29.9.10

έκθεση

υγρ. φθινόπωρο, τα φύλλα πέφτουν
μέσα μου
μαζεμένα υπο μάλης κάθομαι στο πίσω θρανίο.

σκέφτομαι και δεν γράφω ή γράφω και ζώ


λες παρών και υπονοείς πως έχεις αρκετές αντοχές,
ακόμη
από κάποιον ξέμειναν,
από κάπου δανείστηκες,
το φτυάρι σου βρήκε μυστικά από σε αποθέματα

καλή χρονιά,
όσο πάει

25.9.10

το πηγάδι


Γιατί στο εν κατακλείδι θα βρεθεί κάποιος να σου πεί πως ο χειμώνας έφτασε και συ μαράθηκες αποφεύγοντας τις μέλισσες , για να σ απομείνει μόνο η λαχτάρα του επιθυμείν


Βλαστάνεις, ανθίζεις, καρπίζεις
Μαραίνεσαι
Μες στο κόλπο είναι όλα, οι οδηγίες χρήσης λένε τα υλικά σου αντέχουν κανα δυό στραπατσαρίσματα
Παίρνεις τις ρίζες σου σαν το παλτό του ο ρακένδυτος που είναι συνάμα πανωφόρι, κουβέρτα και αρχειακό μέσο , σεργιανάς όσο οι πληγές σου επιτρέπουν και όσο η ανάγκη σου γι αέρα και ξαναπέφτεις με τα μούτρα στων ορμονών σου το χορό

Πέφτεις με τα μούτρα στο πηγάδι και πίνεις αχόρταγα, γιατί τα ξεκαρφωμένα βέλη σε άφησαν κόσκινο ρημάδι και η ζήση θέλει νερό και κι από επιθυμίες έχεις μπόλικες, μα ο χρόνος στερφεύει τις αντοχές

24.9.10

αδιαφέρουμε

ο κόσμος μου και ο κόσμος σου διαφέρουν όσο η η γη και η σαπουνόφουσκα

ωραίο τ όνειρο, μα οι οι κοιμωμένες σάπισαν, το δέρμα τους σοβας και οι τένοντες ξεχορδισμένο πιάνο, στο πρώτο βήμα τσάκισαν υπό το βάρος των επιθυμιών και της σωματικής αδυναμίας

για να φας αβγό θα πρέπει να σπάσεις το τσόφλι, με το ευχολόγιο, την εγκαρτέρηση και την αναμονή, γεννιούντια άγιοι και ασκητές, όχι πολεμιστές της ζωής

δεν θέλω να σε ταράξω μην ραίσει η πομφόλυγκα και ταραχτείς και πέσεις



δίπλα σου θα μαι, αλλά θα πρέπει να προλάβεις να μεγαλώσεις για να γεράσουμε κάποτε μαζί

23.9.10

καθ υποτροπην



είναι κάποιες μέρες που με γυροφέρνει σαν γρίπη τ όνομά σου

κ κάτι μέσα μου ζοφερό σπρώχνει το χέρι
να ξεκουμπώνει το πανωκόμπι στο πουκάμισο
για ν αγκαλιάζει το στέρνο η νύχτα

2.9.10

αξίνα στο σκοτάδι



Άνοιξα μια μαύρη σελίδα κι άρχισα να γράφω, τα λόγια δεν μου έβγαιναν και μπήκα μέσα της

Το εξώφυλλο ήταν σκληρό και μύριζε λίπος από δάχτυλα και μουχλιασμένο καπνό

Κουλούριασα στην εισαγωγή και αποκοιμήθηκα για μερικούς αιώνες φωλιασμένος σε ένα ακρόγραμμα Θ, πελώριο σαν νταμιζάνα ή σαν άδειο θεό

Η στίξη ερωτοτροπούσε με την στύση μου και κείνη η περισπωμένη φαινόταν πιο παλλόμενη από το μουνί μιας παλιάς αγαπημένης. Έχυσα πάνω της έναν τόνο και πήρα ένα θαυμαστικό για μαγκούρι, για την πορεία

Στα σκοτάδια παραμονεύουν τα ανομολόγητα και τα λογοκριμένα και έδωσα μάχες με τον άδειο μου εαυτό για να γυρίσω σελίδα

Βρήκα σε κάτι συναισθηματικά ορνιθοσκαλίσματα μια πλευρά του ερωτευμένου μου εαυτού να αυτομολεί και να κηρύσσει δίχως το υπόλοιπο σώμα επανάσταση, παρεμποδίζοντας την ομαλή διεξαγωγή της καθημερινότητας. θέτοντας εαυτόν εκτός πραγματικότητας

Σε ένα μισοξεχασμένο μου όνειρο ζήτησα βοήθεια από τον πατέρα, να μου εξηγήσει τι κάποτε εννοούσε και μου γνεψε πως τόσο πλέον μοιάζουμε που κάθε εξήγηση θα ταν μάταια και περιττή

Εντελώς, ακριβώς ίδιοι, όσο και αν έτρεχα αντίθετά του, τόσο πλησίαζα την εικόνα του στον καθρέφτη

Σε κάθε αλλαγή σελίδας έβλεπα γυναικεία δαχτυλικά αποτυπώματα και δικά μου μαλλιά κουρεμένα, μάτσα γραμμές τσακισμένες και μπερδεμένα λόγια κουβάρι. Πέρα και πάνω από το κουβάρι, σταυροί και μνήματα, αναπάντητα ερωτηματικά και μηνύματα στο κενό, λατρεία του μαχαιριού και όχι του ιεροναού του και πολυδιαβημένους λαβυρίνθους αδιέξοδους

Στο μεσόφυλλο συνάντησα το στρατό και την δουλειά μου, δυο κόγχες με ειρωνικό σκοτάδι να φωσφορίζουν ανελέητα και δίπλα τους δυό κανάτια ελεύθερου χρόνου που το σχοινί τους δεν έφτανε στον πάτο για να γεμίσουν

Είδα κει μέσα παρόν παρελθόν και μέλλον, είδα παιδιά, είδα χαρά, είδα και στεναχώρια

Είδα χωρίς να κοιτάζω τα μάτια μου, για να μην με τρομάξω, σε πρόσωπο ξένα, άγια, άγρια, σε περαστικών λοξές ματιές, σε μελετητών επιμονοθώρισμα και σε παιδιάστικες απορίες

Το βιβλίο μου σαν ψυγείο κλείνει απ έξω και δεν μπορείς να το ανοίξεις, παρά να γενείς φώς και να γράψεις, μα εγώ νυστάζω πλέον τόσο πολύ, που

1.9.10

Ξεχασμένος



Μπουκάλι σε ράφι μπάρ σκονισμένος, σαν η ζήτησή μου να χει ακουμπήσει το δικό της ναδίρ

Το χρώμα σπασμένο, η ετικέτα ξεκολλημένη, η γεύση ταγγερή και το πώμα να σφραγίζει μόνο κατ όνομα την αλκοολική μου αναπνοή

Η ποσότητα που μένει, να παραμένει πάντα διαθέσιμη, μα συνάμα καταδικασμένη αδιάθετη
Ποτό με έφεση στην αδιαθεσία, προορισμένο να ποτίσει τον νεροχύτη ή να σπαστεί στο κεφάλι του πρώτου οξύθυμου θαμώνα

Ανεβασμένο στο πιο ψηλό και απόμερο μέρος της μπάρας, ευκολοθώρητο, για να δανείζει το χρώμα του ως απαραίτητο ιδιόρρυθμο ντεκόρ, παρέα με τα άλλα απομεινάρια, παλαιότερων ενδοξότερων στιγμών

Τα περισσεύματα να ξέρεις γίνονται σφηνάκια, ότι δεν πουλιέται, έτσι σπρώχνεται, μα είναι κάτι ποτά που δεν μείγνυνται με άλλα, παραείναι εγωιστικά και ιδιαίτερα, σερβίρονται μόνα και μπορείς είτε να τα λατρέψεις είτε να τα απορρίψεις, το συνηθέστερο είναι να σε προκαλέσουν να τα αντέξεις και να τα ευφρανθείς μόνο στην τελευταία τους γουλιά και στην έλλειψή τους, αυτά τα σαν γλυκόπικρα δηλητήρια

Δεν ωριμάζουν με το πέρασμα του χρόνου, δεν έχουν σταθερές και αναλλοίωτες ιδιότητες, δεν είναι για κοινή κατανάλωση, είναι σαν βαρύς οπλισμός εν εφεδρεία, εν αχρηστία, σε κατάσταση που δεν είσαι σίγουρος πώς θα λειτουργήσουν

Ίσως μάλλον είναι το ποτό που το πίνεις ξέροντας πως θα σε χαλάσει, περισσότερο από λόγια, περισσότερο από πράξεις, το ίδιο με τις θύμησες

Φτιαγμένο από το φυτό που η αλλοπαρμένη μάσαγε φύλλα για να ξερνάει ακατάληπτα λόγια, που προσέγγιζαν την αλήθεια της στιγμής καλύτερα από την πιο εύγλωττη λογική της καθημερινότητας

Δίχως μάτια, με υδάτινο σώμα, σε μπουκάλι σφραγισμένο περιμένοντας καρτερικά να χυθεί ή να πιωθεί και να δώσει λόγο στα άρρητα, πνοή στην οργή και τάση στους τοξοτένοντες


Σκονισμένος, ξεχασμένος

30.7.10

μαθήματα επιβίωσης

αμα τη εμφανίσει της, να μην αφανίζεσαι
και ο ταλανισμός σου να ναι εφήμερος,
η αίσθηση απώλειας να γίνεται κτήμα
και ν αφήνεις ανέπαφα πλέον τα λησμονοβοτάνια

28.7.10

Και κάποια στιγμή

Σταματάς

Να χτυπάς άδεια πουκάμισα και πόρτες ξύλινες με τη συνέπεια του βουτηχτή από βατήρα μπαλκονιού στην άσφαλτο, επαναλαμβανόμενα και να μην υπάρχει ούτε ένας ποντικός πίσω απ το τάσι του δρόμου να δεί και να απαντήσει στο έγκλημα

Να πετιέσαι στην κρεατομηχανή της θύμησης και να βγάζεις λουρίδες αναμνήσεις σαν σκισμένες φωτογραφίες, να σκοντάφτεις στους όρκους που γιναν σπασμένα κοκκαλά σου και να τυλίγεσαι σε λαδόκολλες α4

Να τρέχεις και κάπου ακουμπάς, έφυγες μακρυά , μα όσο και αν έτρεξες δεν ξερίζωσες ότι μαζί σου τόσο καιρό κουβαλούσες

Να κλείνεις τα μάτια, κάποτε κλειστά για να μην πάρει ο πόνος σχήμα και τώρα για να μην ξεντυθεί της φαντασίας σου το προσωπείο

Να τριγυρίζεις στις θέσεις του δικαστή του εισαγγελέα, του ενόχου και του θύματος. Άνοιξε την πόρτα και φύγε

Να τα βάζεις με αόρατους εχθρούς, κείνοι δεν απαντούν και ατό είανια πό τα σκληρότερα χτυπήματα

Κι αν στη ζωή σου πολύ αποσιώπησες, μην ξανακρατήσεις στο χέρι σου τελείες τρείς, παρά μονάχα μία και τούτη να πατάς,
ξεκάθαρα,
στέρια,
αντρίκια.

8.7.10

Διελκυστίνδα είναι


να σβήνεις το τηλέφωνό της που μόλις επανακαταχώρησες και παρόλ αυτά

να ακροβατεί το δάχτυλό σου πάνω από το νούμερο ή το κουδούνι της

να διαβάζεις τις μουσικές κάρτες πάνω από την μετέπειτα σιωπή

να παραγγέλνεις μόνος σου ποτά για δυό

να διστάζεις να χρησιμοποιήσεις το ίδιο όνομα για άλλο πρόσωπο

να πέφτεις μόνος στο κρεβάτι και ο όνειρος να συνεχά διπλός

να διορθώνεις το μέλλον σου σαν τον σεναριογράφο ελλείψει πρωταγωνιστή

να γεμίζεις από χαρά και ευτυχία και να μην έχεις την που διάλεξες να τα μοιραστείς

να δέχεσαι τόση έλξη όση ώση

να βλέπεις στο τέλος ελπίδα και όχι στην ελπίδα τέλος

να ακροβολίζεσαι για μια εικόνα της ενώ χαμογελά και για ένα πέρασμά της

να μην προφταίνεις στην αποκαθήλωση να προσθέτεις σκαλοπάτια

να φαντάζεσαι παραληρηματικές λέξεις σε λευκές κόλλες χαρτί

να στριμώχνεσαι σε ένα άπλετο αύριο με ένα δίχως διαρκές, διαρκώς

16.4.10

παμε σπιτι

Θα ζείς κάθε 15 του μήνα και για όσες μέρες κρατά ο μισθός, μετά ύπνο από νωρίς, ξεσκέπαστος για να ναι δυνατότερα τα όνειρα από την πραγματικότητα
16 και σήμερα κουβαλάς μέσα σε ένα σακάκι με δερμάτινα μπαλώματα στους αγκώνες μια αλημέριωτη ανησυχία, δεν είναι και η σημερινή για χάσιμο, παίρνεις στο κατόπι τα παλιά σου βήματα και σε βγάζουν σε λιμάνια κόσμου με άγνωρους κώδικες
Δεν κοιτάς στα μάτια, μόνο ακούς κι αν κάτι βλέπεις είναι πέραν του εστιακού, τα νιάτα σε θεωρούν ακίνδυνο, γραφικό, κομμάτι της διακόσμησης της βραδιάς τους και αφήνεσαι αγκυροβολημένος σε μια άβολη ξύλινη καρέκλα πίσω από δυό ποτήρια ποτό, παλιά συνήθεια που δύσκολα ξεκόβεται
Όσο λιγότερο το αλεύρι, τόσο το κοσκίνισμα είναι ευκολότερο και μετά τα μεσάνυκτα οι φιλιωμένοι επιστρέφουν, οι ελεύθεροι σκοπευτές ετοιμάζονται να τελειώσουν τη βάρδια τους και οι ξέμπαρκοι και οι άκαυτοι συνεχίζουν απτόητοι
Ένα κάθισμα σε μια γωνιά υπάρχει σε κάθε μπαρ και μπαράκι, σε πάμπ και ταβέρνα και οι λύκοι το αναγνωρίζουν με μια ματιά, την εγκαρδιότητα του ιδιοκτήτη που φροντίζει ακόμα και τους άφαντους
Ένα ζευγάρι φιλιέται, ένα πούρο καπνίζει μια βαμμένη εφηβεία που κάθεται δίπλα του, ένα αυτί καίγεται σε μια απόδειξη επαγγελματικής διαστροφής και ανυπαρξίας με γαρνιτούρα υστερίας πίσω από ένα ακριβά αδιάφορο άρωμα και μια σερβιτόρα σκέφτεται τους εμετούς που έχει να σκουπίσει στις τουαλέτες και την εξεταστική που πλησιάζει, όσο γρήγορα φεύγει
Στη μια, η κιθάρα ξεκουράζεται από ένα σκοτεινό τσάι ουίσκι και ένα τραγούδι δίχως λόγια, κάπου ψηλά αλυσοδεμένο απ το ταβάνι
Το βράδυ οι μοναξιές προσανατολίζονται καλύτερα, φτάνει ένα κέλευσμα, μια φωνή ή ένας στίχος, μα πάνω απ΄όλα απαιτείται μια ανόθευτη θέληση για ζωή ή καταστροφή, κάτι που να σου θυμίζει ζωή
Χωρίς να χρειάζεται να πείς κάτι, χωρίς να χρειάζεται να κεράσεις ένα ποτό για να περάσεις στην άλλη όχθη, κάθεσαι κοντά στην αράχνη που παίζει και χάνεσαι στη μαύρη τρύπα που νύσσουν από πάνω της τα δάχτυλα τον ιστό της

Ένα κοίταγμα στα δάχτυλα, ένα νεύμα συνωμοσίας και ο διαβήτης αλλάζει πόδι
Τα μάτια κλείνουν, τα χέρια μονολογούν πάνω στα σύρματα και ο λαιμός υψώνεται σαν κύκνου
Το υφαντό ξεκινά πλέκοντας τις πάνω κόρδες και ένας άγριος άνεμος μέσα του ξεφυσά, κάτι του παίρνει τα μαλλιά, κάτι τα άρρωστα μυαλά και αρχίζει σαν κυκλώνας να φορτίζει, σαν μισοάδειο ποτήρι η στάθμη του να γεμίζει περιστρεφόμενη στα όρια του γυαλιού, κάποιες σταγόνες να ξεχύνονται, λέξεις να γίνονται και να πιτσιλούν τους ξέμπαρκους, τα φώτα να χαμηλώνουν τρογύρω ασυναίσθητα και η γή να αλλάζει προς ώρας κέντρο

Η αγάπη είναι βρυκόλακας, ζεί σε φθαρμένα σώματα και τρέφεται με ζωντανούς
Να μουρμουράς και τούτη σου η μουρμούρα να βγαίνει κοχλαστή από την χυχή σου κατευθείαν, λες και σημερα είχες συνάντηση με το πεπρωμένο σου με όρο ότι θα λεγες την αλήθεια
Το όργανο αντιδρά, αδάμαστο σαν το άπειρο, μα να κάνει αλλιώς δεν μπορεί, το χέρι σίγουρο βαρεί και κόβει τις νόντες και το άλλο χέρι τις τραβά, τις ζουλά και τις μορφώνει σε μελωδίες και βγάνει στίχους πρόχειρους, σχεδόν μιλητούς, εντελώς παραμιλητούς , παραληρηματικούς
Μια μοναξιά ντυμένη με μαύρους κύκλους στα μάτια και χρυσό κάπου στο χέρι ξεχασμένο, νιώθει κάτι να πάλλεται, στα εντός, σαν κάτι να αναγκλαδίζεται, να στριφογυρνά, όχι σαν να γεννιέται, μα σαν κάτι ναρκωμένο να αλλάζει πλευρό
Είναι μιαν αλήθεια μέσα της που βλέπει μιαν άλλη να πάσχει, να ιδρώνει, να γλυστρούν οι μαλακές πλέον ρώγες των δακτύλων στις πετονιές, σαν πολεμιστής ξεχασμένος χωρικός, που βρέθηκε σε μιαν ερημιά παρέα με ένα ξίφος

Τα ομάτια όλοι κλείνουν και κοινωνούν την κόλαση και την παράδεισο ετούτου του μικρού θνητού που τα βαλε με το αδάμαστο άτι της μουσικής και φαίνεται να τηνε καταφέρνει
Κάπου από πίσω ακούγονται αναφιλητά, κάποια χέρια ακουμπούν στο μέτωπο, τα χέρια που ήταν για να σερβίρουν δέθηκαν κόμπο στο στήθος και στα πιοτά τα παγάκια σαν τρύπια καράβια χάνονται
Ο ήχος δεν είναι ευκρινής πλεόν όσο το πάθος, κάποιος ζεί και βιώνει έναν οργασμό, ένα χωρισμό και ένα μοιρολόι κι όπου ξετρέχει η μουσική τον προλαβαίνει και του ζητά συγνώμη που άργησε σαν παραστάτης
Η ατμόσφαιρα μυρίζει βρεγμένο χαλκό από τα αριστερά του ακροδάχτυλα
οι ώμοι αποκάμωνονται και οι αδέσποτοι μαύροι κύκλοι τους αγκαλιάζουν
πάμε σπίτι

26.2.10

μην ανασαίνεις αυτά που ξερνάς

μια μισοτελειωμένη πρόταση, σκέτο μαχαίρι μπηγμένο λοξά στο τζάμι, έμεινε καρφωμένη στα τοιχώματα της μνήμης σαν
πρόκα σε κορμό δέντρου, που όσο περνούν τα χρόνια την καταπίνει μέσα του και ξεραίνεται από κείνη την μεριά

μοναξιά δεν είναι να σαι , μα να νιώθεις μόνος

ακουμπώντας την μύτη στη γυάλα, ο κόσμος φαντάζει απέξω μεγάλος και πραγματικός

κι ας είναι και άλλα ψάρια στο νερό

όσο κοιτάζουν μπροστά και όχι δίπλα, η γυάλα μαζεύει τις μοναξιές όπως τούτο το ασπρόμαυρο πάτωμα τις πατημασιές του πλήθους που ξεπεζεύει από το τρένο, μέχρι της καθαρίστριας η σκούπα να χαρίσει τη λήθη σαν του μορφέα το πέρασμα, στο τέλος της μέρας

και η ίδια ιστορία από την αρχή, το δάχτυλο στον τοίχο, σαν ρολόι μετρά περασμένες στιγμές, αντίς να κτυπά για να βρεί αντίλαλο να μιλήσει

μοναξιά είναι να κρατάς μούτρα στον καθρέφτη σου μέχρι να ξεχαστείς μέσα στον εαυτό σου

προς εαυτον-εμπιστευτικόν

καλέ μου ψεύτη , μπορείς να ζήσεις όσο θαρρετά μιλάς και γράφεις;
ως πότε θα επινοείς εχθρούς που μπορείς να νικήσεις;

28.1.10

αναλαφροαέρινα αποενοχικά

κι αν δεν με ξέρεις , τι ;

ο άνθρωπος μαθαίνεται με μάτια, όχι με λόγια, γιατί τα λόγια λέγονται, μα μάτια συγκοινωνούνται

που δεν θα προλάβεις να με βαρεθείς, νωρίτερα θα χω φύγει

από καιρό ξεχρέωσα φόβους και παραλείψεις, μη φοβού, τίποτα δεν θα φορτωθείς, μόνο όσα θελήσεις

μπορούμε να ζήσουμε τώρα τις έντονες στιγμές και να αφήσουμε γι αργότερα τα αναδρομικά μας ίσως;

σε κάθε απάντηση χαμόγελο θα πάρεις

δεν ζητώ να πάρω, να μοιραστώ γυρεύω

το να ταιριάξεις το βλέπω πιθανότητα που δεν επισύρει ευθύνες

η μόνη βεβαιότητα οφείλεται σε κάποια αθωότητα που κάποτε έγινε σκλήθρα και από τούτες ξέμπλεξα έχοντας βρεί εμένα

το παιχνίδι τούτο είναι απλό, δεν αφορά κυνηγητό, μόνο συγκαταθέσεις

δικαιολογίες δεν βαστώ, ούτε διαθέτω χρόνο, μια θέση κοντά μου σου κρατώ και αν θέλεις ανεβαίνεις, ο δρόμος είναι όλος μπροστά και ο χάρτης δεν δείχνει πίσω

έλα σαν θες

κι όποτε νιώσεις τη φυγή, τραβάς τη ρότα σου

27.1.10




φτιάχνω όμορφα κλουβιά,
ενίοτε από λέξεις
και πάνω σε μια κάθομαι
και ψέλνω τ όνομά της

26.1.10

άραγε


γράφω
γράφεις;

έγραψα
έγραψες;

έχω γράψει
έγραψες;

δεν θα γράψω

9.12.09

αγκαλιά στο χιόνι

H βεβαιότητα ότι όλα θα πάνε καλά εξανεμίστηκε κι αυτή με το τελείωμα της βενζίνης

Το κρύο έδωσε το ρυθμό στα δόντια, να ακούει το σώμα και σε κάθε κτύπο να στρέφεται στα προς των έσω, σχεδόν βουστροφηδόν, σαν αντίστροφη ανάπτυξη εμβρύου, μένοντας ένα ταλανισμένο πλάσμα γύρω από τα γόνατα, με δάκρυα στα μάτια

Ο αέρας να σφυρίζει τον άσπρο θάνατο απ’ έξω αμέριμνος και κραταιός, ενώ η παγωνιά να παρεισφρέει απ ολούθε και να πολλαπλασιάζεται σαν αγωνία

Ξεκίνησες έχοντας εσένα μόνο να βρείς, μόνο τον χαμένο σου εαυτό από την προηγούμενη στροφή, εκείνη που στις φωτογραφίες σου υπήρχαν δυό, πιο κοντά και αγαπημένοι από το χώμα και το νερό της λάσπης

Το βούλιαγμα στην πόρτα μπάζει σαν την αλήθεια που κάποια στιγμή δεν μπόρεσε να αντέξει το ρούχο της ψευδαίσθησης, τότε που η ανάγκη την πειθανάγκασε να δεί τα πράγματα κατά το είναι και όχι το βολεύειν

Ο χωρισμός προκύπτει σαν αναγκαιότητα του ενός και υποχρέωση του άλλου , έτσι άκουσε και τούτο το ζησε σαν διπλογυρισμένη σε φούρνο πίτα

Οι ισορροπίες του καθενός δεν βρίσκονται μες στη σχέση, κει δοκιμάζονται, επιτυγχάνουν ή όχι, σαν τα πριν από ώρες σπασμένα φρένα της, όχι του μυαλού, μα του Yaris, εδώ, στου κόσμου την απόμερη ερημιά, που ο χαρτογράφος δεν καταδέχτηκε να πολυπροσέξει και ο οδοποιός βιάστηκε να κουρμπάρει την στροφή, για να παίρνει ο διαβάτης γρήγορα τα μάτια του από τούτο το μέρος

Το χειμώνα νυχτώνει νωρίς και το καταλαβαίνεις καλύτερα σαν είσαι έξω. Η μπαταρία της ξεπνέωσε από το αδιάκοπο κορνάρισμα και το ραδιόφωνο έμεινε ο μοναδικός σύμμαχός της

Στο χιόνι ντύνεις τα λάστιχα με αλυσίδες, σαν αυτές που νοητά προσπάθησες να σπάσεις, της συνήθειας που σε κρατούσαν σε διαρκή συμβιβασμό, που σ’ οδηγούσε κάθε μέρα στο υποβιβασμό, αλλά το με αφήλιο και τον πάγο δεν τα βάζεις, γιατί τα όπλα σου είναι σαν ξεπερασμένες αρετές, απλώς άχρηστα

Σε μια στιγμή λες δεν μπορεί σε μένα να συμβαίνει, σχεδόν ταυτόχρονα βλαστημάς και προσεύχεσαι, το αυτοκίνητο ακολουθεί αιώνιους νόμους βαρυτικής έλξης και μείωσης της δυναμικής ενέργειας του, νιώθεις κλυδωνισμούς του αμαξώματος κοντά στο όριο θραύσης του κατεβαίνοντας την πλαγιά όπως να ναι, μέχρι το δέντρο που θα ανακόψει την πτώση που θελε να γίνει πτήση

Δεν χτύπησες τόσο ώστε να πονάς αφόρητα, αλλά ακόμα είσαι ζεστή, είναι σαν τότε που σου ανακοίνωνε αποστασία προκαλώντας σου εσωτερική αποδιοργάνωση που εκφράστηκε με ένα γέλιο σχεδόν υστερικό, που θα το πλήρωνες με χρόνο και αναστεναγμούς, κανένα τίμημα δεν μένει απλήρωτο, αυτός και αν είναι νόμος

Σε κάθε υποψία περαστικού αυτοκινήτου βοηθούσες την κόρνα πιέζοντας την με όλο σου το σώμα και η φωνή σου να ακούγεται όλο και πιο βραχνή, πιο λίγη, λες και οι δυνάμεις σου εκφορτίζονταν παράλληλα με τις ελπίδες σου για γλυτωμό

Το παιχνίδι που έπαιζες μια ολόκληρη ζωή και σε κράτησε στα πόδια σου ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές σου ήταν το να φαντάζεσαι το τώρα μετά από καιρό κι έτσι το άγχος σου και η ταραχή μετατρέπονταν σε καλοδαμασμένα άτια και οι σφυγμοί σου μετρούσαν δευτερόλεπτα και όχι ταχύτητες καταδιωκόμενων

Θα με βρούν, σίγουρα θα με βρούν έλεγες και ξανάλεγες, κανένας δεν πεθαίνει από εγκατάλειψη στις μέρες μας, έλεγες και όλο και λιγότερο το πίστευες, σαν τους όσους καταχωρημένους στο πλέον άχρηστο τηλέφωνό σου, εδώ στο βάθος του γκρεμνού, τους κάποτε γνωστούς σου, τη γιαγιά στο χωριό και τον κόσμο που γεμίζει τα άσυλα αποθήκες

Η σκέψη σου ξεσκαλώνει από τον έρωτα προς ώρας, η επιβίωση τίθεται σαν πρωταρχικό θέμα και το αίμα νιώθεις να ακινητεί στα άκρα σου, ένα αργό μούδιασμα έρχεται, κάτι σαν την αδιαφορία μετά την απώλεια

Η μόνη βεβαιότητα είναι ότι ένας μύς μέσα σου πάλλεται και πασχίζει να σε κρατήσει ζωντανή, για να σου αποδείξει ότι αντέχει ακόμα ραγισματιές και ερωντοχτυπήματα, κάθε φορά πιο μεγάλος από το πιοτί και την ταλαιπωρία

Ο ύπνος είναι προ των πυλών και σύ ανθίστασαι, όλοι ξέρουν πως είναι ότι πιο κοντινό μέσα στη ζωή στον θάνατο, αν και σύ αρέσκεσαι να ζείς, εκεί, τα πιο μεγάλα αδιέξοδά σου, με το μεγαλύτερο χειροκρότημα και μια αγκαλιά, στο τέλος, που διαρκεί μέχρι την απόσταση ύπνου και ξυπνητού

Το σκοτάδι έρχεται και είναι οξύμωρο σχήμα το σκοτάδι μες στο χιόνι που έχει καλύψει τα πάντα γύρω σου και το άσπρο αυτοκίνητό σου, σαν ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα με ευτυχή λύση σε αυτή τη ζωή, την δική σου

Η ζωή λένε προς το τέλος του καθενός διαδραματίζεται σαν έργο σε ελάχιστα δευτερόλεπτα, νιώθεις να μην έχεις αντοχές να περιμένεις να το δείς και αντί για έργο κερνάς τον εαυτό σου ένα ποτ πουρί από διαφημιστικά διαλείμματα, με σένα κομπάρσο στο βάθος καθιστή και την επιθυμία και την απραγία σου πρωταγωνίστριες

Τις μόνες φορές που πήρες το μικρόφωνο στο χέρι και τραγούδησες μπροστά στο κοινό δίχως να ξέρεις τα λόγια ήταν με αυτούς τους τρείς, που σε άφησαν τσουρουφλισμένη στη σκηνή να μαζεύεις τα κομμάτια σου, μέχρι το επόμενο στραπάτσο, ίσως γιατί ο έρωτας είναι ένα ντόμινο που έχει αξία όταν το στήνεις ή το ρίχνεις, καταδικασμένο ποτέ στημένο

Αγκαλιάζεις τον εαυτό σου όσο περισσότερο μπορείς, σαν να τον αγαπάς λιγάκι, γίνεσαι σαν ένα έμβρυο, σαν τα φασολάκια που βάζαμε στο σχολείο στην βρεγμένη χαρτοπετσέτα, στο κυπελάκι του γιαουρτιού, μόνο που το φύτρο σου, γυροτυλίγεται, προσπαθώντας να καταλάβει την ελάχιστη επιφάνεια, αφήνοντας εκτεθειμένη μόνο την ράχη ενός κουλουριού, στο πίσω κάθισμα ενός στραπατσαρισμένου αυτοκινήτου

Ο χρόνος δεν παίζει παιχνίδια μαζί σου, λειτουργεί με δευτερόλεπτα, σταθερά, άσχετα με την αντίληψη ή την επιθυμία σου, δεν σε λυπάται ούτε σε εχθρεύεται, απλά υπάρχει, κάτι αμφίβολο για σένα

Και τώρα τι;

Εκεί που δεν πιάνουν οι κατάρες, εκεί που δεν πιάνουν οι ευχές, εκεί που η απόγνωση έχει προσπεραστεί μερικές αγωνιώδεις ώρες πρίν, το μόνο που σου μένει μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας είναι η τρέλα, αφού όλα πήγαν αντ’ ευχήν , τι καλύτερο από ένα αργό θάνατο και τα κοκκαλωμένα δάχτυλα ψάχνουν για ένα πακέτο, ενώ τα χείλη κομματιάζονται από το κρύο και τα γέλια

Μέσα σε άπειρα ρίγη συνοθυλεύματος κρύου και πόνου ένα τσιγάρο σφηνώνει στα χείλη και η κάπνα επιτείνει την τραγικότητα του έργου, σε παίρνουν τα κλάματα, γιατί εμε΄να, γιατί τώρα, γιατί αφού, γιατί άμα, γιατί οτιδήποτε

Πίνει καπνό και τον βήχει πίσω, το κορμί συνταράζεται από σπασμούς και τούτη τη στιγμή δεν ζητά να καταλάβει, ούτε ζητά να συγχωρέσει, μα να συγχωρεθεί

Μπορούσε τότε να είναι πιο διαλλακτική, τότε πιο εξυπηρετική, τότε λιγότερο κάθαρμα, τότε όχι σκληρόπετση, τότε λιγότερο εκδικητική, τότε με περισσότερη κατανόηση και το κυριότερο μπορούσε να ναι περισσότερο κοντά σε άλλους που την χρειάζονταν, παρά υποσυνείδητα βολεμένη στο να πνίγεται στην δική της κουταλιά νερού

Θα θελε να αγκαλιάσει και να φιλήσει μια μεγάλη συγνώμη κοντινά αγαπημένα της πρόσωπα, φιλώντας τα κατά πρόσωπο, νιώθοντας την ζέση τους, μάγουλο κατά μάγουλο και λόγια μεταξύ ώμου και αυτιού, χωρίς μάτια που σε κάνουν να ντρέπεσαι αντίκρυ τους

Τα μάτια κλείνουν, καθώς τα λόγια στο δικό της τερέν που είναι ακόμα ο ύπνος, λέγονται

Ένα χαμόγελο σκαρφαλώνει στα μελανιασμένα χείλη










































Το εκχιονιστικό περνάει και καθαρίζει το δρόμο, πετώντας προς τη μεριά του γκρεμού το χιόνι μερικά μέτρα παραπάνω της, ο γεράκος που οδηγεί έχει αναψοκοκκινισμένα μάγουλα από την ζέστη του καλοριφέρ και το φετινό αψύ τσίπουρο



















































Στη στροφή σταματά ένα περιπολικό της τροχαίας για να περάσει ανακλαστική ταινία που να επισημαίνει το επικίνδυνο του σημείου, απ όπου..

Ο επικεφαλής αστυνομικός ενημερώνει από τον ασύρματο πως ο δρόμος πλέον είναι ανοικτός και η διέλευση είναι δυνατή, με προσοχή, επιφυλακτικότητα και αλυσίδες

Άσχημο βράδυ ξεκινά μα ευτυχώς η χιονόπτωση σταμάτησε και σε καμιά ώρα η υπηρεσία του τελειώνει, για να αναζητήσει ένα ποτό, κάτι πρόχειρο για φαγητό και την συντροφιά της τηλεόρασης για να κοιμηθεί και να ξυπνήσει ακούγοντάς την

Πάει πίσω από το περιπολικό προς νερού του και βλέπει μερικές δεκάδες μέτρα παρακάτω ένα φώς αχνό, από τα στόπ ενός αυτοκινήτου

Φωνάζει σε βοήθεια, να ειδοποιήσει ο συνάδελφος από τον ασύρματο και χωρίς να το σκεφτεί αρχίζει ναν κατεβαίνει την παγωμένη πλαγιά. Τα βήματα είναι αβέβαια, τα πάντα είναι ήδη γκρίζα από το σκοτεινιασμένο χιόνι που έχει αρχίσει να κρουσταλλιάζει στην επιφάνειά του, μα ήδη είναι εκεί

Βάζει φωνές, χωρίς απόκριση. Με το γάντι καθαρίζει το τζάμι και βλέπει ένα πλασματάκι λουφαγμένο σαν πληγωμένο πουλί στο πίσω κάθισμα, με μακρυά μαλλιά και άσπρα σνίκερ

Η πόρτα του οδηγού είναι σφηνωμένη και δεν ανοίγει, ενώ έτσι όπως έχει καθίσει αλλοπρόσαλλα το αυτοκίνητο μεταξύ δέντρου και βράχων η μόνη είσοδος είναι από το παρμπρίζ

Ο συνάδελφος του φωνάζει πως το ασθενοφόρο θ αργήσει και πως μόνο του στρατού μπορεί να ναι σχετικά σύντομα εκεί

Σπάζοντας με τον φακό και με αγκωνιές το ήδη ραγισμένο τζάμι εισέρχεται στο αυτοκίνητο για να κατευθυνθεί στο πίσω μέρος. Η κοπελιά είναι πληγωμένη στο κεφάλι, μια κηλίδα αίμα στεφανώνει μια τούφα από τα μαλλιά της και έχει τρέξει μέχρι το λαιμό

Δεν έχει τις αισθήσεις της, μα πιάνοντας τον σφυγμό της ανιχνεύει μια ελάχιστη ένδειξη ζωής μέσα της.

Κουράγιο μικρή μου!

Είναι πιο κρύα και από σίδερο, δεν είναι ντυμένη βαριά και τα σημάδια δεν είναι με το μέρος της. Φωνάζει στο συνάδελφο για την κουβέρτα βοηθείας που έχουν γι αυτές τις περιπτώσεις, και βγάζει το τζάκετ του, δεν έχει καθαρό μυαλό, θέλει να βοηθήσει, χωρίς να την μετακινήσει, χωρίς να προξενήσει καμία μεγαλύτερη ζημιά

Οι αστράγαλοί της είναι ξυλιασμένοι, σαν τα χέρια της και η ανάσα της ίσα που ακούγεται. Δεν το σκέφτεται καν, πουκάμισο παντελόνι και φωλιάζει πίσω της, τα ρούχα από πάνω και αρχίζει να χουχουλιάζει σε λαιμό, πλάτη, πιάνοντας χέρια, ακουμπώντας στε πόδια, μεταδίδοντας ζέστη.

Ο συνάδελφος φτάνει, τους σκεπάζει και προσπαθεί να βοηθήσει όπως μπορεί

Έχεις κρατήσει ποτέ στην παλάμη σου καναρίνι; Να νιώθεις τον ανασασμό και την αγωνία του; Μικρό, σχεδόν μια σταλιά; Έτσι ένιωθε και κείνος που την είχε αγκαλιά, εκείνο το όμορφο αστείο προσωπάκι, με την γόπα ενός τσιγάρου στραβά φυτεμένη στη γωνία των χειλιών της

Πάνω στην ώρα σύμφωνα με την αναφορά που υπέβαλαν οι δύο αστυνομικοί ήρθε το ασθενοφόρο του στρατού, κατέβηκε φορείο και αφού έκοψαν μια κολώνα του αυτοκινήτου την απεγκλώβισαν από την πίσω πόρτα

Για μια στιγμή άνοιξε τα μάτια, βλέποντας μάλλον ένα φωτεινό διάδρομο και φωνές στο βάθος, μα δεν ήταν η ώρα της να τον τραβήξει



Έζησε.



Δεν έγιναν ζευγάρι.



Δεν ξαναζήτησε κανέναν από τους 3 τέλειους που είχε γίνει κάποτε ταίρι τους.



Χωρίς όλα της τα δάχτυλα, αλλά αν δεν ήταν κάποιος να την πάρει μια σωτήρια αγκαλιά, θα ταν μαζί τους, είπαν


για το χρυσαλιφούρφουρο

μουσική δανεισμένη από Major Tom

3.12.09

σκέτος, προς το πικρός

ούτε έρχοντας,
μηδε άρχοντας
απλώς μένοντας και υπάρχοντας

2.11.09

ώρα χειμωνιάτικη βραδινή

κι έγιναν οι χαμένοι φίλοι
μια σειρά από πόρτες μεταμεσονύκτιας χειμωνιάτικης ωρας
με το σήμαντρο πιο σκουριασμένο απ την ανάγκη
και τα δυό σκαλιά δρόμο ίδιο συρματόπλεγμα για ατολμίες και αναποφασιστικότητες