26.2.10

μοναξιά δεν είναι να σαι , μα να νιώθεις μόνος

ακουμπώντας την μύτη στη γυάλα, ο κόσμος φαντάζει απέξω μεγάλος και πραγματικός

κι ας είναι και άλλα ψάρια στο νερό

όσο κοιτάζουν μπροστά και όχι δίπλα, η γυάλα μαζεύει τις μοναξιές όπως τούτο το ασπρόμαυρο πάτωμα τις πατημασιές του πλήθους που ξεπεζεύει από το τρένο, μέχρι της καθαρίστριας η σκούπα να χαρίσει τη λήθη σαν του μορφέα το πέρασμα, στο τέλος της μέρας

και η ίδια ιστορία από την αρχή, το δάχτυλο στον τοίχο, σαν ρολόι μετρά περασμένες στιγμές, αντίς να κτυπά για να βρεί αντίλαλο να μιλήσει

μοναξιά είναι να κρατάς μούτρα στον καθρέφτη σου μέχρι να ξεχαστείς μέσα στον εαυτό σου

προς εαυτον-εμπιστευτικόν

καλέ μου ψεύτη , μπορείς να ζήσεις όσο θαρρετά μιλάς και γράφεις;
ως πότε θα επινοείς εχθρούς που μπορείς να νικήσεις;

28.1.10

αναλαφροαέρινα αποενοχικά

κι αν δεν με ξέρεις , τι ;

ο άνθρωπος μαθαίνεται με μάτια, όχι με λόγια, γιατί τα λόγια λέγονται, μα μάτια συγκοινωνούνται

που δεν θα προλάβεις να με βαρεθείς, νωρίτερα θα χω φύγει

από καιρό ξεχρέωσα φόβους και παραλείψεις, μη φοβού, τίποτα δεν θα φορτωθείς, μόνο όσα θελήσεις

μπορούμε να ζήσουμε τώρα τις έντονες στιγμές και να αφήσουμε γι αργότερα τα αναδρομικά μας ίσως;

σε κάθε απάντηση χαμόγελο θα πάρεις

δεν ζητώ να πάρω, να μοιραστώ γυρεύω

το να ταιριάξεις το βλέπω πιθανότητα που δεν επισύρει ευθύνες

η μόνη βεβαιότητα οφείλεται σε κάποια αθωότητα που κάποτε έγινε σκλήθρα και από τούτες ξέμπλεξα έχοντας βρεί εμένα

το παιχνίδι τούτο είναι απλό, δεν αφορά κυνηγητό, μόνο συγκαταθέσεις

δικαιολογίες δεν βαστώ, ούτε διαθέτω χρόνο, μια θέση κοντά μου σου κρατώ και αν θέλεις ανεβαίνεις, ο δρόμος είναι όλος μπροστά και ο χάρτης δεν δείχνει πίσω

έλα σαν θες

κι όποτε νιώσεις τη φυγή, τραβάς τη ρότα σου

27.1.10




φτιάχνω όμορφα κλουβιά,
ενίοτε από λέξεις
και πάνω σε μια κάθομαι
και ψέλνω τ όνομά της

26.1.10

άραγε


γράφω
γράφεις;

έγραψα
έγραψες;

έχω γράψει
έγραψες;

δεν θα γράψω

9.12.09

αγκαλιά στο χιόνι

H βεβαιότητα ότι όλα θα πάνε καλά εξανεμίστηκε κι αυτή με το τελείωμα της βενζίνης

Το κρύο έδωσε το ρυθμό στα δόντια, να ακούει το σώμα και σε κάθε κτύπο να στρέφεται στα προς των έσω, σχεδόν βουστροφηδόν, σαν αντίστροφη ανάπτυξη εμβρύου, μένοντας ένα ταλανισμένο πλάσμα γύρω από τα γόνατα, με δάκρυα στα μάτια

Ο αέρας να σφυρίζει τον άσπρο θάνατο απ’ έξω αμέριμνος και κραταιός, ενώ η παγωνιά να παρεισφρέει απ ολούθε και να πολλαπλασιάζεται σαν αγωνία

Ξεκίνησες έχοντας εσένα μόνο να βρείς, μόνο τον χαμένο σου εαυτό από την προηγούμενη στροφή, εκείνη που στις φωτογραφίες σου υπήρχαν δυό, πιο κοντά και αγαπημένοι από το χώμα και το νερό της λάσπης

Το βούλιαγμα στην πόρτα μπάζει σαν την αλήθεια που κάποια στιγμή δεν μπόρεσε να αντέξει το ρούχο της ψευδαίσθησης, τότε που η ανάγκη την πειθανάγκασε να δεί τα πράγματα κατά το είναι και όχι το βολεύειν

Ο χωρισμός προκύπτει σαν αναγκαιότητα του ενός και υποχρέωση του άλλου , έτσι άκουσε και τούτο το ζησε σαν διπλογυρισμένη σε φούρνο πίτα

Οι ισορροπίες του καθενός δεν βρίσκονται μες στη σχέση, κει δοκιμάζονται, επιτυγχάνουν ή όχι, σαν τα πριν από ώρες σπασμένα φρένα της, όχι του μυαλού, μα του Yaris, εδώ, στου κόσμου την απόμερη ερημιά, που ο χαρτογράφος δεν καταδέχτηκε να πολυπροσέξει και ο οδοποιός βιάστηκε να κουρμπάρει την στροφή, για να παίρνει ο διαβάτης γρήγορα τα μάτια του από τούτο το μέρος

Το χειμώνα νυχτώνει νωρίς και το καταλαβαίνεις καλύτερα σαν είσαι έξω. Η μπαταρία της ξεπνέωσε από το αδιάκοπο κορνάρισμα και το ραδιόφωνο έμεινε ο μοναδικός σύμμαχός της

Στο χιόνι ντύνεις τα λάστιχα με αλυσίδες, σαν αυτές που νοητά προσπάθησες να σπάσεις, της συνήθειας που σε κρατούσαν σε διαρκή συμβιβασμό, που σ’ οδηγούσε κάθε μέρα στο υποβιβασμό, αλλά το με αφήλιο και τον πάγο δεν τα βάζεις, γιατί τα όπλα σου είναι σαν ξεπερασμένες αρετές, απλώς άχρηστα

Σε μια στιγμή λες δεν μπορεί σε μένα να συμβαίνει, σχεδόν ταυτόχρονα βλαστημάς και προσεύχεσαι, το αυτοκίνητο ακολουθεί αιώνιους νόμους βαρυτικής έλξης και μείωσης της δυναμικής ενέργειας του, νιώθεις κλυδωνισμούς του αμαξώματος κοντά στο όριο θραύσης του κατεβαίνοντας την πλαγιά όπως να ναι, μέχρι το δέντρο που θα ανακόψει την πτώση που θελε να γίνει πτήση

Δεν χτύπησες τόσο ώστε να πονάς αφόρητα, αλλά ακόμα είσαι ζεστή, είναι σαν τότε που σου ανακοίνωνε αποστασία προκαλώντας σου εσωτερική αποδιοργάνωση που εκφράστηκε με ένα γέλιο σχεδόν υστερικό, που θα το πλήρωνες με χρόνο και αναστεναγμούς, κανένα τίμημα δεν μένει απλήρωτο, αυτός και αν είναι νόμος

Σε κάθε υποψία περαστικού αυτοκινήτου βοηθούσες την κόρνα πιέζοντας την με όλο σου το σώμα και η φωνή σου να ακούγεται όλο και πιο βραχνή, πιο λίγη, λες και οι δυνάμεις σου εκφορτίζονταν παράλληλα με τις ελπίδες σου για γλυτωμό

Το παιχνίδι που έπαιζες μια ολόκληρη ζωή και σε κράτησε στα πόδια σου ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές σου ήταν το να φαντάζεσαι το τώρα μετά από καιρό κι έτσι το άγχος σου και η ταραχή μετατρέπονταν σε καλοδαμασμένα άτια και οι σφυγμοί σου μετρούσαν δευτερόλεπτα και όχι ταχύτητες καταδιωκόμενων

Θα με βρούν, σίγουρα θα με βρούν έλεγες και ξανάλεγες, κανένας δεν πεθαίνει από εγκατάλειψη στις μέρες μας, έλεγες και όλο και λιγότερο το πίστευες, σαν τους όσους καταχωρημένους στο πλέον άχρηστο τηλέφωνό σου, εδώ στο βάθος του γκρεμνού, τους κάποτε γνωστούς σου, τη γιαγιά στο χωριό και τον κόσμο που γεμίζει τα άσυλα αποθήκες

Η σκέψη σου ξεσκαλώνει από τον έρωτα προς ώρας, η επιβίωση τίθεται σαν πρωταρχικό θέμα και το αίμα νιώθεις να ακινητεί στα άκρα σου, ένα αργό μούδιασμα έρχεται, κάτι σαν την αδιαφορία μετά την απώλεια

Η μόνη βεβαιότητα είναι ότι ένας μύς μέσα σου πάλλεται και πασχίζει να σε κρατήσει ζωντανή, για να σου αποδείξει ότι αντέχει ακόμα ραγισματιές και ερωντοχτυπήματα, κάθε φορά πιο μεγάλος από το πιοτί και την ταλαιπωρία

Ο ύπνος είναι προ των πυλών και σύ ανθίστασαι, όλοι ξέρουν πως είναι ότι πιο κοντινό μέσα στη ζωή στον θάνατο, αν και σύ αρέσκεσαι να ζείς, εκεί, τα πιο μεγάλα αδιέξοδά σου, με το μεγαλύτερο χειροκρότημα και μια αγκαλιά, στο τέλος, που διαρκεί μέχρι την απόσταση ύπνου και ξυπνητού

Το σκοτάδι έρχεται και είναι οξύμωρο σχήμα το σκοτάδι μες στο χιόνι που έχει καλύψει τα πάντα γύρω σου και το άσπρο αυτοκίνητό σου, σαν ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα με ευτυχή λύση σε αυτή τη ζωή, την δική σου

Η ζωή λένε προς το τέλος του καθενός διαδραματίζεται σαν έργο σε ελάχιστα δευτερόλεπτα, νιώθεις να μην έχεις αντοχές να περιμένεις να το δείς και αντί για έργο κερνάς τον εαυτό σου ένα ποτ πουρί από διαφημιστικά διαλείμματα, με σένα κομπάρσο στο βάθος καθιστή και την επιθυμία και την απραγία σου πρωταγωνίστριες

Τις μόνες φορές που πήρες το μικρόφωνο στο χέρι και τραγούδησες μπροστά στο κοινό δίχως να ξέρεις τα λόγια ήταν με αυτούς τους τρείς, που σε άφησαν τσουρουφλισμένη στη σκηνή να μαζεύεις τα κομμάτια σου, μέχρι το επόμενο στραπάτσο, ίσως γιατί ο έρωτας είναι ένα ντόμινο που έχει αξία όταν το στήνεις ή το ρίχνεις, καταδικασμένο ποτέ στημένο

Αγκαλιάζεις τον εαυτό σου όσο περισσότερο μπορείς, σαν να τον αγαπάς λιγάκι, γίνεσαι σαν ένα έμβρυο, σαν τα φασολάκια που βάζαμε στο σχολείο στην βρεγμένη χαρτοπετσέτα, στο κυπελάκι του γιαουρτιού, μόνο που το φύτρο σου, γυροτυλίγεται, προσπαθώντας να καταλάβει την ελάχιστη επιφάνεια, αφήνοντας εκτεθειμένη μόνο την ράχη ενός κουλουριού, στο πίσω κάθισμα ενός στραπατσαρισμένου αυτοκινήτου

Ο χρόνος δεν παίζει παιχνίδια μαζί σου, λειτουργεί με δευτερόλεπτα, σταθερά, άσχετα με την αντίληψη ή την επιθυμία σου, δεν σε λυπάται ούτε σε εχθρεύεται, απλά υπάρχει, κάτι αμφίβολο για σένα

Και τώρα τι;

Εκεί που δεν πιάνουν οι κατάρες, εκεί που δεν πιάνουν οι ευχές, εκεί που η απόγνωση έχει προσπεραστεί μερικές αγωνιώδεις ώρες πρίν, το μόνο που σου μένει μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας είναι η τρέλα, αφού όλα πήγαν αντ’ ευχήν , τι καλύτερο από ένα αργό θάνατο και τα κοκκαλωμένα δάχτυλα ψάχνουν για ένα πακέτο, ενώ τα χείλη κομματιάζονται από το κρύο και τα γέλια

Μέσα σε άπειρα ρίγη συνοθυλεύματος κρύου και πόνου ένα τσιγάρο σφηνώνει στα χείλη και η κάπνα επιτείνει την τραγικότητα του έργου, σε παίρνουν τα κλάματα, γιατί εμε΄να, γιατί τώρα, γιατί αφού, γιατί άμα, γιατί οτιδήποτε

Πίνει καπνό και τον βήχει πίσω, το κορμί συνταράζεται από σπασμούς και τούτη τη στιγμή δεν ζητά να καταλάβει, ούτε ζητά να συγχωρέσει, μα να συγχωρεθεί

Μπορούσε τότε να είναι πιο διαλλακτική, τότε πιο εξυπηρετική, τότε λιγότερο κάθαρμα, τότε όχι σκληρόπετση, τότε λιγότερο εκδικητική, τότε με περισσότερη κατανόηση και το κυριότερο μπορούσε να ναι περισσότερο κοντά σε άλλους που την χρειάζονταν, παρά υποσυνείδητα βολεμένη στο να πνίγεται στην δική της κουταλιά νερού

Θα θελε να αγκαλιάσει και να φιλήσει μια μεγάλη συγνώμη κοντινά αγαπημένα της πρόσωπα, φιλώντας τα κατά πρόσωπο, νιώθοντας την ζέση τους, μάγουλο κατά μάγουλο και λόγια μεταξύ ώμου και αυτιού, χωρίς μάτια που σε κάνουν να ντρέπεσαι αντίκρυ τους

Τα μάτια κλείνουν, καθώς τα λόγια στο δικό της τερέν που είναι ακόμα ο ύπνος, λέγονται

Ένα χαμόγελο σκαρφαλώνει στα μελανιασμένα χείλη










































Το εκχιονιστικό περνάει και καθαρίζει το δρόμο, πετώντας προς τη μεριά του γκρεμού το χιόνι μερικά μέτρα παραπάνω της, ο γεράκος που οδηγεί έχει αναψοκοκκινισμένα μάγουλα από την ζέστη του καλοριφέρ και το φετινό αψύ τσίπουρο



















































Στη στροφή σταματά ένα περιπολικό της τροχαίας για να περάσει ανακλαστική ταινία που να επισημαίνει το επικίνδυνο του σημείου, απ όπου..

Ο επικεφαλής αστυνομικός ενημερώνει από τον ασύρματο πως ο δρόμος πλέον είναι ανοικτός και η διέλευση είναι δυνατή, με προσοχή, επιφυλακτικότητα και αλυσίδες

Άσχημο βράδυ ξεκινά μα ευτυχώς η χιονόπτωση σταμάτησε και σε καμιά ώρα η υπηρεσία του τελειώνει, για να αναζητήσει ένα ποτό, κάτι πρόχειρο για φαγητό και την συντροφιά της τηλεόρασης για να κοιμηθεί και να ξυπνήσει ακούγοντάς την

Πάει πίσω από το περιπολικό προς νερού του και βλέπει μερικές δεκάδες μέτρα παρακάτω ένα φώς αχνό, από τα στόπ ενός αυτοκινήτου

Φωνάζει σε βοήθεια, να ειδοποιήσει ο συνάδελφος από τον ασύρματο και χωρίς να το σκεφτεί αρχίζει ναν κατεβαίνει την παγωμένη πλαγιά. Τα βήματα είναι αβέβαια, τα πάντα είναι ήδη γκρίζα από το σκοτεινιασμένο χιόνι που έχει αρχίσει να κρουσταλλιάζει στην επιφάνειά του, μα ήδη είναι εκεί

Βάζει φωνές, χωρίς απόκριση. Με το γάντι καθαρίζει το τζάμι και βλέπει ένα πλασματάκι λουφαγμένο σαν πληγωμένο πουλί στο πίσω κάθισμα, με μακρυά μαλλιά και άσπρα σνίκερ

Η πόρτα του οδηγού είναι σφηνωμένη και δεν ανοίγει, ενώ έτσι όπως έχει καθίσει αλλοπρόσαλλα το αυτοκίνητο μεταξύ δέντρου και βράχων η μόνη είσοδος είναι από το παρμπρίζ

Ο συνάδελφος του φωνάζει πως το ασθενοφόρο θ αργήσει και πως μόνο του στρατού μπορεί να ναι σχετικά σύντομα εκεί

Σπάζοντας με τον φακό και με αγκωνιές το ήδη ραγισμένο τζάμι εισέρχεται στο αυτοκίνητο για να κατευθυνθεί στο πίσω μέρος. Η κοπελιά είναι πληγωμένη στο κεφάλι, μια κηλίδα αίμα στεφανώνει μια τούφα από τα μαλλιά της και έχει τρέξει μέχρι το λαιμό

Δεν έχει τις αισθήσεις της, μα πιάνοντας τον σφυγμό της ανιχνεύει μια ελάχιστη ένδειξη ζωής μέσα της.

Κουράγιο μικρή μου!

Είναι πιο κρύα και από σίδερο, δεν είναι ντυμένη βαριά και τα σημάδια δεν είναι με το μέρος της. Φωνάζει στο συνάδελφο για την κουβέρτα βοηθείας που έχουν γι αυτές τις περιπτώσεις, και βγάζει το τζάκετ του, δεν έχει καθαρό μυαλό, θέλει να βοηθήσει, χωρίς να την μετακινήσει, χωρίς να προξενήσει καμία μεγαλύτερη ζημιά

Οι αστράγαλοί της είναι ξυλιασμένοι, σαν τα χέρια της και η ανάσα της ίσα που ακούγεται. Δεν το σκέφτεται καν, πουκάμισο παντελόνι και φωλιάζει πίσω της, τα ρούχα από πάνω και αρχίζει να χουχουλιάζει σε λαιμό, πλάτη, πιάνοντας χέρια, ακουμπώντας στε πόδια, μεταδίδοντας ζέστη.

Ο συνάδελφος φτάνει, τους σκεπάζει και προσπαθεί να βοηθήσει όπως μπορεί

Έχεις κρατήσει ποτέ στην παλάμη σου καναρίνι; Να νιώθεις τον ανασασμό και την αγωνία του; Μικρό, σχεδόν μια σταλιά; Έτσι ένιωθε και κείνος που την είχε αγκαλιά, εκείνο το όμορφο αστείο προσωπάκι, με την γόπα ενός τσιγάρου στραβά φυτεμένη στη γωνία των χειλιών της

Πάνω στην ώρα σύμφωνα με την αναφορά που υπέβαλαν οι δύο αστυνομικοί ήρθε το ασθενοφόρο του στρατού, κατέβηκε φορείο και αφού έκοψαν μια κολώνα του αυτοκινήτου την απεγκλώβισαν από την πίσω πόρτα

Για μια στιγμή άνοιξε τα μάτια, βλέποντας μάλλον ένα φωτεινό διάδρομο και φωνές στο βάθος, μα δεν ήταν η ώρα της να τον τραβήξει



Έζησε.



Δεν έγιναν ζευγάρι.



Δεν ξαναζήτησε κανέναν από τους 3 τέλειους που είχε γίνει κάποτε ταίρι τους.



Χωρίς όλα της τα δάχτυλα, αλλά αν δεν ήταν κάποιος να την πάρει μια σωτήρια αγκαλιά, θα ταν μαζί τους, είπαν


για το χρυσαλιφούρφουρο

μουσική δανεισμένη από Major Tom

3.12.09

σκέτος, προς το πικρός

ούτε έρχοντας,
μηδε άρχοντας
απλώς μένοντας και υπάρχοντας

2.11.09

ώρα χειμωνιάτικη βραδινή

κι έγιναν οι χαμένοι φίλοι
μια σειρά από πόρτες μεταμεσονύκτιας χειμωνιάτικης ωρας
με το σήμαντρο πιο σκουριασμένο απ την ανάγκη
και τα δυό σκαλιά δρόμο ίδιο συρματόπλεγμα για ατολμίες και αναποφασιστικότητες

16.10.09

Κοχλάζοντες ζητούσαν να ναι οι παγωμένοι
οι κολασμένοι,
οι διψασμένοι

2.10.09

για μια στιγμή μόνο-Και θα γεννηθείς τον καιρό των μικρών στιγμών

Πάρε ένα τσιγάρο


Σήμερα στο συστήνω εγώ, παράλογο έ;


Η καρδιά σου ανασκιρτά, ναι για σένα είναι, δώρο το λέω, αν και το χρειαζόμουν εγώ


Δώσε ένα τσάφ με τον αναπτήρα μουσικό, μέχρι να τελειώσει η παύση της πρώτης γουλιάς, φτιάξε ένα κάδρο με τον καπνό, μπές μέσα, κλείσε τα μάτια και άφησε να καρφωθεί η πρώτη νότα



Και θα γεννηθείς τον καιρό των μικρών στιγμών


Θα κρατάς απ το χέρι ένα δάκρυ που θα αργήσεις να καταλάβεις την πληγή του
Θα πληρώνεις με ανελέητο δόσιμο τις ατελέσφορες προσμονές σου
Θα πίνεις καπνό να συγνεφιάζονται τα μάτια
Θα ζείς για να ξαναγεννηθείς έτοιμη


Η μικρή μαρία κάθεται και κλαίει


1
Ένα παράθυρο σαλονιού το κλουβί, μια κουρτίνα πλεγμένη με το βελονάκι για πέτασμα και πίσω τους κρυμμένα δυό μάτια να κοιτάζουν προς την πλατεία.

Ένα πιάνο να στέκει για ώρες βωβό τη μέρα, με το σκαμνί γεμάτο παρτιτούρες σημειωμένες και όλα τα γραμμένα κοιμισμένα μες τα δάχτυλα

Δυό χέρια μαθημένα να διαβάζουν και να συνομιλούν με τις αφές και απ το πέρασμά τους να ανθίζουν μουσικές, γαλήνες, ευωδίες και σαρκωμένα ρόδια

Παιδικές φωνές θα αχούν από την μισάνοιχτη την πόρτα και η καρδιά θα ναι πιο ξεχειλισμένη από πεθυμιά να χεροπλεχτεί σαν κισσός μαζί τους από του ποτηριού την τελευταία στάλα, μα ένας φόβος εγγενής θα κρατάει τα γκέμια και κείνη θα αναγάγει το κρυφτό, ζωής παιχνίδι κάτι σαν μεταξύ φωτός και ονείρου, που θα διαβάζει στα κρυφά αργοσάλευτες κραυγές από καταραμένους ποιητές που χάθηκαν στο βάδι, προς της καρδιάς τους το πυξίδισμα

Κι όσο θα μεγαλώνει, θα την ακολουθεί ο μισεμός εκείνου που δεν γνώρισε εκείνου που δεν συνάντησε ποτέ, παρά μονάχα σε έργα , εκείνος που θα της έκανε τον κόσμο άνω κάτω, που τα χαλάσματά του θα τανε τάξης μεγέθους πιο πάνω απ το δικό της τώρα

Ολημερίς θα προσπαθεί τα νυχτερινά της όνειρα να ξεκουράσει, μιλώντας με σιωπές, ώστε ολοβραδίς να μπορεί να ποδεθεί η φαντασία της σιδεροπάπουτσα άφθαρτα και του εωσφόρου τον ερχομό, να τα απιθώνει τρύπια και τσακισμένα

Δεν θα κερνά με λάδι κάποιο καντήλι κι η προίκα της δεν θα ναι λευκά σεντόνια, από μικρή θα ξέρει
πως το λευκό το κόκκινο καλνάει και προδίδει
και μόνο στο μαύρο θα βρίσκει παρηγοριά και κάλυψη


2

Θα σπουδάζεις έξω από τα νερά σου, καρτερώντας κάπου στην προσωποθάλασσα να ερωτευτείς ένα φάρο, να δοκιμάσεις την γλύκα που ονειρευόσουν, να δώσεις παραπάνω από όσα έχεις, να μην βρεθείς ποτέ πιστωτική, ακόμα κι ύστερα από την πίκρα


Θα πιάσεις μια αδιάφορη δουλειά και θα συγχνωτίζεσαι ανθρώπους που θα παλεύουν να υπερασπιστούν το κάτι παραπάνω από το δίκιο τους και σύ θα επιτρέπεις στον εγκλεισμό σου να κάνει ασκήσεις αντοχής

Θα κλείνεις τις πόρτες προσεχτικά μην τυχόν και σ αρπάξει καμιά ζάλη και θα ντύνεσαι γρήγορα μην διαλυθείς


Θα αγαπάς τους άλλους περισσότερο από σένα και θα μένεις σε ένα άρωμα πιστή ταγμένη μέχρι τέλους


Θα παίζεις χαρτιά πάντα με σηκωμένα μανίκια, χωρίς κρυμμένο φύλλο και θα τραβάς από τα 20, γιατί οι καμένοι το μόνο που ζήτησαν ήταν ένας άσσος που θα κανε δεκάρια τα μηδενικά τους


Τα χάδια χαμένα σαν και τα μαλλιά που μέσα τους περπάτησαν τα δάχτυλα και τα δικά σου δάχτυλα πιο φιμωμένα από βουλωμένες αρτηρίες, από βαθύπερα ντουντουκάτα αγριάνθη μπρός σε ανοιξιάτικο παροξυσμό


Θα παίρνεις νέκταρ δίνοντας χείλη και θα ακροβατείς μεταξύ χαμού και ευτυχίας στην έλλειψη ή στο πλεόνασμά τους


θα πλάθεσαι μέρα με τη μέρα με τρόπο θεσπέσιο και κάθε κακοτυχιά θα φαντάζει μικρότερη από ραγισματιά αγέρα
η κάθε μέρα θα ναι μαγική και θα αποκαλύπτονται άγνωστές σου ανεξάντλητες πηγές ευφορίας απ’ του κορμιού τα πέρατα, μέχρι του νού τα βάθη και στης ζωής το κέντημα δεν θα υπάρχει κόμπος
ο χρόνος θα μεγεθύνεται όσο κοντά του θα σαι και όσο μακραίνει η ανάμνηση θα σου κρατά το χέρι , παρέα με την σιγουριά πως σαν θάλασσα θα ξανάρθει


Κι όλο θα έρχεται, μα κάποια φορά μέσα στα μάτια του η θάλασσα θα αλαργεύει, θα γνέφει η χαρά μεσίστια στο μέτωπο και θα κρύβονται καταιγίδες, που όσο κι αν λάμψει ο ήλιος σου, δεν θα τις κάνει κάτω


ανομολόγητα θα ξες εσύ πως το παιχνίδι χάνεται ερήμην σου κι εφεξής ότι ποντάρεις χάνεις, μα ότι ο θιός σε προίκισε, τούτα τα σπρώχνεις όλα στο κέντρο, στην μπάνκα κι ας χάνονται σαν σε αριά κοσκίνα


θα ξαναθυμηθείς την φίλη τη γραφή και όλο θα γυροφέρεις την βλάσφημη την προφητειά που μέσα σου θα ποστιάζει βαρυγκομιές


κι όταν χαθεί παντοτινά ο κόσμος κάτ απ τα πόδια, θα δεις πως σου χει μείνει μια γραμμή πάνω της να ισορροπήσεις, βαθύ κενό αριστερά και δεξιά και σίγουρα προς τα πίσω, μόνη σου δυνατή επιλογή μπροστά η προς χαμού σου και εσύ με μάτια πιο κενά από κονσερβοκούτια, με μαύρους κύκλους κάτωθε σαν υπογραμμισμένα, να αναδακρυώνεις σε κάθε βήμα σου σαν να ζητάς να πέσεις,


νέα, ωραία αυτόχειρας ερωντοχτυπημένη, με κείνο το ν να αλυχτά, για κείνον το σεβντά που γέμισε τα στηθιά της και πλέον έκαμε πίσω

3

­­ Θα σαι απροσπέλαστη από τους ανεπαρκείς και η ολιγάρκειά σου θα τρομάζει τους ανικανοποίητους


Θα μπιστεύεσαι πιότερο την όσφρηση ή την ακοή από τα πλάνα μάτια


Θα αναζητάς το ζουμί πάντα πίσω από τις λέξες και θα διαλέξεις να ζήσεις βίο διψασμένο που θα καταπραύνεται μέσα σε στίχους και ηχοχρώματα


Θα φορείς τα καλά σου όταν βρέχει και θα οδηγείς με τα πόδια γυμνά στα πεντάλ, για ένα πακέτο προσωπικού χρόνου από το περίπτερο δίπλα στη θάλασσα


Θα χεις ένα ζευγάρι δάχτυλα στα αριστερά κιτρινισμένο από την καύτρα του τσιγάρου και ένα άλλο στα δεξιά μελανιασμένο από της πένας τη μελάνη


Θα σου μιλούν οι φίλοι για χρόνο χαμένο κι ευκαιρίες κι εσύ θα ξές πως δεν μπορεί να σωθεί όποιος το χαμό νομίζει λύτρωση- πως αναφέρονται σε σύστημα μονάδων κι αξιών υπό κανονικές συνθήκες, ενώ εσύ θα ακροβατείς για μια ζωή στα όρια σου της αβύσσου


Θα περιπλανιέται το κορμί σου σε σώματα άλλα και σαν κομήτης θα αφήνεις σημάδια από τα μαλλιά σου σε κρεβάτια ξένα


Θα κοιτάς μπροστά χωρίς να βλέπεις, η ματιά σου θα αναζητά συνέχεια πέλαγο να ξεχυθεί, να κολυμπά γυμνή κι ελεύθερη, δίχως φραγμούς κι εμπόδια, με μόνη την καταιγίδα και το άγνωστο να αναμετριέται μέχρι να ποντίσει στην στεριά του ή να χαθεί για πάντα

4

Σε μια στιγμή μόνο, το είναι γερνάει στο ήταν και ο χρόνος σε σπρώχνει άθελά σου σε κίνηση, σαν σ’ ένα χείμαρρο με κοίτη άγρια και όχθες κατακόρυφους καθρέφτες


Τα λόγια ξές πως θα χρύσωναν το χάπι, μα δεν φτάνει η μπόρεση να αρθρωθεί σε ήχους, δεν της αρκεί, βλέπει πως τραβά από πηγάδι με τρύπιο κουβά


Θα σε κοιτά στα μάτια ημιένοχος, σαν να μην έφταιγε κάποιος από τους δύο, μα η παλιοκατάσταση ή εκείνο το άθλιο «ξέρεις, έτσι είμαι εγώ» , το ίδιο δηλητηριώδες με το «θα θελα να μείνουμε..» , κόψε φίλε, εκτός αν συνηθίζεις να πηδάς όλους σου τους φίλους, κατ εξακολούθησιν λέγεται και καθ υποτροπή, αλλά για ποιο λόγο να σου συμπυκνώσω την κοσμοθεωρία σου σε δυό προτάσεις;


Θες θυσία; Πες το μου, βαστώ αντοχές για δαύτη, να πέσω μέσα στην κιμαδομηχανή, ξανά και ξανά, για να με πλάσεις όπως με θές, άφθαρτα θα μένουν τα συστατικά της επιθυμίας μου, μα δεν σου φτάνει, συνέδεσες τον έρωτα με το μαρτύριο και την ταπείνωση, πότε από τη μεριά του θηριοδαμαστή που χάνει το ενδιαφέρον του και πότε από το χαμόγελο του ξεδοντιασμένου ζώου, του πλέον οπιομανούς, που βλέπει την ευτυχία στο μαστίγιο, σαν μια πράξη έστω αποστειρωμένης , μα επαφής.

5


Σαν να μαστε παιδιά και μου πες δεν σε παίζω, σαν παλίρροια που τράβηξες τα νερά σου, σαν ελατήριο που ξετεντώνεται στην άγια ηρεμία του, ένα ακατανόητο γιατί με ένα δίχως απάντηση ανθέσπλαχνο διότι

Πές μου ποια είσαι;
Δεν ξέρω πλέον, νιώθω μόνο μουδιασμένη, τα άκρα μου να μυρμηγκιάζουν και κουβαλώ μιαν αίσθηση σαν να πέρασα κάθετα τον δρόμο με τους ταύρους, έχω μια ταυτότητα που έχει καρφιτσωμένη μια μου φωτογραφία, μοιάζω εγώ, αλλά δεν είμαι, είμαι του ήμουν εκεί, έχει τόση σχέση με μένα όσο το πρίν της υλοτόμησης το δέντρο με την λευκή κόλλα χαρτί


Το πιάνο; Ανθίσταται στους πληκτρισμούς σαν να ναι μαρμαρένιο


Το μάτι μου κάνει μια γυροβολιά και πέφτει στου κομοδίνου σου το συρτάρι, είχαμε χωρίσει βλέπεις τις μεριές μας και κείνο το μυρωδάτο ζεστό σώμα, σαν φρεσκοφουρνισμένο σε λαμαρίνα ψωμί, αντικαταστάθηκε από μια σαρκοφάγο που χει μέσα κειμήλιά σου, αβάσταχτα θυμίσματα, πόνους γοερούς και φερέλπιδα λόγια σε χαρτιά κιτρινισμένα


Εχθές που σε θυμήθηκα στον κόρφο μου, ένα δάγκωμα στο σπλάχνο μου απόδειξε πως υπάρχεις ακόμα μέσα, παρ όσους όλους τους ξεριζωμούς

Αλλάζω γραφικό χαρακτήρα ανά τις διαθέσεις, όπως πλευρό σαν τ’ όνειρο γίνεται εφιάλτης, προσπαθώ να το πιάσω από αλλού, η κυκλοθυμία με οδηγεί στις ίδιες σκέψεις, ξαναδιαβαίνω τα ίδια μονοπάτια και στις διχάλες ερευνώ τις πιθανότητες να έπραττα κάτι άλλο.

Η σκέψη τραβά, εσύ γελάς, εγώ κάπου τρίζω, ήδη ζορίζομαι να αλλάζω τον κόσμο για εσένα και πάλι στο εν κατακλείδι καταλήγω να σε χάνω, γαμημένες πιθανότητες σκέφτεσαι, ούτε μια παραμικρή ελπίδα να μην μπορεί να χωρέσει σε κάποιο στατιστικό μοντέλο, σε κάποια κρυμμένη καμπή, σε κάποια γωνιώδη έκλαμψη, γιατί αναρωτιέσαι πλέον δίχως ερωτηματικό, σχεδόν το ξεφυσάς, μέχρι να καθίσουν οι ώμοι.



6

Τα βράδια γέρνω μόνη και το πρωί ξυπνάω γερασμένη, σε τόσα όνειρα περιπλανημένη, μου φαίνεται πως ονειροβατώ τριγύρω από τα μάτια μου, εξού και οι μαύροι κύκλοι


Το σώμα νωθρό, το στόμα στεγνό και τα χέρια άχαρα κρεμασμένα, πιο οξύμωρα από παιδικό τόπο ρημαγμένο και οι κλειδώσεις στα γόνατα επαρκώς ξεκλειδωμένες, για αυτόματους πιλότους και ελεύθερες πτώσεις


Ήθελα να σου πώ φεύγοντας πως μου χρωστάς το όνειρό μου, μα ευθύς θυμήθηκα πως μόνη μου το έχτιζα, άλλο ένα φταίξιμο δικό μου, δεν μου το καταλόγισες ανάμεσα στα υπόλοιπα, πρέπει να το προσέξω κι αυτό

Η αποφασιστική στιγμή που μου έλεγες για τη φωτογραφία ήρθε σαν μάθημα, μόνο που δεν έκανε το κλίκ του μπρεσσόν, αλλά το κράκ της ραγισματιάς. Πάντα πίστευα πως η καταιγίδα προοιωνίζεται από βροντές ή αστραπές ή των πουλιών τη σιγαλιά, μα δεν μου χες τέτοια, τράβηξες την άνοιξη που έφερνες κοντά σου κι έπεσε φθινόπωρο στο σπίτι, ντύθηκα κι εγώ τη χειμερία νάρκη μέχρι να λυώσουν οι πάγοι σου


Είμαι η Εγώ και είσαι ο εαυτός σου, αν κάποιος από τους δύο μας δεν ανάψει η φωτιά, αν δεν καταπιαστεί μαζί της, αν όχι και οι δυό, αντάμα θα κρυώσουμε. Σου πα ότι κρύωνα; Έως ακόμα;


Υπάρχει ένα πρίν κι ένα μετά από σένα. Εγώ τώρα είμαι στο δεύτερο, πλησιάζω το μακρυά από σε κι ελπίζω κάποια στιγμή να ξεπεράσω τη στροφή που μέχρι τότε σε βλέπω και τρέφω αυταπάτες


Κάποια ξεμπουκώματα βαπτίζονται ελπίδες από απόγνωση και κάποιες σου θηριωδίες προσωπικές συνήθειες


Το ψάρι που ξεψυχά στο κατάστρωμα του πλοίου κατά βάθος πιστεύει πως δεν έχει άλλο, μα μέχρι τέλους τεντώνεται μέσα του μια πεθυμιά να ζήσει και κάνει τυφλά σάλτα στο πουθενά, μπας και


Πόσην άνοιξη να του τάξεις σαν έχει ήδη αρχίσει να φεύγει;


Όλα τα τραγούδια να μιλούν για σένα και το ντέρτι να αποχτά τα χαρακτηριστικά σου

Μπράβο, τώρα είσαι με τους καταραμένους ευτυχισμένους ένα

Να θες να γυρίσεις σελίδα και όλα τα συνδεδεμένα μαζί του, να λειτουργούν πλέον προδοτικά
Το μινόρε να ναι η επίκτητη έφεσή σου και οι αισθήσεις να σου δυσπιστούν απέναντι σε κάθε χαρά

Η απόσταση από το κορίτσι στη γυναίκα έγινε πάνω στο πέρασμά του και πάνω που έμαθες να ζητάς ότι θέλεις, απελευθερώθηκε από την αγκαλιά σου με μια φυγόκεντρη επιθυμία και συνέχισε την πορεία του με σένα αφημένη, πυροβολημένη αποτυχία

Οι δικοί σου θα συμπεριφέρονται συγκαταβατικά, αόρατα υπερπροστατευτικά, αδυνατώντας να καταλάβουν την έκταση της εσωτερικής καταστροφής και αποδιοργάνωσης, με θέματα ταμπού να παρεισφρέουν σε κάθε κουβέντα, σαν δοκιμασία ισορροπιστών σε σχοινί δίχως δίχτυ ασφαλείας

Ζείς σαν να μην έχεις αύριο, πίνεις για να πατάς παύση στη σκέψη, γράφεις όπου βρείς, από πληκτρολόγια, μέχρι σε αποδείξεις και χαρτοπετσέτες, σε βαθμό εξοντωτικό για τον τένοντα που δοκιμάζει τις αντοχές του μαζί σου

Θα κοιμηθείς με κάποιον άμοιρο-ευθυνών-παρηγορητή-λες και υπάρχει τέτοιος…-ενδόμυχα εκδικητικά σε ένα μέρος με έντονες μνήμες για να ξεκινήσει ο εκτοπισμός του από τις μνήμες σου, για να καταλήξεις να ξερνάς μύξα και δάκρυ σε κάθε ανάσα απολογητική, σε μια ανυποχώρητα αυστηρή συνείδηση, μαθαίνοντας πως οι αλλαγές δεν έρχονται με τυμπανοκρουσίες και εξορκισμούς σαν όταν εσύ το θες, μα όταν αρχίσουν να εκλείπουν οι λόγοι

Θα ερωτεύεσαι εικόνες ζευγαριών και ο κυνισμός θα κρατά σκληρυμένα σου τα χαρακτηριστικά, το έλεος θα ναι μια λέξη που θα χάσει από μέσα σου κάθε εννοιολογική της αναφορά και θα επιτρέπεις την επαφή μόνο σε παιδιά και ζώα, οτιδήποτε δηλαδή αμόλυντο από την νόσο των μεγάλων

Οι φίλοι θα σε καλούν στα σπίτια τους και στα καφέ για να σου γνωρίσουν κόσμο, κάθε φορά και περισσότερο συμβιβασμένο με την ήττα, ώστε ασυνείδητα να σε ωθούν να κλείνεσαι στις στρειδόπορτές σου με το κλειδί χαμένο

Σαν γνωρίσεις τη φωτιά, δεν θα μπορέσεις να αρκεστείς στην συμπάθεια ή την σύμπνοια για να δεθείς με κάποιον, ο συγκλονισμός που σου πετσοκόβει τα σπλάχνα δεν έρχεται από τα ρηχά και θα ναι από τις λίγες σταθερές που δεν θα δεχτείς να ξεπουλήσεις

Μοιραία θα γοητεύεσαι από κείνους που θα μιλούν μέσω της τέχνης τους για όλα όσα σου λείπουν και το καρότο σου θα ναι το χέρι μιας πένας ή μιας κιθάρας το αγκάλιασμα και θα γνωρίσεις τις υποσχέσεις του αδυνάτου από άντρες αλλού δοσμένους

Όσο εσύ θα μεστώνεις, όσο οι έσω φωτιές ελάχιστα θα καταπραΰνονται και οι ραγισματιές του χαμού σου θα σιγοκλείνουν από τα άλατα των διαρροών σου, τόσο θα παλιμπαιδίζουν οι συνομήλικοί σου, οι ασφαλείς πίσω από χρυσοσφυρήλατες συμβάσεις, οι αφελείς που θα ψάχνουν επιβεβαιώσεις ανδρισμού με ανανδρίες και ξεφτιλίκια δίχως αρχίδια , σε σένα την πλέον ποθητή, το απόρθητο από την συνήθεια κάστρο, το καλοκρυμμένο μυστικό της ιδιορρυθμίας, που θα θέλουν όλοι να μπούν μέσα, να κοινωνήσουν και αργότερα να ξεσκεπάσουν, σαν απατεώνισσα

Στα μάτια σου θα καίγονται και στο θυμό σου θα λακίζουν, οι άντρες λαγοί και Τότε, ακριβώς τότε, θα ξανασυναντηθείτε, δυό γνώριμες παλιές μαούνες, κάποτε διπλανά ακουμπισμένες σε κάποιο μακρυνό στο χρόνο αραξοβόλι, εκείνος με μάτια θολά, δίχως σφρίγος και τον πρότερο δυναμισμό, μπρός στα δικά σου κάρβουνα, τα απύθμενα

Θα προτείνει ακίνδυνη συνάντηση, κάπου για καφέ και κουβέντα, σαν δεί πως δεν κουβαλάς της τρέλας την μπόρα, για να έρθει μετά τα κοινότοπα η συζήτηση σε θέματα νεκρά του παρελθόντος, σε ίσως, δεν, γιατί και διότι

Θα υπερασπιστεί σαν ένοχος τον εαυτό του δίχως κάποιος να του έχει κατηγορίες αποδώσει, ίσως ο εαυτός του περισσότερο απ όλους και τα επιχειρήματά του θα ναι σαν τα κουνούπια μες στο κατακαλόκαιρο, αχρείαστα, ενοχλητικά και αναμενόμενα

Θα του εξηγήσεις για τότε πως η θλίψη δεν έχει επέτειο, πως γιορτάζει κάθε μέρα και πως το τέλος της σχέσης είναι για τον ένα απολυτήριο χαρτί και για τον άλλο κηδειόχαρτο. Έτσι συμβαίνει με τους ασυντόνιστους, δυό κόσμοι διαφορετικοί, που στο τέλος και οι δύο επιβιώνουν, τελικά, δυστυχώς

Θα εκπλαγεί με σένα, θα δείς μια λάμψη μέσα του, χωρίς να ξέρεις πούθε πηγάζει και με χειραψία θα αποχαιρετιστείτε. Θα σκύψει να σε φιλήσει στο μάγουλο, οι ανάσες θα διασταυρωθούν και θα σε κρατήσει μια παρεστιγμένη αγκαλιά παραπάνω, από κείνες που δεν ήρθαν, τόση όση ακόμα αχαρακτήριστη, σχεδόν

Θα ναι το ίδιο σώμα, με μια άλλη μυρουδιά και έπαρση, δεν θα θυμίζει αέρα ή νερό, μάλλον χώμα, ούτε βράχο, τίποτα απ όσα ήταν ή έγιναν στο βάθος της μνήμης που συνηθά να εξιδανικεύει, τον τώρα πιο θνητό, τον πιο φθαρτό απ όσες εκδοχές φαντάστηκες

Η επόμενη συνάντηση θα ναι απενοχοποιημένη από κείνον, πιο άνετο και επιρρεπή σε ελαφρότητες, λες και όλο το μεσοδιάστημα που εσύ το έλεγες προσπάθεια για ζωή , εκείνος το ονομάτισε σε μια στιγμή, του έργου σας διαφημίσεις, για να το ξαναπιάσετε απ όπου το αφήσατε

Μισή ζωή εσύ γυρεύοντας να αποκτήσει ο έρωτάς σου υπόσταση και άλλη τόση για να σβήσεις το πρόσωπο το δικό του από μέσα σου, στον πλανόδιο πωλητή, που ανάθρεψες κάποτε για βασιλιά σου, γκουβερνάντα του ώριμου παλιμπαιδισμού

Ότι για σένα ήταν σπουδαιότερο, της ζωής σου η ουσία, για κείνον ήταν ένα της σαρκός παιχνίδι, ένα γαμήσι δίχως ψυχή, σαν να λές δίχως χαρά γιορτή

Του λές να πάει στο καλό ,όπου τον περιμένουν, τα γυναικόπαιδα στην εστία και η βέρα στο τασάκι του αυτοκινήτου, για να σηκώσει παράστημα και να προσπαθήσει να σε ξαναβγάλει τρελή, για να δεί πως στα παλιά σου περάσματα έβαλες κάγκελα και ορίζεις πλέον εαυτόν και τύχη, για να ξεπέσει σε παρακαλεσμούς και υποσχέσεις του τίποτα

Θα του ζητήσεις σαν Γλαύκη να εγκαταλείψει συζυγική εστία και παιδιά κι ότι απόκριση κι αν δώσει, χαμένος θα ναι, στο ναι του δίχως αξιοπρέπεια, στο όχι του δίχως τον έρωτα μιας γυναίκας από τον ίδιο πλασμένης στα αλλοτινά του μέτρα

Θα πεθάνει, όσο θα ζυγίζεται στο ψέμα και το ίσως, εκείνη τη στιγμή μέσα σου κάθε επιθυμία και οι όποιες φωτιές που σε κατάκαιγαν θα ξεδιψάσουν μονομιάς με γάργαρο νερό, για να απομείνουν βυθισμένα ερείπια σε σκοτεινά νερά που δεν θα σε ξαναοχλήσουν

Θα σε κοιτάζει απορημένος καθώς φεύγεις νικήτρια δίχως έπαθλο, δίχως νέα γιατί και διότι, αιώνια κλειδωμένος σαν την παλιά σου πληγή εν γαστρί , προϊόν πίκρας και σκέτης νικοτίνης, πρωινού καφέ και μεταμεσονύκτιου καυσίμου

Ο λώρος της ανάμνησης ξεκόβεται και απομένεις ολόρθη, πατώντας στα πόδια σου και με μια βουτιά πετάς μπροστά, προς ένα άγνωστο μέλλον, με εσένα καπετάνισσα στο τιμόνι σου, αφήνοντας ξωπίσω σου τετελεσμένες αναφορές και ανολοκλήρωτα αποτυχημένα σενάρια

Τα μάτια φορτωμένα δεν θα βλέπουν, τα βήματα όμως θα ξέρουνε το δρόμο, θα σ’ οδηγήσουν καρφί στο πατρικό δωμάτιο με το πιάνο, θα παραμερίσεις την κουρτίνα και θα ανοίξεις τα παράθυρα, το σώμα θα βρεί τις γούβες τις παλιές του έσκαψε κυκλώνοντας την τέχνη, τα δάχτυλα δίχωτας πρόβα, αιδώ ή κάποιου είδους συστολή, θα αρχινήσουν ένα μονοπάτιασμα στα ασπρόμαυρα σκαλοπάτια, ανοίγοντας δρόμους να ξεχυθεί όλη η ενέργεια από την καρδιά στα δάκτυλα και σαν καθρέφτισμα στο ξύλινο ταμπλό να ξαναγυρίσει στ αυτιά σου και πριν προλάβει να τελειώσει ο αχός, θα ετοιμάζεις την επόμενη συνομιλία

Τα παιδιά από την πλατεία θα σταματήσουν το παιχνίδι τους και οι σερβιτόρες που θα ακούν απ τα καφέ τα κλάματα θα βάλουν, αέρας θα φυσήξει μες στο δωμάτιο, μα δεν θα σηκωθείς πριν πέσει η τελευταία νότα, σαν τη σταγόνα που υπεραρκετή δακρύζει το ποτήρι, πιο άδεια από ποτέ και πιο έτοιμη γεμάτη εσένα να υποδεχτείς βγαίνοντας στην πλατεία

Θα χει άλλη τροπή τούτη σου η ζωή και εσύ θα την εκαθορίζεις πλέον κάθε στιγμή, ακούγοντας εσένα, γιατί θα ναι σαν να σαι έτοιμη, ξαναζώντας τούτη τη ζωή.

αφιερωμένο σου

23.9.09

σε πόσα όνειρα αλλάξαμε τροπή γιατί μέναμε από ρέστα
και οι εκπτώσεις- να ξες- εκβάλλουν μακρύτερα ...

17.9.09

ψαρεύοντας πετράδια με παραγάδι


ένα λησμονοβοτάνι

ένα συθέμελα

ένα μη φύγεις

ένα φύγε

ένα έχω μάτια μεγάλα, υγρά και άγρια

ένα ίσως να θέλει να γίνω ‘’ το κορίτσι του’’

ένα κέρμα στο πηγάδι των ευχών



πανέμορφα βεληνεκή αλήθειας

ορισμος μηρυκασμου


σημαίνει να παλεύεις στο διηνεκές ακατάπιωτες λέξες και άναρχες νοσταλγίες

16.9.09

να τιμάς τα αγκάθια σου

3.9.09

κι όσο ένας θα λέει
φεύγω,

κάποια θα του σπαράζει
μείνε

γιατί πόσες φορές άμα πνιγούνε κι άλλοι στα νερά σου ,
θα καταλάβεις οτι ποτέ δεν ήσουν βράχος;

29.8.09

γιατι τούτο δεν ήταν ημερολόγιο,
παρά τετράδιο ανεπιτυχόντων συνταγών στο τέλος της ημέρας,
με υλικά στιγμές, προσπάθειες, προσμονές και αποτυχίες

23.7.09

dim minor

Υποδόρια αναισθησία λες και κάποιος σε απενεργοποίησε αποσυνδέοντας τα καλώδια

Δυσπραγία ξερατού λες και κάποιος σε όρισε να καταπίνεις μονάχα

Ξυπνάς για να ξανακοιμηθείς αφήνοντας πίσω σου μόνο χαμένο χρόνο κι ευκαιρίες

Η καρδιά σε υποστηρίζει στο μέτρο του δυνατού κρατώντας χαμηλό τέμπο στην ζωή σου μακρυα από συγκινήσεις

Όταν έγραφες κάποια στιγμή σκόνταφτες πάνω στα αίτια και βάφτιζες στόχους τις ανεπάρκειές και τα παντοτινά άπιαστά σου

Αισθάνεσαι σαν το ψάρι στο ταψί, περιμένεις μοναχά ένα χέρι να ανάψει το φούρνο

22.7.09

η ενήλικη εκδοχή του φταίς

κι αν κάτι ξέμαθα
ήταν να ζητάω συγγνώμη