλά μη με παραξηγείτε που γελάω, είναι νευρικό. μη σας σταματάω, συνεχίστε.
-είναι που παντρεύεται η κόρη μας με σένα και θα θέλαμε να είστε του κουτιού, μια χαρά λεβέντης εσύ, κερασομαλλούσα αυτή..
-ωραία ως εδώ..
-και είχα τη γνώμη για να σου πώ, πως το λένε, να σουλουπωθείς λιγουλάκι.


-δηλαδή;
-ε, να κόψεις αυτή την ουρίτσα, μη με παρεξηγήσεις, ξέρω θα λές τώρα να η τασσώ καββαδία, αλλά είμαι υποχρεωμένη να στο πώ
-και τι διαφορά θα κάνει;
-το ξέρω, ο ίδιος θα σαι πριν και μετά, μα εγώ θέλω να μια όμορφος.
-δηλαδή τώρα είμαι….
-όχι, δεν λέω αυτό, απλά τότε θα είσαι πολύ καλύτερος
-δηλαδή είμαι τουλάχιστον καλός;
-ε, είσαι, αν δεν είσαι δεν θα στη δίναμε.
-τι να σας πώ, εμένα μου αρκεί να είμαι καλός, δεν θέλω μεγαλεία, μην γίνει κα κανα φονικό για την πάρτη μου ή με κλέψουν άλλεςνύφες στο δρόμο.
-εγώ σου λέω ό,τι έχω να σου πώ και σύ αποφασίζεις, μη γελάς.
-μα έτσι με γνωρίσατε και πρόβλημα δεν είχατε. Ξέρετε ότι δεν είμαι, πως το λένε υπόδειγμα γαμπρου, πως έχω λίγο λαθέψει από τον ορισμό του και στον dress code.
-τι είναι αυτό;
-τίποτα, θα δείτε.. έχουμε τίποτα άλλο;
-α, είναι και κάτι άλλο. Αυτό δεν ξέρω πώς να το πώ..
-όπως και το προηγούμενα, χωρίς φόβο και πάθος.
-σκέφτεσαι να κουρέψεις τα αυτιά σου;πιστεύω ότι θα σου καλύτερος
-ΜΑΜΑ!!!
-σταμάτα εσύ, κάνε δουλειές μέσα, έχουμε κουβέντα οι δυό μας. Μη γελάς, βρε παιδάκι μου δεν σου είπα να μην γελάς, εγώ σου μιλάω σοβαρά.
-γιατί γελάτε και εσείς;
-είναι λίγο παράξενη η κατάσταση. Μου το υπόσχεσαι ότι θα κουρέψεις τα αυτιά σου;
-το χετε ξανακούσει αυτό που λέτε, έστω και σε ανέκδοτο; ουααααχαχαα
-αφού πετάνε τρίχες από τα αυτιά σου, εγώ να σαι όμορφος θέλω. Το τι θα κάνεις είναι δική σου υπόθεση, αλλά θα τις κουρέψεις για χατήρι μου;
-ό,τι άλλο θέλετε, τις τρίχες αυτές τις έχω για γουρλίδικες, στο στρατό έκανα σαματά όταν μου τις έκοψε μια λέρα. Καλά φαίνονται τόσο πολύ;
-σαν τα φρύδια του καραμανλή, του γέρου!
-δεν σας πιστεύω, δεν φαίνονται, αφού είναι λευκές.
-κόψ’ τες πουλάκι μου να μου κάνεις την καρδιά…
-μαμά δεν σου είπα να μην τον πιέζεις…
-καλό είναι να την ακούσετε, γιατί είστε η τέταρτη οικογένεια που μου κάνουν προξενιό και από όλες φεύγω λίγο πτιν την εκκλησία.
-ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑ;θα σε βρώ κακομοίρη μου και η τύχη σου μετά.
-ψέματα λέει, μαμά, έλα πες της πως αστειεύεσαι.
-αστειεύομαι, ότι θα έρθω. και αυτός είναι ο τελευταίος μου λόγος.
-θα μου κάνεις το χατήρι;
-φυσικά,θα κουρέψω και θα ξυρίσω ό,τι θέλετε, αρκεί να μου πείτε για το χρώμα.
-ποιο χρώμα;
-της μηχανής.
-ποιάς μηχανής;
-α,α η συμφωνία είναι η εξής, εγώ κουρεύω τα αυτιά μου και εσείς μου λέτε τι χρώμα να πάρω τη μηχανή.
-απ΄ αυτές που τρέχουν;
-ναι, απ΄αυτές.
-να μην πάρεις λέω.
-εγώ λέω να πάρω. Ασημί ή πορτοκαλί; Θα σας παίρνω να πηγαίνουμε για ψώνια, ουουουου μούρλια θα ναι.
-η μάνα σου τι λέει;
-δεν θέλει.
-να την ακούς, σοφή γυναίκα.
-μπά, εγώ θα την πάρω, πορτοκαλί, ψηλή, θα πηγαίνω και με την κερασομαλλούσα διακοπές.
-εγώ θα λεγα να το ξανασκεφτείς παιδάκι μου, δεν είναι καλήν ιδέα. όχι ότι μου πέφτει λόγος..επειδή σας νοιάζομαι.
-να σας ρωτήσω κάτι;
-τώρα που μου κανες την καρδιά περιβόλι, ρώτα..
-με έχετε για συνηθισμένο πλάσμα;
-ε, όχι, αλλά είναι ο γάμος σας..
-κοιτάξτε, το τελευταίο πράγμα που θα κοιτάξει κάποιος πάνω μου, μέχρι και εσείς θα ναι τα ακούρευτα αυτιά μου.σας το υπόσχομαι, αυτό μπορώ να σας το υποσχεθώ.
-τι εννοείς, πές μου γιατί σφίχτηκε η καρδιά μου.
-τίποτα, θα με δείτε.
-αν καψερέ δεν είσαι τύπος και υπογραμμός, δεν θα κατέβουμε από το νυφικό αυτοκίνητο, θα την πάρουμε πίσω.
-θα σας την κλέψω.
-τι σκοπεύεις να κάνεις; Όχι καμιά καραγκιοζιά!
-με έχετε εμένα για τέτοιο τύπο;
-όχι, να με συμπαθάς, αλλά με τρόμαξες. Τι εννοείς πές μου.
-τον ξέρετε τον ντέηβιντ μπάουι;
-όχι, ποιος είναι αυτός;
- καλά θα πάω στο ελληνικό του, τον φλωρινιώτη;
-κάτι μου λέει, τον ηθοποιό;
-όχι τον αυλωνίτη, θα σας πάω καρφί στο αρχηγό. Γιώργος μάγκας;
-παναγιά μου!
-δεν είναι τίποτα, απλώς ψάχνω τον ράφτη του.
-η γυναίκα του τον ράβει, με τα τουρμπάνια και τα λαμέ.
-ναι γειά σου, αυτό εννοώ, θα γίνω μοντελάκης, πρώτος, με τα λαμέ και τις πούλιες, πρώτη μούρη, θα αφήσω εποχή.
-είσαι με τα καλά σου;
-σας φαίνομαι με τα καλά μου;
-ρε συ μην την τρομάζεις τη γυναίκα. Μην τον πιστεύεις μαμά.
-σας υπόσχομαι να μην σας ξεφτιλίσω.
-έχω τον λόγο σου;
-τον έχετε.

(έξοδος)

-το εννοείς;
-φυσικά.
-της υποσχέθηκες ότι θα κουρευτείς; Δεν το περίμενα από σένα να πουληθείς για μια μηχανή.
-ποιος σου είπε κάτι τέτοιο, της είπα να μην ανησυχεί, μήπως και μπορέσει να κοιμηθεί.
-δεν θα κουρευτείς;
-θα κουρευτώ, αλλά όπως εγώ ξέρω, όπως με κουρεύω εδώ και δέκα χρόνια.
-θα κάνεις ό,τι σου κατεβάσει;
-αυτόν δεν διάλεξες;
-ναι, αλλά θα θελα να προσέχουν όλοι τη νύφη, όχι εσένα τον γαμπρό.
-είναι στη φύση μου, δεν μπορώ να το καταπνίξω.
-να φανταστώ ό,τι θα χει και άλλα;
-είσαι μέσα.
-να φανταστώ ότι το χρώμα δεν θα ναι κλασσικό;
-θα μείνει για πάντα χαραγμένο στα μάτια τους.
-θα ναι η μόνη έκπληξη; Να ξέρω να τους προετοιμάσω;
-ευτυχώς όχι.
-θα μου πείς;
-θα δείς!
- να προσπαθήσω τις 10 ερωτήσεις;
-αυτό είναι το παιχνίδι μου.
-θα είναι κάτι που θα φοράς;
-σίγουρα.
-μέσα ή έξω;
-και μέσα και έξω.
-καπέλο μήπως;

-το ένα.
-έχεις και δεύτερο;
-το καλύτερο!
-θα φανεί μόλις χορέψω.
-όχι τις τιράντες.
-τόσο προβλέψιμος; Πάει το έχω χάσει.
-μα είναι πορτοκαλί!
-μην σε ανησυχεί τίποτα. μαζί μου ποτέ δεν θα περνάς απαρατήρητη.

Η κερασομαλλούσα σχεδόν κοιμήθηκε, η μητέρα της όχι, εγώ σαν πουλάκι. Ανήμερα το βράδυ είχαν γλέντι στο σπίτι της και εγώ έβγαλα έξω ένα φιλικό ζευγάρι για φαγητό.

Ν. για πές τι ώρα είναι το μυστήριο αύριο;
Κ. μυστήριο.
Γ. δηλαδή;
Κ. αν μου την δώσουν γύρω στις οκτώ, αν όχι , θα δείξει στις εφημερίδες.
Ν. τι εννοείς;
Κ. μπορεί να υπάρξουν εκπλήξεις αύριο.
Γ. η κερασομαλλούσα το ξέρει;
Κ. περίπου, αλλά ποτέ δεν μπορεί κανείς να είναι σίγουρος.
Ν. δεν θα κάνεις καμιά καραγκιοζιά;!
Κ. κάτι έχω κατά νου.
Ν. ώχ, τσάμπα ήρθαμε από αθήνα.
Κ. θα δείξει.
Γ. μεγάλη;
Κ. ό,τι μπορεί ο καθένας.
Ν. σε τρώει ο κώλος σου μου φαίνεται. Δεν μπορείς να φερθείς κανονικά μια φορά;
Κ. μάλλον όχι.
Γ. δηλαδή;
(εξηγώ τα ενδυματολογικά)
Ν. άσε καλύτερα, δεν θα φορέσω κουστούμι και εγώ για να μπορούμε να κινούμαστε γρήγορα.
Κ. θα βοηθούσε.
Γ. ο πατέρας της τι λέει;
Κ. δεν το ξέρει.
Ν. βρε δεν σου είπα πως είμαι κουρασμένος για τρεχάλες; Αυτά τα κάναμε μικρά.
Κ. εμένα δεν μου ξεκόλλησαν ποτέ.
Γ. και πως είναι ο πατέρας της; Ανθρωπάκι; Καλούλης;
Κ. παρα δέκα πόντους δύο μέτρα και 100 κιλά.
Ν. κοκκαλάκια μου.. βρές άλλον για πλάτες.
Κ. ούτως ή άλλως και ο ένας πάνω στον άλλο δεν τον φτάνουμε.
Γ. οπότε είναι σίγουρα γεροδεμένος;
Κ. κάποτε που του έκαναν ένεση στο χέρι, λύγισε η μύτη της βελόνας από την ψημένη σάρκα.
Γ. θα φάς καλά.με τα όπλα πως τα πάει τουλάχιστον;
Κ. πυροβολητής στο στρατό με διακρίσεις και καραμπίνα στο αυτοκίνητο, γερός κυνηγός, καλό σημάδι.
Ν. εμείς θα σε χαιρετίσουμε από απόψε, μιας και είμαστε ακόμα νιόπαντροι, να μείνουμε τουλάχιστον ζωντανοί.
Κ. όπως αγαπάτε.
Ν. βέβαια, δεν μπορώ να πώ ότι σε πιστεύω τελείως. Πρέπει να αστειεύεσαι.
Κ. θες να πάρουμε τη μικρή να τη ρωτήσεις που το είδε;
(την παίρνουμε, τη ρωτάνε, επιβεβαιώνει τα καθέκαστα, τους λέει και για τις τιράντες)
Ν. ευτυχώς που είναι αύριο Σάββατο, προλαβαίνουμε να αγοράσουμε ένα άλλο κοστούμι.
Κ. δεν το αλλάζω με τίποτα.
Γ. δεν είναι πλέον αστείο.
Κ. εγώ είμαι, αλλά δεν αλλάζω τίποτα.
Ν. άντε εβίβα, να ζήσουμε να τον θυμόμαστε.
Γ. άντε γειά μας, ήταν καλό παλικάρι, μόνο που έχανε λίγο.
Κ. και ζωή σε σας, άσπρο πάτο.

(τα παιδιά κοιμήθηκαν με βαρύ στομάχι, δεμένο κόμπο, εγώ σαν πουλάκι)

Ντύθηκα τη φορεσιά μου, με ξεπροβόδισαν οι φίλοι μου, κανένας δεν πρόσεξε τα αυτιά μου και την ουρίτσα, το ζευγάρι ήμασταν ταιριαστό, εγώ λίγο πιο παράξενος, αυτή λίγο πιο ωραία, έκλεψε ο γαμπρός τις εντυπώσεις και στο γλέντι έγινε το έλα να δείς όταν βγήκε το τουμπελέκι που βάραγε στους πρωτοχορευτές. Λύθηκε μέχρι και η μητέρα της και πήρε το ντέφι.
Έγινε ένα γλέντι τρελό, το πρόγραμμα πέτυχε 101%, όλοι καταχάρηκαν την πρωτότυπη μουσικη επιλογή, κατάλαβε το σόι της ότι ο γαμπρός ήταν άλλο φρούτο, μα τουλάχιστον ενδιαφέρον. Με δέχτηκαν. Ας έκαναν και αλλιώς.
Ο γαμπρός χόρεψε. Ποιος; Εγώ! Πως; Καλά!!! Τελικά από τα τσάμπα μαθήματα χορού πριν μερικά χρόνια στον δήμο κάτι μου έμεινε, παρόλο που με είχαν τότε διώξει επειδή τους μπέρδευα όλους.

Ο γαμπρός πήρε το μικρόφωνο και το μπουζούκι, οι καλοί του φίλοι με πλαισίωσαν, στήθηκε γλέντι σωστό, χόρεψαν και οι γονείς της νύφης. Κάποιοι ξεσαλωμένοι κουμπάροι-γυφταίοι(ο δηρμύτης και ο λιάκος), μου κόλλησαν από ένα δεκάευρο στο μέτωπο για να νοιώσω μέρος στον καιρό των τσιγγάνων.
Άρε τσιγγάνα ψυχή, έκανες το θαύμα σου, έστω και με ακούρευτα αυτιά.


να μας ζήσουν τα νιογάμπρια
να μας ζήσεις γαμπρούλη
να μας ζήσεις πουτσούλα( ήταν και αυτή μια ευχή, αληθινή ιστορία!)
και του χρόνου (το χαμένο κορμί, ο λέρας ο ανταγωνιστής, ο καθίκης)

ΚΑΙ ΖΗΣΑΜΕ ΕΜΕΙΣ ΚΑΛΑ ΚΑΙ ΕΜΕΙΣ ΚΑΛΥΤΕΡΑ






4.9.07

ο γάμος του καραγκιόζη

-Καλησπέρα, εγώ είμαι ο περί ού ο λόγος.
-Και εγώ ο επί των δίσκων, αντικαλησπέρα.
-Ωραία, κάτι μου λέει πως θα τα βρούμε. Να μπούμε στο θέμα κατευθείαν;
-Λέω ναι.
-Κοίτα, έχω πολλές ιδέες, για την είσοδο, για το φαγητό και τα λοιπά.
-Τα λοιπά τα λένε ρέστα από σήμερα και το θέμα έχει ως εξής: να μην σε ταλαιπωρήσω με ιδέες, έχω μαζέψει ένα υλικό γύρω στις είκοσι ώρες, από κει μέσα διάλεξε και μεγαλούργησε.
-Εννοείς ότι εμένα με θέλεις μόνο για να πατήσω το play.
-Σου είπα χωρίς προσβολή και χωρίς να θέλω να μειώσω την καλλιτεχνική σου αξία, μα είπα να σου δώσω τις δικές μου μπογιές για να ζωγραφίσεις.
-Να ρίξω μια ματιά;
-Όσες..
-Συγγνώμη, βλέπω μόνο ελληνικούς τίτλους. Κάνω λάθος;
-Θα κάνω γλέντι, όχι πάρτυ, δεν είναι η ώρα για dirty dancing, μόνο για ντέρτι. Μπήκες;
-Έχω κάποιες διαφωνίες, σοβαρές, αλλά ας δούμε το υλικό.
-Να σου δώσω ένα στίγμα, ΄30 μέχρι ΄90, αυθεντικές ηχογραφήσεις, μπουζουκλερί κάργα και τα κλαρίνα δικά σου.
-Από σύγχρονα λαϊκά;
-Για να μην υπάρξει κανιά παρεξήγησις, βανδή, την ξέρεις;
-Ναι, πως.
-Ωραία, ξέχνα την. Όπου το φοίβος δεν συντάσσεται με το δεληβοριάς, επίσης.
-Για περίμενε, το πράγμα σοβαρεύει επικίνδυνα. Δηλαδή θα σε βρώ σε χατζηγιάννη;
-Καλύτερα σε χατζή. Καλό το παλικάρι, ωραίος μουσικός, αλλά φθαρμένος και κρίμα είναι.
-Κουρκούλης, ρέμος ;
-Να σαι καλά που με έκανες και χάρηκα. Στο σακκί με τους άλλους.
-Πέγκυ, κοκκίνου;
-Έχουν φωνάρες, αλλά υπηρετούν τη θεά από άλλο πόστο. Υπάρχει μοσχολιού και ρίτα, πίτσα και ρένα εσκενάζυ, υπάρχει πόλυ πάνου, και αν θές στο τώρα μελίνες και μαριώ. Εκεί θα με βρείς και θα με ευχαριστήσεις.
-Αλεξίου;
-Τώρα παίζεις μπάλα.
-Γαλάνη;
-Βρέ και αρλέττα αν θέλεις κάτι παίξε, δική μας είναι, αν και κέφι δεν κάνει.
-Να υποθέσω ότι παίζει μάρκος και μάνος;
-Ναι γειά σου, φέρε τώρα την μπύρα, γιατί νόμισα πως θα έβαζες λάμψη εφεμ.
-Ο ακατανόμαστος;
-Μέχρι τον κουγιουμτζή και φτάνει, αλλά δεν κολλάει με τους γίγαντες που σου αχώ. Στρατός, Στέλιος, Μάρκος, τσιτσάνης, σερ μπιθί, και βάλε.
-Σου το λέω από τώρα πως είναι καταδικασμένο να αποτύχει. Εσύ θέλεις ταβέρνα και ο κόσμος θα ρθει για χορό. Κάνω δεκαπέντε χρόνια αυτή τη δουλειά και σου το υπογράφω ότι θα πατώσει.
-Ωραία, ζήτω το ναυάγιο.
-Δεν μπορείς να παίζεις με τα λεφτά των δικών σας και τα νεύρα των καλεσμένων.
-Αν είναι να πάω σε ευτυχισμένη στιγμή κάποιου και να μην περάσω καλά, δεν τρέχει κάστανο. Αν είναι όμως δική μου και δεν ακούσω τα που θέλω και αν εγώ πλερώνω, όχι μάγκα μου, υπάρχει πρόβλημα.

Σταματάω την κουβέντα, παίρνω το πηδάλιο και εξηγούμαι.

-Είσοδος και φαγητό, οι εκλεκτοί και οι αγαπημένοι. Βαγγέλη γερμανό και πορτοκάλογλου, φατμέ και λαθρεπιβάτες, γιοκαρήνης και δεληβοριάς, χειμερινοί κολυμβητές και ελαφρά του ΄30 με τον αττίκ και τον γούναρη. Εδώ θέλω όπου μπορείς να χώσεις το χαμόγελο της τζοκόντα και τη ραλλού, την περιμπανού και κανά δυο τρία από τον μάνο, γιατί αν δεν ακουστεί στο τραπέζι μου, τσάμπα μάγκας θα μια.
-Θέλω μικρό αφιέρωμα σε καθένα γίγαντα συνθέτη, θέλω θεοδωράκη και λοίζο, θέλω ξαρχάκο και μαρκόπουλο, πολλούς θέλω, μπορεί να μην είναι γλετζέδες, αλλά ΠΡΕΠΕΙ να ακουστούν.
-Σου έχω δέκα κινηματογραφικές δουλειές για να ανασύρεις διαμάντια, με βλαχοπούλου, βουγιουκλάκη, καρέζη και άλλες αρχόντισσες.
-Αναντίρρητα θέλω το δελφινοκόριτσο του βιολάρη γιατί το ακούω και μου θυμίζει τα μικράτα μου με το ραδιόφωνο στη γειτονιά.
- Η παρέα μου είναι παπαδοπουλική, αλλά με τον λάκη με τα ψηλά ρεβέρ και συνέχισε με μητροπάνο, για πρώτη γεύση.
-Θέλω τρεις ώρες ηπειρώτικα και πελοπονησιακά, τσαμικοκαλαματιανά, αυτά είναι εντελώς δικά σου και αν θέλεις μια μικρή βοήθεια λέω κυρίτσης και εσύ καταλαβαίνεις.
-Το πόσο θα τραβήξει παραπάνω θα το εκτιμήσεις εσύ, αν δεν κάθονται σκότωσέ τους με κανα δυό γρήγορα συρτά.
-Μετά είναι τυφλοσούρτης, σου έχω φτιάξει φάκελλο γλέντι . χασάπικα, ζεϊμπέκικα, τσιφτετελοειδή, αμανέδες, καμηλιέρικα, καρσιλαμάδες και κάτι ανάμεσα.
-Θέλω παιδιά από την πάτρα και λαϊκό τσατσά, θέλω μητροπάνο και παρασπονδία ανδρεάτο με πρώτο φθινόπωρο, θέλω τσέρτο και μάγκικο μελαχροινό μου, θέλω νομικό και ένα άδειο πακέτο, θέλω αγάθωνα και το παλιό μου μπουζουκάκι, θέλω μαριώ παρασπονδία και τρελέ τσιγγάνε, θέλω ό,τι υπάρχει εκεί μέσα να ακουστεί.

-Μετά είναι τα πραγματικά βαριά.

-Δηλαδή;

-Μετά είναι η δική μας παράδοση φίλε μου, είναι παπακωνσταντίνου, γκαιφύλλιας και μάλαμας. Είναι κανά και καλημέρη. Είναι υφαντής και κουρουπάκης. Και πάντα μόνος του ο παπάζογλου.

-Πρώτη φορά βρίσκομαι σε τόσο δύσκολη θέση. Δεν μπορώ να συνδέσω το όνομά μου με την αποτυχία σου, είμαι επαγγελματίας, δυστυχώς.
-Το καταλαβαίνω. Δεν πειράζει, καλή καρδιά.
-Θέλω να σε προστατέψω, θα κακοπάθεις, είναι η πρώτη σου φορά και είσαι βαθιά νυχτωμένος, εγώ παντρεύομαι κάθε σαββατοκύριακο για τα τελευταία δεκαπέντε και κάτι χρόνια.
-Θέλω να περάσω καλά εγώ, η κερασομαλλούσα και οι καλοί μου.
-Κοπελιά μου εσύ γιατί δεν του βάζεις μυαλό;
-Ό,τι θέλει είναι αυτά που μας αρέσουν, αυτά που τραγουδάμε. Μα και στην τελική αν βάλει μυαλό, δεν θα ναι αυτός που ορέχτηκα.
-Καλά, κύλισε ο τέντζερης με το συμπάθειο. Ας είναι, ας δοκιμάσουμε την τρέλα.
-Σε κάποιο σημείο όταν θα ανεβάσω τις καρέκλες στην πίστα κάνε μας τη χάρη και πιάσε μπάρ, τραπέζι ή έλα μαζί. Τότε θα γλυκολαλήσουν οι που ξέρουν.
-Ποιοι είστε;
-Θα μας γνωρίσεις στην πορεία, μπορεί και να μας καμαρώσεις, μπορεί να αποχτήσεις και περίσσειο θάρρος και να βάζεις όχι αυτά που συνηθά ο κόσμος, αλλά αυτά που εσύ γουστέρνεις.
-Αυτά στην περίπτωση που όλα πάνε καλά. Αν κάνει κοιλιά το σχέδιό σου, μου επιτρέπεις πρωτοβουλίες;
-Δηλαδή;
-Το γλύκα γλύκα. Ξυπνά και πεθαμένο, είναι εγγύηση και πασπαρτού. Γκαραντί ότι όλοι θα χορέψουν. Θώδη.
-Ούτε στα πιο τρελά σου όνειρα.
-Καλέ μου, εντάξει τον δέσαμε τον άνθρωπο χειροπόδαρα και τον βασανίζουμε. Βάλε νερό στο κρασί σου, ούτε και μένα μου αρέσει, αλλά κέφι κάνω.
-Επειδή το θέλετε και οι δύο, δεν το αποκλείω, μα πάω να σας προφυλάξω, το τραγούδι θα χάσει τη δύναμή του στα μάτια σας. Μετά από τη ρίτα δεν ακούγονται γέλια, δεν χορεύει ο άνθρωπος, αλλά τα μέλη του ανεξάρτητα με πόνο, πόθο, ντέρτι και καημό, ξεχνώντας κούραση και βάρη. Κάν΄το και μετανιωσέ το.
-Μη με παρεξηγήσεις φίλε μου, οι επιλογές σου είναι πρώτες και δεν έχω ξανακούσει τέτοιες, μα είναι άλλη η νοοτροπία των καλεσμένων, σφυρηλατημένη με τα χρόνια και τα γλέντια, θέλουν γνωστά τραγούδια για να ταυτιστούν, αλλιώς η πίστα θα ναι έρημη από πόδια και δεν είναι ωραίο θέαμα.
-Δεν ξέρεις ποιοι είμαστε, δεν ξέρεις ποιος είμαι και δικαιολογούνται οι ενδοιασμοί σου. Έρημη πίστα με δαχτύλια να κροταλιάζουν είναι πιο γεμάτη πίστα από τον συφερτό που όλοι κλακαδάρουν κάλπικα ντέρτια του συρμού.
-Είσαι απόλυτος, δογματικός.
-Ένα σου λέω, είναι η παράσταση η δική μου. Και κανένας να μην ανέβει, ευκαιρία να λυώσω τα καινουριοπάπουτσά μου.
-Το θέμα είναι να χορέψουν όλοι.
-Το θέμα είναι να χορέψει όποιος θέλει, όποιος το νιώθει και το τολμά. Έξω τα δήθεν.
-Έκανα τον συνήγορο του διαβόλου, μυαλό δεν βλέπω να βάζεις. Μου κέντρισες το ενδιαφέρον να δώ πως θα πάει όλο αυτό. Να το ξέρεις πως κινείσαι σε θολά νερά.
-Η μόνη θολερότης θα ναι στα ποτά του μάλαμα, μη με φοβάσαι εμένα. Πατώ γερά.

τριαλαλαΛαλαλαλατριαλαλαλαλατριαλατριαλαλαλαλατριαλαλαλλατριαλαλαλαλλαλαλαλαλαλαλλαλαλαλαλαλατριαλαλα


-Πως σου φάνηκε; Είχα δίκιο;
-Τα παίρνω πίσω, η εμπειρία μπορεί να κάνει και λάθη.
-Τι σου είχα πεί για τη θώδη;
-Δεν το περίμενα, το ξεφούσκωσαν εντελώς. Ήξερες τον κόσμο σου.
-Όχι φίλε μου, τα χέρια και τα πόδια σου γνωρίζουν να περπατάνε τον ζειμπέκικο καλύτερο από ότι ανασαίνουν τα πνεμόνια. Και κάπου εκεί μέσα υπάρχει σε καθένα τους κάτι που όσο και να φωνάξουν αυτό δεν λέγεται, όσον αέρα και να βγάλουν αυτό ποτέ δεν βγαίνει, όσο και να πιούν αυτό ποτέ δεν πνίγεται, όσο και να κουραστούν αυτό ορθούς τους κρατάει.
Αυτό έμαθα και αυτό έζησα και ζώ μαζί τους κάθε όποτε ανταμώνουμε. Με τους μισούς είχα πάνω από δέκα χρόνια να βρεθώ και με τους άλλους κάθε μέρα. Όλοι όμοιοι, όλοι μια γενιά.

*Ένα μεγάλο ευχαριστώ στον δαμιανό με τον τζουρά, το μεγαλύτερο δώρο που μου παιξε το πρώτο φθινόπωρο στις έξι, μόνο για μένα, χίλια φιλιά να τον εστέψει η γλυκειά κατερινιώ.
* Δυό τεράστια ευχαριστώ στους δίδυμους κανελλογαρύφαλλους που μου ρθαν από την μακρυνή τους σπάρτη μετά από εννιά χρόνια, που ταν σαν να μην πέρασε μια μέρα. Φίλοι καλοί και αγαπημένοι.
*Μια σφιχταγκαλιά στη δρακαντούλα που έπνευσε σμυρναίικες πολίτικες μνήμες πάνω από τα κεφάλια μας με το τραγούδι της το μονόφωνο και τις ορειχάλκινές της ζίλιες.
*Ένα ολοζουμερό φιλί στη νουνού που ταξίδεψε από τις μακρυνές αγγλίες για να πεί και κείνη ένα τραγούδι, έστω και χωρίς ένα βιολί παρέα, να τρυπώσει στις φωτογραφίες μας και μοιραστεί μαζί μας τη χαρά μας.
*Το μεγαλύτερο ευχαριστώ στον φίλο καρδιακό τον δηρμύτη, που μας οδήγησε και μας ξεπροβόδισε με την κιθάρα του την παιδική αγκαλιά και όλο το τσούρμο να λαλεί, εκτός από τον ασημάρχη που διόρθωνε τους στίχους.
*Την ελπίδα την κουτσή που χόρεψε δύο γύρους.
*Τον σερ ελάιτζα κορτές που σιγόνταρε τον φάλτσο ψάλτη, για την ιδέα του του ματωμένου γάμου τη συρραφή και για όσα ακόμα δεν έχουμε μάθει.
*Το φίδι το κολοβό που έκανε την διαβρωτική εμφάνισή του, που μας μάζεψε τα λεφτά από όλους και υπεξαίρεσε ό.τι πρόλαβε και μπόρεσε. Με αγάπη πάντως.
*Την αννούλα της φωτιάς με τη γόβα στιλέτο και το ξώπλατο, που έκανε ζημιά τους άρρενες.
*Την κατακουρασμένη ζέμπρα κωνσταντίνα και τον γλυκύτατο σάκη που μας τίμησαν με κόρνες και κορντέλες πορτοκαλιές.
*Την εστέλλα με το μάγκικο μόρτικο αργόσυρτο χορό της.
*Τη δασκαλίτσα το μαράκι που γραψε το πιο παιδικό γράμμα που χω λάβει από μεγάλον.
*Τον bill από τη μακρυνή λέσβο που πέταξε για μένα αψηφώντας την θεατρική του καριέρα.
*Τον νικόλα και την γεωργία που μετά ενός χρόνου και κάτι μηνών είδαν τη γαλήνη τους και εκείνοι μου έταξαν παρόμοιο καθυστερημένο δώρο, για να διατηρείται ζώσα η παράδοσις.
*Τον σταμάτη και την αννούλα που έσκασαν μύτη στην παραλιακή με προσπέραση από δεξιά και τρελή κόρνα και χορό με τα σαράντα παλικάρια από την τριπολιτσά.
*Τη χαρά από τη ιθάκη που της φάνηκαν όλα τέλεια και ας μην άντεξε μέχρι τέλους.
*Τον γιώργη που κιθαρώδησε μαζί μας και πήρε μέρος στη χαρά μας.
*Τον ταχυδρομικό μου φίλο με τη αφροδίτη του που κουράγιο να χει να αντέχει το βροντερό του γέλιο και την ακατάπαυστη όρεξή του.
*Την πανεμορφιά γεωργίτσα και τον σπαρτιάτη ξενοφώντα που μας τίμησαν με το τραγούδι και το χορό τους και την όμορφη παρουσία τους.
*Τον καλό μου τον πετρή που άφησε νεογέννητο ζουμπουλάκι και ήρθε να χοροπηδήσει ηπειρώτικα μαζί μας.
*Τον έγγελο των 185 εκατοστών που μάγευε τις νέες με την ωραιόθωρη παρουσία του και τον βαρύ καημό του προς το τέλος και την παραγγελιά του.
*Τη νόρα για την υπέροχη φωνή της και τον λυγιστό χορό της.
*Τη λενιώ που μπορεί να μην χόρεψε αλλά μου έδωσε ένα όνομα κάποτε που θα με ακολουθεί για πάντα στο στόμα αυτών που τότε με γνωρίσαν.
*Τη χρυσάνθη μου με το ολόλαμπρο χαμόγελό της και τη βασούλα με τον ανάερο χορό της μες στα μώβ και τα χρυσά ντυμένη.
*Τη νότα με τους κεκαλυμμένους βοστρύχους και τα ροδοολοστρόγγυλα …μαγουλά της που κόλαζαν και εμέ τον τίμιο, με το τριανταφυλλάκι στη μέση. Μπουκιά και συχώριο!
*Τον ασημάρχη που δεν ασπάστηκε τη γοητεία του μικροφώνου και ως γνήσιος βυζαντινός της τάβλας τραγουδιάρης έστησε δίφωνο παραδοσιακό ταξίμι χάρισμα με τον ομογάλακτο δηρμύτη.
*Τους ποδηλάτες που με τίμησαν με γέλια και χορό στο γλέντι, έστω και αν ετσάκισαν απ το γλυκό δυο πιάτα, ο καθείς.
*Όλους τους καλούς που με συντρόφεψαν ακόμα και αν ακόμη τώρα δά δεν του θυμάμαι, πολλάν η κούρασην, πολλάν η ευτυχίαν, να ναι καλά που παραβρέθηκαν στον γάμο του καραγκιόζη.
*Στον ρόλο του καραγκιόζη ο υποφαινόμενος, της Αγλαΐας η κερασομαλλούσα , ενώ ο κολητήρης πήγε διακοπές στη σαλονίκη και δεν πρόκαμε να ρθει να μας χαρεί.


Έρε γλέντια
Όπα οπα όπα εεεεεεε!!!!!!!!!!!!!!!!