28.9.07

ο μπούφος, η πορπέλα και ο πρόεδρος

Αν μου αρέσει να πειράζω τον κόσμο;
Φυσικά και ναι, γνωστούς και αγνώστους, αναλόγως τη μέρα, την όρεξη και τα θάρρητα από παιδί μέχρι και τον πρόεδρο της δημοκρατίας. Νομίζεις πως αστειεύομαι; Πας στοίχημα; Θα το χάσεις.

Γυρίζω με την κερασομαλλούσα από τη νάξο και στο πλοίο δίπλα μας κοιτάζοντας την άφρη που άφηνε το καράβι πρόσεξα ένα μικρούλη, γύρω στα πέντε, στα έξι, με πολύ σοβαρό βλέμμα, μοναχούλη του και παραδομένο σε συλλογισμούς.
Έπρεπε, να του μιλήσω, δεν ήταν δύσκολο, πλέον στο σώμα ήμουν μεγάλος, από μυαλό άλλο τίποτα..

-κερασομαλλούσα να σε ρωτήσω κάτι που δεν ξέρω;
-εσύ τα ξέρεις όλα, τι θές να μάθεις;
-να αυτό το πουλί που πετάει ξέρεις τι είναι;
φρόντισα να της πώ τη σκέψη μου και ξεστήσαμε εύκοα την παγίδα για τον μικρό άνθρωπο
-όχι, δυστυχώς, δεν ξέρω.
-μήπως να είναι πεάργός ή μην να είν' κοτσύφι;
ο μικρός έριχνε κλεφτές ματιές, ανακάθισε στη θέση του, μα το στόμα του δεν τ' άνοιγε.
-σίγουρα σου λέω πως είναι σπουργίτι,ή σπουργίτι ή χελιδόνι!
-σπουργίτι μες στο πέλαγος, με τόσο μεγάλα τα φτερά και άσπρο σαν το χιόνι;
-δίκιο έχεις, όντως τώρα που το ξαναβλέπω το θυμήθηκα, μπούφος είναι, σίγουρα.
-ΓΛΑΡΟΣ είναι, ακούστηκε η φωνή του χωρίς να μας καλοκοιτάξει. στη θάλασσα μόνο γλάροι πετάνε.
-αλήθεια; έκανα σαν να μην τον πίστευα. και τι τρώνε;
-ψάρια, καλά δεν ξέρεις τίποτα;
-όχι , ομολογώ πως ε'ιναι κάτι που δεν το γνώριζα. και πως τρώνε τα ψάρια;
-βουτάνε, τα ραμφίζουν και τα τρώνε!
-μπράβο σου, τόσο πολλά που ξέρεις, μα έχω μια ερώτηση ακόμα. δεν τους πειράζει που είναι ωμά και έχουν λέπια;πως τα καθαρίζουν, αφού δεν έχουν δάχτυλα;
-τα τρώνε έτσι και δεν χρειάζεται να τους βγάλουν τα λέπια. δεν είναι άνθρωποι!
ο μικρός με είχε ταπώσει για τα καλά.
-είσαι πολύ έξυπνος εσύ. τι τάξη πας;
-θα πάω του χρόνου στην πρώτη.
-μπράβο σου...
-γιάννη
μπράβο σου γιάννη, είσαι πολύ έξυπνος. και εγώ είμαι αλλά υπάρχει κάτι ακόμα που δεν ξέρω.
-τι είναι πάλι;
-να, το αυτοκίνητο, στο δρόμο, πάνω σε τί προχωράει;
-σε ρόδες, καλά δεν ξέρεις τίποτα;
-όχι, αυτό το ήξερα. αλλά τα καράβια πάνω σε τί προχωράνε;
-στο νερό.
-ναι, πάνω στο νερό, αλλά τι είναι αυτό που τα κινεί;
-δεν σε καταλαβαίνω.
-σε τί προχωράνε, έχουν και τα καράβια ρόδες;
-όχι βρε βλάκα, δεν έχουν ρόδες.
-ευχαριστώ για το κοπλιμέντο, αλλά δεν μου είπες πάνω σε τι κυλάνε;
-δηλαδή;
-εγώ πιστεύω πως έχουν ρόδες όπως τα αυτοκίνητα.
-όχι, δεν έχουν, τα καράβια δεν έχουν ρόδες, πάνε μόνο με την κοιλιά τους.
-να σε ρωτήσω κάτι;
-λέγε πάλι!
-έχετε εσείς βάρκα;
-φυσικά!
-ωραία, την παίρνετε και στο σπίτι με το αυτοκίνητο ή την αφήνετε στο λιμάνι;
-την παίρνουμε και στο σπίτι.
-όταν την πηγαίνετε στο δρ'ομο δεν της βάζετε ρόδες;
-ναι αλλά δεν είναι οι ρόδες της βάρκας, είναι του ρυμουλκού.
δύο στα δύο, είπα να κάνω την τελική μου προσπάθεια.
-τώρα που το ξανασκέφτομαι, νομίζω πως έχεις δίκιο, η βάρκα έχει μηχανή και με την μηχανή πηγαίνει μπροστά.
-ναι γειά σου!
-αλλά πως το λένε αυτό που είναι σαν ανεμιστήρα που γυρίζει και η βάρκα προχωράει;
-το λένε, το λένε εε ε ε,
-νομίζω οτι αρχίζει απο πί ακι τελειώνει σε έλα
-τι βρήκα, το βρήκα.
-ωραία πως το λένε ;
-Π Ο Ρ Π Ε Λ Α!
-μήπως το λένε προπέλα;
-όχι πορπέλα το λένε.
-σίγουρα;
-σίγουρα.
-εγώ νομίζω πως κάνεις λάθος.
-καλά είσαι τελείως βλάκας, πορπεεέλα λλέγεται. και είσαι και μεγάλος..
πάνω που πήγαινα να κερδίσω τον πόντο, έχασα το παιχνίδι, τρία στα τρία και με συγκατάβαση.

μετά από χρόνια είμαι σε ένα συνεδριακό κέντρο και παρίστανται όλοι οι μεγαλόσχημοι, ο πρύτανης, μέλη της συγκλήτου, της ακαδημίας αθηνών, ο αρχιεπίσκοπος και ο προηγούμενος πρόεδρος.
Τους άλλους δεν τους ήξερα, αυτός ήταν δικός μας, του σπιτιού σαν να λέμε, είχε βαφτίσει τη μάνα μου μαζί με 22 παιδιά του χωριού εκείνη τη μέρα και την επόμενη άλλα τόσα σε γειτονικό χωριό και πήγαινε λέγοντας. Οι γνωστές κουμπαριές και οι μαζικές βαπτίσεις προς όφελος όλων των εμπλεκομένων, τότε αυτός στην αρχή της σταδιοδρομίας του νεαρός νομομαθής και δεινός ρήτορας στις δκαστικές αίθουσες. Όλο το χωριό με κολυβογράμματα μπήκε στα νοσοκομεία και τις δημόσιες υπηρεσίες, εκτός από εμάς, γιατί είχαμε αξιοπρέπεια. Μια φορά είπε ο παππούς να ρίξει τα μούτρα του και να ζητήσει μια χάρη που τον ψήφιζε για χρόνια, να φέρει τον γιό του πιο κοντά μετάθεση, γιατί ένας χρόνος στρατό στη λήμνο παρά κάτι ψηλά δεν αντέχονταν άλλο. Πήρε την διαβεβαίωση από τη γραμματέα του και όσο τον είδατε εσείς άλλο τόσο εμείς, ο θείος μου έμεινε στη λήμνο για ένα χρόνο ακόμα, ο παππούς δεν ξαναψήφισε δεξιά, είχε αντρέα το πρόγραμμα από κει και δώθε και ουδέποτε τον ενοχλήσαμε , ούτε εκείνος φυσικά.
Ο λόγος που είχα πάει στο συνεδριακό ήταν να φωτογραφίσω την χορωδία στην οποία έπαιρνα κατά καιρούς μέρος, όχι ότι είχα καλή φωνή, αλλά επειδή ο μαέστρος δεν είχε κόσμο, περίσσευαν τα κοστούμια και οι κοπελιές ήσαν περισσότερες, κάπως από σποντα με κράτησε, με μια παράκληση για χαμηλωμένη ένταση φωνής. Όταν είχαμε τραγουδάκια πήγαινα με τη στολή, ενώ στα δύσκολα έκανα τον φωτογράφο της χορωδίας.
Εκείνη τη μέρα του οκτώβρη έκανε κουφόβραση και είχα πάει για μπάνιο στην ανάβυσσο, για καθαρότερη θάλασσα και επειδή το όνομα του μέρους μου έκανε ένα κλίκ παραπάνω.
Γύρισα με τα λευκόλινα, την καπελαδούρα καλή απομίμηση παναμά και γένεια ως το στήθος. Πρέπει να φορούσα και ένα μπλουζάκι που όλοι μου οι φίλοι και οι φίλες έγραφαν τα ονόματά τους για να τους θυμάμαι. Ποιος ξέρει που να ναι αυτή η ξεσκονίστρα πλέον. Ξέρω, τη φοράω.

Πήγα και γνώριζα τη θέση μου, πήγαινα εκεί που κάθονταν οι δημοσιογράφοι, οι φουσκωτοί λεβέντες με οδηγούσαν με χαμόγελο σαν φόραγα καμπαρντίνα, μα τώρα ήταν αλλιώς. Ένα στραβόξυλο μου κλεισε το δρόμο.
-γεια χαρά.
-γειά και γύρνα.
-ξέρεις είμαι ο φωτογράφος της χορωδίας.
-και γώ ο σταλόνε. Στο βάθος.
-μα δεν θα χω οπτική επαφή, δεν θα χω πλάνα.
-ταυτότητα έχεις;
-φυσικά, είπα και του δειξα την μπλέ πλαστικοποιημένη. Kostas-patra, λοιπόν, όπως είσαι, πίσω.
-μα στην έδειξα.
-είπα να κάνω και εγώ το κομμάτι μου, όχι μόνο εσύ.
-μα..
-θες φασαρίες, είπε και με έκλεισαν δύο συμπληγάδες που να αποκτήσουν παρόμοιες αιμορροίδες σαν ρόιδα και οι δύο.
-της μάνας σου, σκέφτηκα ο μάγκας, αλλά ξεστόμισα. Κανένα πρόβλημα, πίσω λοιπόν.

Να πώ την αλήθεια είχα δύο φιλμάκια μαζί μου, μα δεν σκόπευα να τραβήξω, σιγά μην καθόμουν στον θάλαμο για πάρτη του πάνω από λεπτό.
Άρχισαν οι δικοί μου τα αουαουαουα ουα και τα μαεμιομα, καλοί ήταν, σίγουρα καλύτεροι με την έλλειψή μου, είπαν και μερικοί βαρετοί πιο βαρετά λόγια και από τη λάμψη, του φώσκολου, του στήβεν δεν σηκώσει κουβέντα, βλέφαρο και τρόμαγμα, γιατί μένεις.
Κάποια ευχάριστη ωραία ώρα, σηκώθηκαν τα κουστούμια, τα καλοκαιρινά ταγιέρ με τις βαριές κολώνιες, κρίμα που δεν είχε και πιτσιρικαρία να πούμε κανά ανέκδοτο, αν και μετά κατά τα γνωστά, θα πηγαίναμε στο Palmier για μπύρα μακαρονάδα, για ντερλίκωμα και βλέφαρο από τις νομικίνες, απέναντι.
Τα ζαγάρια είχαν αμολυθεί μάλλον στο προαύλιο για τσιγάρο και κουτσομπολιό, για πρωτείνες, ταυρίνες και πόσα κιλα σηκώνω στον πάγκο, δείχνοντας τα πρησμένα μούσκουλα κάτω από τα κορακί ρούχα από την πατησίων, κανένας από το κολωνάκι.
Είμαι με τους χορωδούς και ετοιμάζομαι να τους μαζέψω για την αναμνηστική, όταν ο πρόεδρος έσκασε μύτη για να τους συγχαρεί, ο μόνος, ο πρώτος που έκανε τέτοια χειρονομία.
Όλοι πάνε για χαιρετούρα μαζί του, όλοι κολακευμένοι από μπροστά σε διάσημο και ας ήταν καλοκαιρινό σουξέ ή φωνή φωνάρα κατά τον ζαμπέτα.
Όλοι μπροστά του στημένοι, να με κακίκουν και να με παρακαλούν με βλέμματα μαζί του να τους αποθανατίσω.
Δεν ξέρω τι καφρίλα με έπιασε, ίσως ήταν που μου το ζήτησε και ο ίδιος, μπορεί και επειδή αυτές που τώρα παρακάλαγαν για μια φωτό, πριν δεν μου διναν καμία σημασία, άρχισα και εγώ με την επαγγελματική αναλογική μου να τραβάω πλήθος φωτογραφιών, με φλάς δίχως το φίλμ.
Τους έβλεπα αυτούς που με αρνούνταν να μου γλυκοχαμογελούν, κάποιες να με κοιτούν με νάζι, κάποιες σαν στήλες άλατος, κάποιες με λίγο φόβο. Λύθηκε το χέρι μου, σκόρπιζα ευτυχία, λύθηκε και ο πρόεδρος μου απεύθυνε τον λόγο, τι κάνω από σπουδές, από πού είμαι, σαν έμαθε ότι ήμουν από τα μέρη του, με έπιασε από τον ώμο.
Του πα για την κουμπαριά, την κοντινή τη σχέση, κάτι ότι ήταν ο πνευματικός παππούς μου, απέκρυψα για τη χάρη και τη λήμνο, μου ζήτησε να δεί το βαφτιστήρι του, τη μάνα μου και κάτι έγινε. Ήταν να λυθεί η όποια παρεξήγηση και μια επιθυμία της μητρός μου θα χε ευτυχή κατάληξη.
Είπα να πάρω τοτε για με, σωστές φωτογραφίες, μα πως μπορούσα εμπρός όλων να βάλω φίλμ στην άδεια μηχανή, έκανα τον χαζό και έχασα μια τέτοια ευκαιρία.
Ο κορακί φουσκωτός βλάξ, με πήρε είδηση και έτρεξε να παρεμβληθεί στον πρόεδρο μην ήταν να τονε φέρω σε δύσκολη θέση.
Ο πρόεδρος τον συγκράτησε με μια ματιά και του δεσε τα χέρια, βρήκα και ο θρασύδειλος καιρό να του την επιστρέψω.
Είπα στον πρόεδρο πως άφηκα τα φίλμ στο αυτοκίνητο γιατί κάποιος μπούφος του με σταμάτησε γιατί δεν ήμουν κατάλληλα όπως του ταίριαζε πως ήμουν ντυμένος, ενδυματολογικά, στο μάτι του έμπειρου ειδικού και μάλιστα ετόνισα πως αντίς για αγκράφα φόραγε κάτι που έμοιαζε με πόρπη, με πορπέλα, τον κοίταξε ο πάρεδρος, τον κοίταξαν και οι άλλοι, όλοι του εγέλασαν και αυτός έκλεισε το σταυρωτό σακάκι και έκανε το τουμπεκί χολωμένος.
Τρείς του πιτσιρίκου και δύο δικές μου, ισοφάρισα.
Στο έβγα, είχα παρέα όλη τη χορωδία για τα κακά ξεμπερδέματα. Δεν μπορούσε τίποτα να κάνει, είχα το λαό με το μέρος μου. Εκείνος μόνο τον μπάτσο ήξευρε, που με έγραψε γιατί είχα αφήσει στο πεζοδρόμιο το μηχανάκι. Μόνο εμένα, ανάμεσα στα τόσα
Κακούργα κοινωνία.

27.9.07

έλα σου λαλάμε, κατέβα να σε φάμε



στα κλαδιά αυτού του πλατάνου ανεβαίναμε και σκαλίζαμε τα αρχικά δίπλα σε ημερομηνίες που κατάπινε το δέντρο μες στο χρόνο




εδώ είναι που σου λεγα να ξεπεινάσουμε, εμείς με κοψίδι στο πυρέξ με μπατάτες και συ με καρύδια σύκα και γεμιστές πιπεριές φλωρίνης. δεν ήρθες.



τελευταία πρόταση.θα ναι δικές σου μαζί με την κούνια, τη θέα και τη σκάλα.
αυτό το σαββατοκύριακο. η ομάς θα ψήσει τεσσάρων ειδών ψωμιά με προζύμι, με ελιές, με τυρί και κασέρι, με κρεμμύδι και με μέλι, υπό της οδηγίες της κερασομαλλούσας. το ψήσιμο στη γάστρα και στο γκρίλ δικά μου, με κεφτέδες με μπόλικο σκόρδο και δυόσμο, να κρατιούνται οι βουρκόλακες και το κρύο μακρυά, και το πρωινό δικό μου, τηγανιούδες με γλυκό βύσσινο, για να κολλάνε τα χείλη στα μάγουλα.
και κιθάρες
να σε περιμένουμε; ή να παραγγείλουμε από αλλού το κρέας;

24.9.07

Έτσι αλλάζουν τα γράμματα τον κόσμο και τους ανθρώπους.

Πότε και πού έγινα άντρας;
Σε ένα δρόμο, εθνική πατρών αθηνών στην ηλικία των 14. νομίζεις πως ήμουν μικρός, μπορεί και να μουν, μα δεν το προκάλεσα, με βρήκε και έγινε.
Σορτσάκι, κοντομάνικο, διακόσες δραχμές στο πορτοφόλι, καβάλα στο ποδήλατο με το ξεγαλισμένο πίσω πιρούνι από το μανταλάκι και το χαρτόνι.
Τα αυτοκίνητα βολίδες, ενώ η λωρίδα του πεζοδρομίου διάδρομος απογείωσης για την καρδιά μου που ήθελε θάλασσα. Σε τρία φανάρια δρόμο θα άλλαζα πλευρά και θα βούταγα στα πεντακάθαρα νερά των δαφνών.
Στο δρόμο το πέτυχα διπλωμένο, όμορφοδιπλωμένο, ατσαλάκωτο, δεν έμοιαζε με τα άλλα σκουπίδια, σχεδόν μα μαύλαγε να το σηκώσω. Το καλό με τα φρένα του bmx είναι ότι πατώντας χορταστικά τις μανέτες των φρένων μπορούσες να σταματήσεις επιτόπου αφήνοντας έντονη γραφή από τη γόμα του λάστιχου στον ασπροπίνακα των πλακακιών.
Σταμάτησα ακριβώς από πάνω του κυκλώνοντάς το με τις δυό ρόδες και προσέχοντας μην το πατήσω.
Ήταν γεμάτο, μου έφτανε, τα δάχτυλα ψηλάφιζαν τη λεία τους αχόρταγα, διερευνητικά, μα με προσοχή, μην ήταν κάτι πολύτιμο και εύθραυστο, που δεν άντεχε τα νιούτον.
Από τα χέρια στην τσάντα πίσω στην πλάτη και συνέχιση της πορείας. Σκέψεις διάφορες, κάτι σαν την δήθεν ανεμελιά του τσιτάχ που με κατακόκκινο μουσούδι από την αντιλόπη σκέφτεται τι θα τσιμπήσει για βραδυνό, δίπλα στο άλικο σώμα.
Καλαμιές στην παραλία και κάποια αρμυρίκια, κόσμος λιγοστός τις καθημερινές και η παραλία όχι αρκετά δημοφιλής για τους περισσότερους γιατί υστερούσε σε μπάρ και αποτσίγαρα στην άμμο.
Η καλύτερή μου.
Εγώ και μερικές κοπελιές, μια γιαγιά με την εγγονή και δυό φιλικές οικογένειες που πέταγαν πετονιά και έτρωγαν κεφτεδάκια, οι μόνοι ένοικοι του θαύματος, του να έχεις τη θάλασσα δίπλα σου, μια ευκολία, μια πολυτέλεια των μετέπειτα χρόνων μας.
Το γράμμα με περίμενε, ολόλευκο με μια του άκρη μόνο ετσακισμένη, μάλλον από το πέσιμο, δίχως αποστολέα ή παραλήπτη όπως με μάθαιναν στο σπίτι, ποτέ να μην παραλείπω, έτσι ώστε αν κάτι δεν έφτανε στα χέρια που του πρέπαν, να μπορούσε πίσω το δρόμο του να βρεί, ως ανεπίδοτο.
Ήταν παχύ, σαν κατώχειλο αγαπημένης, είχε μάλλον πολλά να πεί, πολλά γραμμένα.
Ξεκινούσε «αγαπημένε»,
κατέληγε «μη μας προδώσεις»
σε έξι σελίδων διαδρομή.
Τα γράμματά μου ήταν σαν και εμέ, πάντα λοξά, πάντα στραβά και κακοσχηματισμένα, γενναία ψηλά και αδύνατα στα πόδια, με πολλή φόρα αρχινισμένα, μ’ αδέξια κατάληξη, κάνοντας πάντα κοιλιά στις προτάσεις και στο νόημα βγαίνοντας εκτός, όπως και στα περιθώρια, σαν ήτανε ο δάσκαλος να μιλήσει για καλλιγραφία πάντα εμένα έφερνε για το αντιπαράδειγμά του, παιδαγωγική του ογδόντα, στον απόηχο της βέργας, της ορθοστασίας και του «να το γράψεις 100 φορές», σε τετράδιο καλλιγραφίας.
Οι συνταγές όλες αποτυχημένες, το χέρι του παιδιού έγραφε καλύτερα σπασμένο, ίσως είχε τους τένοντες μέσα του μπερδεμένους και οι συνδέσεις στο χέρι του ήταν ποδιού.
Από καιρό πάντως είχαν σταματήσει να διαβάζουν τα μουτζουρογράμματά μου, με μια μονογραφή η συνταγή ήταν η ίδια, γράψε καθαρότερα, δεν βγάζω τα γράμματά σου.
Μαγεύτηκα!
Ο χαρακτήρας της αν έμοιαζε με τον γραφικό της θα ταν κάτι σαν τους κίονες τους δωρικούς, ολόρθος, στιβαρός, με μιας καμπύλης ερωτικής υποψία, με πεντακάθαρες γραμμές, σχεδόν μαχαιρωμένες, δίχως λαθί κανένα τους, όλα σε μιαν αράδα, δακτυλογραφημένη η γραφή, όπως εξεκινήσθη, κάπως έτσι τέλειωσε, με μιαν ανάσα, μονορούφι.
Μαγεμένος από την συντριβή, τον σπαραγμό, από της κοπελιάς το δάκρυ, μα το χέρι της ανεξάρτητο από όνο και από θρήνο, το χαλυβδωμένο, έμβολο σκέτο, πεδούσε και έτρεχε πάνω στο φύλλο της κυτταρίνης, αφήνοντας το χνάρι ενός bic μπλέ, πιο σίγουρου και από printer.
Δεν θα πώ τι έλεγε, δεν είναι της ώρας, μα θα το συνοψίσω, πως παραδεχόταν φταίξεις και σφάλματα, ίσως ολιγωρία, που δεν επρόβλεψε την συντέλεια της σχέσης, τον εξανεμισμό των αντοχών, το πέρας της επιμονής και της υπομονής το τέλος.
Δάκρυα μπορεί να κύλησαν από τα μάτια μου, μπορεί και να το λέω έτσι, μπορεί και να μην κύλησαν μα να να το θελα, ή να έπρεπε, πάντως το στομάχι μου κόμπο δέθηκε και ένιωσα ενοχές, όχι πως έκλεψα το χαμένο γράμμα, μα πως εκτός από το προπατορικό και άλλο αμάρτημα του φύλου βάραινε πλέον τη ζήση μου. Δεν ξαναμπόρεσα γυναίκας κλάψιμο, βρίσιμο ναι, πολλές φορές το λούστηκα, δικαίως και αδίκως, μα το κλάμα τους πάντα μου έφερνε στο νού τη συγγραφέα του γράμματος, την αυστηρή γραφή της.
Μιλάμε για ψυχοπλάκωμα, δεν κατέβαινε μπουκιά, μαύρισε η μου ψυχή, πίκρισαν τα σκώτια, άλλαξε λίγο το βλέμμα μου και κόπηκε μου το γέλιο. Για λίγο, για όσο έπρεπε.
Μια φίλη μου με κατηγόρησε πως ήμουν ένας κλέφτης και μισός, ένας τρισάθλιος ανθρωπάκος που έχωνε τη μύτη του σε ξένες υποθέσεις και με έβαλε σε σκέψεις και σκέψεις σε πράξεις και έγραψα σε δυο τρία χαρτιά αφίσα εκεί που το γράμμα βρήκα, πως ένα γράμμα βρέθηκε, αν κάποιος τα’ αποζητήσει, είχα ένα τηλέφωνο, το ένα το σταθερό μας, να με ζητούσαν και θα το έδινα, ύστερα από έλεγχο γραφής, μην πέσει σε λάθος χέρια.
Όπως καταλαβαίνεις το γράμμα μου μεινε σχεδόν για πάντα, κοντά στα δέκα χρόνια, ένα βράδυ πνιγερό, σε μαύρο καπνό λευτέρωσα το πνεύμα της γραφής, σε χίλια δυό φλογογλωσσίδια, που πεψαν το νόημα των λόγων του σε μιαν ανέσπερη νυχτιά, μέσα από ένα βαρέλι.
Όσο καιρό το κράτησα, άρχισα να το κλέβω, μέρα τη μέρα, μήνα με τη βδομάδα, δανειζόμουν ένα σύμφωνο, πότε ένα φωνήεν, το έβλεπα, κεντράριζα και το αποκωδικοποιούσα, το κράταγα αν μου άρεζε ή το ξαναπροσπαθούσα.
Έφτασε ο χρόνος και ο καιρός που έφτιαξε η γραφή μου και από κείνην άντλησα, πολύ θαυμασμό και μπράβο, πιότερο από ότι άξιζε στο νόημά του, πιο πολύ στη φόρμα και στο στήσιμο, το θέμα της ουσίας δύσκολο να λυθεί, δίχως συλλοισμό και διάβασμα και ζήσιμο του κόσμου.
Το γράμμα της δεν το ξέχασα, πάντα μέσα μου είναι, σε κάθε φερμένο γράψιμο από τον ταχυδρόμο, ψάχνω τα πιο προσωπικά στα σύμβολα γραμμένο, συγκρίνω άλλες προσέγγισες στου αλφάβητου τα στοιχεία και ότι ζηλευτεί, βάνω εμπρός και το ξεπατικώνω.

Αυτή μου η σχέση με το γράψιμο και τα γράμματα σταματημό δεν έχει, κάποτε έγραφα πολύ, τώρα το έχω παρκάρει, πατάω πλήκτρα συνεχώς, μοιάζω δακτυλογράφος, χάνονται οι ερωτικές των γράμματων οι καμπύλες και λές τα όπως λέγουσι και οι εφημερίδες.

Μα μια φορά, μια ζωή κλήθηκα ταχυδρόμος να γενώ για έναν ολάκερο χρόνο, όχι από αυτούς που τσάντα έχουν και σου χτυπούν την πόρτα, μα μέσα στα κεντρικά εγώ ταξινομούσα περί στα 1000 γράμματα περίπου την ημέρα και τα δινα εις τα χέρια τους, για να τα παραδώσουν. Δεν καθυστέρησα γράμματο, δεν μου ήτανε της φύσης, όλα τα έδωσα καλά, παράπονο κιανένα, σε όλα συμπεριφέρθηκα σαν να τανε δικά μου, σαν να τα χα στείλει εγώ, σαν να τα καρτερούσα, απλά συστημένα το ίδιο ήτανε σημαντικά σταλμένα, όσα ιδιοχειρόγραφα γράφαν τους τα στοιχεία, πάρα τα διαφημιστικά, με προσφορές, λογαριασμούς και κάρτες.

Μα..

Κάποτε ράγισε η ψυχή μου από των ανθρώπω την καλοσύνη.
Μαζί με τα 1000 γράμματα που λάβαινα τη μέρα, ήτανε κάπου στις γιορτές που γιόρταζαν οι ανθρώποι και έστελναν γράμματα πολλά, πολλά τα γλυκολόγια, πολλές
Οι ευχές και οι κάρτες τους, σε διάφορα μεγέθη.
Εγώ κουβαλούσα τα στη μεραρχία μέσα με τζίπ και δύο άτομα, σχεδόν δυόμιση σάκκους, πακέτα και δωρίσματα, πολλά τα συστημένα, μικρά μεγάλα φάκελλα, κάποια κολωνισμένα.
Τα όσα ήνταν εύκολα τα έδωσα κατευθείαν δε μιαν ορδή μες στα χακί χρισμένους ταχυδρόμους, από στενό παράθυρο, που εις τον έξω κόσμο έπεφτε τουλούμι το χιονί, που βλεπα πρώτη βόλτα, γιατί στα μέρη μου χιόνι μονάχα κράταε, του παναχαικού η φαλάκρα, για δύο μήνους άντε τρείς και το λυωνε σε ρυάκια.
Ήταν ένα γράμμα δύσκολο, με δίχως παραλήπτη, δίχως αποστολέα όνομα, ούτε και διευθύσεις πάνω στο σώμα του γραμμένο,
Με ένα αυτοκόλλητο έκλεινε από πίσω, μήτε σφραγίδα ή γραμματόσημο το είχανε αγγίξει.
Όποιος δεν ξέρει από αυτά, το λέω να το μάθει, πως είναι συνήθης τακτική σαν στείλεις ένα γράμμα, να τα αναγράψεις όλα αυτά και αν είναι σε φαντάρου το όνομα σταλμένο, γράφεις του τον βαθμό και το στρατόπεδο, το λόχο ή τη μοίρα, γράφεις τη διμοιρία, δεν γράφεις την πόλη ή το νησί, μην μάθει ο οχτρός μας, γράφεις και κάτι σύμβολα, που μόνο τα ξέρουν λίγοι, είναι σαν κάποιοι κωδικοί που λέγουν για το μέρος και όλα τα γράμματα σωστά να φτάνουν στους στρατιώτες

Σαν μες στα χέρια μου βρέθηκε το παιδικό το γράμμα, κίνησα γή και ουρανό να βρώ τον παραλήπτη, 5 στρατιώτες στα pc ψάχνανε το όνομά του, κάποιοι από την πόλη του να βρούν του νήματός του την άκρια, το άνοιξα, αν και απαγορεύεται, μην εύρισκα τα στοιχεία, που θα το έφερνε πιο κοντά στον του, τον παραλήπτη.
Τζίφος υπήρχαν δυό ονόματα, από παιδίσιο χέρι, άκρη δεν έβγαλα καμιά και όλοι τους με ρωτούσαν , αν καποιος κάπου βρέθηκε το γράμμα αυτό να πάρει, ήταν δεκέμβρης ο καιρός, κοντά στις 22.
Πολλά ήταν τα τηλέφωνα, μίλησα με τους πάντες, οι όσοι κάτι μπορεί να γνώριζαν, όλοι δηλώναν άγνοια, εκτός απ τον υπάλληλο μες στο ταχυδρομείο, που είχε λίγα τα χρόνια του μπροστά, την σύνταξη για να πάρει, πως πριν από χρόνια φανερώθηκε, στα χέρια τους τούτο το γράμμα,
Και πως κάθε τέτοια εποχή στέλνεται από τη λάρισα στη νήσο μακρυά της λέσβου, μην τύχει και είναι κάποιος εκεί το γράμμα να παραλάβει, που το όνομά του αλέξανδρος να να αρχινά και ένα μικρό να ξέρει, που τόσο να τον αγαπά και να του γράφει σε χαρτί παραγγελίας πίτσας, να του γυρίσει γλήγορα, γιατί του έχει λείψει.
Από την πρώτη τη χρονιά, το γράμμα άλλαζε τόπο και σφράγισμα δεν το λάβωσε για θα γινόταν μαύρο, από τις τόσες διαδρομές , μα και τις οπισθοπορείες, που θα το εξαχρήστευαν, από λευκό που ήταν.
Συνέχισα την παράδοση ή ήταν να την τελειώσω; Και ένα χαμόγελο γλυκό στα χείλη να τους δώσω.
Δεν λέω εγώ τι έκανα, μα έκανα και ετούτο, του τράβηξα μια σκαναρισιά έξω και από μέσα και ανεβάζω το, σου το κερνώ και άμα γνωρίζεις κάτι….
σφύρα,
έχω τον τρόπο μου εγώ να του το πάω και ο ίδιος.
Έτσι αλλάζουν τα γράμματα τον κόσμο και τους ανθρώπους.

22.9.07

μια τρομαχτικά χιουμοριστική ιστορία





περιμένοντας τον καπετάνιο










μα να!!
τι βλέπω εκεί;
λές;










ωωω,νιώθω υπέροχα
είναι αυτός που τον
περίμενα τόσο καιρό









γυναίκα
πολύ μου λειψες.
τοσο καιρό στην αφιλόξενη ξενιτειά
πόθησα να ξανασμίξουμε σαρκικώς










και εγώ καλέ μου
κύρη
φύλαξα τους πόθους μου για σένα
πάμε να ξαπλώσουμε
και σου χω εκπλήξεις







-θεοί
τι 'ναι αυτό το τέρας που κρατείς; πέφ' το μακρυά που με κοψοχόλιασε.
-το παιδί μας κύρη;
-δεν είναι δικό μου παιδί αυτό το μπάσταρδο








θιγμένο και έξαλλο
από θυμό παίρνει
εκδίκηση από τον προσβλητικό λόγο
του πατέρα










μην κλαίς παιδί μου εσύ είσαι καλό και όμορφο
εγώ θα σου βρώ πατέρα να σε αγαπήσει
πατέρα να σου μοιάζει











εντάξει μάνα μέχρι τότε εγώ θα είμαι ο κύρης του σπιτιού











ναι καλό μου
λοιπον αυτός είναι ο γιός μου κύριε











ωραίος που ναι
μου μοιάζει













είδες κελεπούρι που σου βρήκα καλό μου;










και έζησαν μερικοί από αυτούς καλά
























σε ένα ερείπιο, εργαστήρι της τέχνης, κάποια παιδιά έπαιξαν για λίγο και έβγαλαν ένα μικρό τερατούργημα, μα ήταν όλο δικό τους

21.9.07

της τύχης τρία συναπαντήματα

Βράδυ στην πόλη. Ρέστος. Οι λούμπες γεμάτες νερό και ο καιρός έπαιρνε να αγριεύει. Το σπίτι μακριά, ίσα με μια ώρα δρόμο. Ποδαρόδρομο.
Οι κάτοικοι αυτής της πόλης είχαν δοκιμάσει αφιόνι και έτρεχαν δαιμονισμένα σε 2 και 4 ρόδες, μέσα σε στριγγλιές φρένων, κόρνες, μαρσαρίσματα, ενώ η βρόχα δακτυλογραφούσε κάθε της πόντο.
Οι λακκούβες είχαν ήδη προλάβει να λουμπώσουν και μια ψυχρολουσία σε βάφτιζε όποτε ένα καθηκάκι του κερατά για να διασκεδάσει την ανία του έπεφτε στην πιο πιθανή για να σε μουσκέψει, μέχρι το σώρουχο. Ας είναι… κάτι ξέρουν οι καφετζήδες που σας φτύνουν στον καιφέ για καϊμάκι. Εδώ πληρώνονται όλα!
Το πεζοδρόμιο γινόταν πιο στενό, καθώς απομακρυνόμουν από το κέντρο, στριμωγμένο από τις ακακίες που φυτεύτηκαν για να σκιάσουν τα προσφυγικά, εκεί που οι πεταλούδες της νύχτας ακουμπούσαν το κορμί που ήτανε να δώσουν κάθε βράδυ.
Φώτα ερυθρά παντού, που έλεγαν περάστε, τα μόνα φανάρια της πόλης που οι οδηγοί σέβονταν και έκοβαν ταχύτητα, όχι για τίποτ’ άλλο, μη χάσουν και δεν δούν καμιά καινούρια, για να καταθέσουν τον σαββατιάτικο οβολό τους και μετά να την βαρεθούν και να την κατηγορούνε.
Η ώρα 4 και ούτε σκυλί, ούτε ποντίκι μόνο του δεν περνούσε, ούτε το μεσημέρι, πόσο μάλλον σε κείνη τη βαρειά νυχτιά.
Τα δάχτυλά μου μουλιασμένα, σε μουσκεμένες κάλτσες και παπούτσια από ώρα, ο ρουχισμός λειψός για τέτοιο χάλασμα, δεν το περίμενα, γιατί με σύγνεφα αριά ξεκίνησα, πού να σκεφτώ την μπόρα.
Για μια μπύρα ξεκινήσαμε, γνώρισα μια κοπέλα, είπα να την ακολουθήσω για να βρώ την τύχη μου κείνο το βράδυ και σε ένα τραπέζι έχασα όλο μου το βδομαδιάτικο με τρείς ριξιές της μοίρας, την πρώτη για το γειά χαρά, τη δεύτερη για τη γλύκα, την τρίτη για να ισοσταθώ, σαν μήπως και ρεφάρω, στην τέταρτη ό,τι είχα άδειασα, πάντως έφυγα όρθιος.
Μπορούσα δρόμο να έκοβα, να έπαιρνα έναν άλλο, μα θα ξεμάκραινα πολύ και έπρεπε να ξαπλώσω, σε λίγες ώρες είχα δουλειά, δεν με έπαιρνε να την χάσω.
Σε κάποια γωνιά του δρόμου με περίμενε η δεύτερη τύχη μου για τη βραδιά εκείνη. Κομμάτια μάτια έφερνε, σώμα κοπέλας είχε.
Το αυτοκίνητο.
Τι το αυτοκίνητο;
Έμεινε. Θα σπρώξεις;
Ναι είπα, μέσα μου σκέφτηκα, μπορεί να με πετάξει κιόλας, ίσως ολότελα χαμένος να μην βρώ από εδώ που ήρθα.
Λαντα παλιό ελεεινό, τρύπιο και φουσκωμένο το χρώμα του από σκουριά, το χρώμα του ήτανε λευκό, κάποτε, ενώ από τα πολλά τα τρακαρίσματα κυτταριτίδιζαν οι προφυλακτήρες.
Παίρνω θέση πίσω από το άθλιο και ετοιμάζομαι να σπρώξω, σαν βλέπω ένα αταίριαστο ζευγάρι να χώνεται υποβασταζόμενο στα πίσω καθίσματά του, ένας μεθυσμένος ημιθανής και ένας ξεμαλλιασμένος γέρος, πατέρας της και νταβατζής ή μήπως αδερφός και φίλος; Δεν ξέρω δεν κατάλαβα, πολύ που δεν με νοιάζει.
Άρχισα να αγριεύομαι, έπιασε και να βρέχει.
Είπα κάτι να πώ, κάποιος να βοηθήσει, μα μόλις τους είδα και τους τρείς, τις πόρτες να χουν κλείσει, είπα, βρε δεν γα μ ιέται, άντε να πάνε στο καλό, να πάω και γώ στο δικό μου.
Η τύπισσα είχε ήδη καθίσει στο τιμόνι και μάλλον δεν ήξερε τα πώς σε τέτοιες περιπτώσεις κάνουν, της είπα και έλυσε το χειρόφρενο, πάτησε τον συμπλέκτη έβαλε πέμπτη ή τέταρτη, δεν ξέρω, δεν ήμουν εκεί μέσα, έδωσα μια, έδωσα δύο, δεν ήμουν και παλικάρι, γλυστρούσαν και τα πόδια μου στα θολερά ρυάκια. Κάπου αγανάχτησα, αυτοί δεν βγήκαν έξω, μονάχα άνοιξε το παράθυρο αυτή, μου πε να σπρώξω πάλι, έδωσα ότι βάσταγα, και ακούστηκε να παίρνει, λίγο ακόμα αργότερα, στην κατηφόρα ήταν, άφηνε πίσω του καπνό, άσπρο και μαύρο αντάμα γκάζωσε η κόρη το πεντάλ και γώ μεινα στη βρόχα.
Δεν μου παν να με πετάξουνε, σιγά μην έμπαινα μέσα, πως γλύτωσα και τα δυό νεφρά , λογιώμουν και το συκώτι, η δυστυχής περίσταση για μένα πήρε τέλος, δίχως να πάθω εγώ κακό, μα και κανένας άλλος.
Η κατεβασιά απ την πάρνηθα μύριζε πνευμονία, είχα ιδρώσει απ την προσπάθεια και από την αγωνία, ήμουν βρεγμένος σαν πανί, έσταζα σαν μπουγάδα και κάπου με πήρε το παράπονο, βλαστήμησα την τύχη, που σήμερα δεν με πήγαινε και τόσον είχα μπροστά μου δρόμο, ακόμα.
Ξάφνου σαν να ανατρίχιασα, άκουσα έναν ήχο, σαν κλάμα ενός μικρού παιδιού που άλλο δεν το παίζουν, σαν να πεινά για το βυζί που άδειο του μένει τώρα, ένα βαθύ γουργούρισμα και ένα τενεκεδάκι, σαν μπάλα βαρυποινιτική που φέρνει το φάντασμά του, εσκιάχτηκα, ετρόμαξα και το βαλα στα πόδια.
Να πώ αλήθεια πως το κακό του ανθρώπου δεν φοβόμουν, μα του στοιχειού του φαντάσματος, μου έκοβε τα πόδια.
Πήρα να τρέχω γρήγορα, αφήνοντας το πίσω και στο επόμενο στενό που του χα ήδη ξεφύγει, άκουσα το κορνάρισμα και απ τα φώτα του είδα, μιας κονσέρβας το κουτί να παραπαραπαίει, με μια ουρά λίγο μακριά, να κρύβεται κάτω από σταματημένα στο δρόμο αυτοκίνητα.
Ο οδηγός που του λαχε τούτο παράξενο θάμα, αλλαξογοργογύρισε το σιδεροτιμόνι και απόφυγε με τις ρόδες να το καταπατήσει.
Γύρισα να το δώ, μην ήθελε βοήθεια, ένα γατί μικρό γατί, του δρόμου, του κεραμίδου, έβαλε μες στην κονσέρβα χταποδιού το μικροκεφαλάκι και έκει η χνουδόμπαλα εβρήκε να σφηνώσει, μην έχοντας αντιχειρούς ή επιδεξά δαχτύλια
Να βγάλει του το καπέλο του που του κρυβε το θόρος, έσκουζε και εζήταγε, μια μικρή βοήθεια, διότι τούτων των δρόμων των στενών στο πλάι τα κορίτσια, καθεβραδίς το τάγιζαν, με ό,τι είχε περισσέψει και είχε χέρια αγαπήσει πολλά που τώρα τα εζητούσε.
Ήτανε περδικαλί με γκρίζες και άσπρες βούλες, κάποτε κάποιος μίλησε για τα γατογονίδια και βρήκαν πως ήταν των θηλυκών φυλοσυνδέτοι γόνοι.
Με έπιασε μια σιχασιά και μια λυπησιά αντάμα, δεν ήταν το πιο καθαρό απ’ των αιλουροειδών το γένος, έζεχνε το αφιλότιμο, το πιο πονηρό απ’ όλα, που έμελε απ’ το σκεύος της τροφής, να βρεί τον θάνατό του, φαίνονταν στο τομάρι του γδάρματα και τσιμπούρια, μα ήταν παραπονιάρικο πολύ του γατσουλιού το κλάμα.
Σαν τσίρκου κλόουν άβαφτος, σαν μεθυσμένος γέρος, τρέκλισμα η πορεία του, δεν γνώριζε την ευθεία, παραπατούσε δω και κεί, έβρισκε πα στις ρόδες και κάποια στιγμή σαν το φτασα, το τράβηξα από κάτω.
Σαν ένιωσε πως το τραβούν, τεντώθηκε να ξεφύγει, μα ήταν γερή μου η λαβή, δεν τ’ άφηκα να φύγει, με το να χέρι το κουτί, το άλλο από το σώμα, πήρα να ξετενεκεδιώσω την δύστυχή του μοίρα.
Η γάτα σταμάτησε το κλάμα της και οπλίστηκε με τα νύχια, τα άστραψε τα σουβλερά, το χέρι μου γραπώνει, μα μόλις είδε πως μαλακά έβγανα το κολάρα, να μην τραυματίσω το λαιμό από το κοφτερό στεφάνι, αμέσως θηκάρει τα νυχιά και μένει με τις πατούσες, τις μαλακές, τις μαλλιαρές, τις λασπομουσκεμένες και εκερτέρα ανάπνοη να δείξω έλεός της.
Με δυό κινησεις πέρα δώ και ξεβιδώνοντάς το, το μικρό γατί απάπνευσε υγρό αέρα της πόλης, κουλουντρισμένο στο χέρι μου, σαν κουρσεμένο χταπόδι και σαν να ξυπνήσθη η φύση του τινάχτηκε απ’ το χερό μου και χάθηκε στο σκοτάδι,
Νιαουρίζοντας πως πάλι ήταν έξω, σαν τον δεσμώτη φυλακής, σαν τον εξορισμένο, που πάλι εγύρισε στα γνωστά, στα στέκια βγάζει μούρη, να τον ετριγυρίσουνε οι μικροί να τα πει στους μεγάλους, τα όσα πολλά ετράβηξε, μα δεν το βαλε κάτω.
Πρίν να χαθεί ολότελα πίσω από μια πόρτα, χιλιόχρονη, ερειπική, σαπιοξεκαρφωμένη, το βλέπω να μου γυρίζεται, να μου κοιτά το βλέμμα, να κάνει κουλούρα την ουρά και χάνεται δια πάντα.

Μόνος πορπατώ προς το σπίτι μου, έχοντας συναντήσει τα τρία κακά της μοίρας μου, τα τρία συναπαντίδια, μα από του αγριμιού πήρα τα συχαρίκια, που του την ευχαρίστηση και την ευγνωμοσύνη, με μια ματιά μου έδωσε μεγάλη την καληνύχτα.

Για τα αγρίμια που έχουν πιότερη ψυχή από πολλούς ανθρώπους


20.9.07

με αντέχει ο έρωτάς σου;


βαστάξου να δείς










κι αν πέσω;













θα σε πιάσω











και αν αφεθώ και χάσεις με, εγώ τι θα απογίνω;




ποιός έρωτας κρατήθηκε μονάχα από τον ένα;


όνειρα



θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό

στάλα τη στάλα συναγμένο απ΄το κορμί σου

17.9.07

και αν δε μπορείς, στη θάλασσα να τις ρίξεις



1.γέμα τις λευκές σελίδες αν μπορείς, αν τολμας

Πες μου πως μετράς εσύ την ώρα να σου πώ πως μέτρησα εγώ τη δική μου. Μην κουράζεσαι, θα σου πώ εγώ.
Με ένα μικρό πικρό σαπούνι κανέλλας, μπορεί να μην το δοκίμασα, πάντως αυτή ήταν η γεύση που μου έμεινε στο τέλος.
Ποιό τέλος; Αυτό που δεν ήταν γραφτό ποτέ να δοθεί, όταν απέναντί σου δεν υπάρχει παρά μια χίμαιρα εικόνα σου, μια ανάγκη κρεατωμένη, μα με δική της υπόσταση, ανεξάρτητα από σένα, σε άλλο έργο πρωταγωνίστρια, μακρυά και εξόν από σένα, από μένα, από το σενάριο και την σκηνή της ζωής μου.
Ένα σαπουνάκι, σαν και τα αρχαία που κάποτε έφτιαχνα, ένα οκτάωρο δικό της μια γλυστερή ψυχούλα σκυμμένη, μαζεμένη, κυρτωμένη στα τέσσερα, πιο μαζεμένη και από μαλωμένο σκυλί, από κουρνιασμένο πλί, από σκατζόχειρα αγουροφοβισμένο.
Κάθε όποτε περνούσε, έβλεπε ένα καφέ κομμάτι εστέρα λιπαρών οξέων να μετασχηματίζεται σε χέρια, πλάτη, σώμα, μαλλιά, κάποιον χωρίς πρόσωπο και μάτια, όλα κρυμμένα.
Κάθε φορά κοκκίνιζε όλο και περισσότερο, ιδίως όταν τριγύρω μου κάθισαν οι υπόλοιπες σερβιτόρες και με κλεφτές κουβέντες και ματιές έψαχναν να εκτιμήσουν το εργόχειρο, τις προθέσεις μου και εμένα, να 'χουν κάτι ανακαλύψει, να αχούν αργότερα κάτι να της πέψουν, να χουν ανασκάψει κάποια αλήθεια, κάποια ανακολουθία, κάποιο ψεγάδι, ό,τι μυστικό ο νεοφερμένος κουβαλούσε στα λίγα μπαγκάζια του.
Ερώτηση στην απάντηση και βλέμμα διατρητικό, σαν σφαίρα και ξαναπυροβολισμός από άλλον ελεύθερο σκοπευτή.
Τα χέρια ικανά δούλευαν τη μαλακή σάρκα εν τη γενέση της με τρυφερότητα και το μάτι δρεπάνιζε τα ακόντια που πετάγονταν κυκλωτικά, δίχως κανένα στόχο να βρίσκει.
Ποια παγίδα να σε καταπιεί σαν στο χώμα δεν πατάς;
Ποια θηλιά να δέσει τον αέρα;

Η ματιά της σαν φοβισμένου ζώου έπεφτε πάνω μου και όταν ήταν να διασταυρωθούν, αμέσως άλλαζαν διεύθυνση, μα τα μακριά μαλλιά της πρόδιδαν την κίνηση.
Ήρθε και ο ψήστης, αναδουλειά το μεσοπρωινό του σεπτέμβρη, κάθισε για λίγο όρθιος από πίσω μου, τα μάτια τους έδειξαν εκείνη και μένα, ίσως και ένα κούνημα στο κεφάλι, ίσως ένα χυδαίο χαμόγελο, ο τύπος ενημερώθηκε όλη την ανομολόγητη ιστορία και πήγε για τσιγάρα.
Οι ερωτήσεις απροκάλυπτες, ξεδιάντροπες, σχεδόν κανιβαλιστικές. Το ξερα αυτό το παιχνίδι, μπορούσα να το παίξω, γιατί ο βρεγμένος τη βροχή δεν την υπολογίζει, μα εκείνες;
-από πού είσαι;
-από πάτρα. Εσύ;
-πως και από τα μέρη μας;
-έψαχνα κάποτε τον έρωτα και ήπια ένα καφέ μαζί του. Με θυμάσαι;
-είσαι με τα καλά σου; Πρώτη μου φορά σε βλέπω.
-άρα εσύ δεν έψαξες ποτέ τον έρωτα να βρείς. Δεν πειράζει όμορφη φαίνεσαι, θα σε βρούν πολλές προτάσεις.
Μείον μια, σηκώθηκε με νεύρο.
-άρα τον βρήκες. Και είχε όνομα ο έρωτάς σου ή μόνο σώμα;(χαμόγελο νίκης)
-σαν με ρωτάς μου φαίνεσαι και εσύ μικρούλα. Γίνεται ο έρωτας όνομα και πρόσωπο να μην έχει; Ακόμα και ο αυνανισμός έχει κάποιο πρόσωπο για αφορμή. Τι λες;
Μείον δύο, η νίκη καταποντίστηκε. Η λέξη θορύβησε πολλά αυτιά, λες και μόνο στο κρύωμα ο άνθρωπος τρίβεται.
-πως μπορείς και το κάνεις δίχως να βλέπεις; ρώτησε μια πραγματικά μικρούλα, γεμάτη σχέδια στον κόρφο και στην γυμνή πλάτη της.
-τα δάχτυλα έχουν μάτια από μόνα τους, και αυτιά και γέψη. Έχουν μεζούρες μέσα τους και μνήμη να θυμούνται, τα σώματα που γνώρισαν, που χάδεψαν, που σμίλεψαν την ομορφιά που πήραν τους τον κάματο.
Έχουν αυτιά που γρικούν, της σάρκας τις ορέξες, που θέλει πιότερη πίεση, διστακτικά που να βαδίσει, που κρύβεται ο στεναγμός, πώς να την ξεκλειδώσει.
-όμορφα τα λές, λες και τα σπούδασες.
-χρόνια πολλά ξοπίσω από του έρωτα τα θρανία, κάποτε αδιάβαστος, ανέτοιμος, συχνά μετεξεταστέος, βγαίνοντας εκτός θέματος, μπερδεύοντας την στίξη και την τελεία με άνω, παλιά αντιγράφοντας συνταγές, αυτοσχεδιάζοντας πλέον, νομίζω πως κάποια έμαθα και κάποια θα τα μάθω. Τώρα αν τούτα σπούδασα, σου λέω ναι, τα έμαθα στο πετσί μου.
-τι ήρθες να κάνεις εδώ; Τι σε έφερε στο νησί μας ξάνα;
-ο λόγος και η αφορμή βρίσκονται σιμά σας, καλό είναι να τους αφήσετε να τα πούν, να δούμε που θα βγάλει.
Ακόμα και οι χοντρόπετσοι κατάλαβαν πως έπρεπε να σηκωθούν, να φύγουνε λίγο πιο μακριά, αυτή να έρθει να καθίσει.
-δεν το καναν από κακό, για να με προστατέψουν ήρθαν.
-το ξέρω, κακία σε κανέναν δεν κρατώ, μα δεν ταξίδεψα τόσα χιλιόμετρα κακό να κάνω. Ένα φτιασίδι, τούτο εδώ, στα χέρια σου να αφήσω, με έναν δυό λόγους σου καλούς μέσα μου να κρατήσω.
-γιατί ξανάρθες;
-θυμάσαι εκεί, στου λιμανιού την άκρη, κάτι χωμένο, ένα χαρτί, με κάμποσες σελίδες, οι πιότερες λευκές και κάποιες γεμισμένες;
-το ημερολόγιο; Ναι το θυμάμαι, το έχω.
-θυμάσαι πως τελείωνε, η τελευταία γραφή του;
-πέρασαν τόσα χρόνια, δεν μπορώ, εσύ να μου θυμίσεις.
-σαν δεν θυμάσαι, είναι σαν να μην ποτέ υπήρξε.
-μα κάτι υπήρξε.
-που μπορεί να μην αξίζει κανείς να το θυμάται.
-με τιμωρείς;
-εμένα τιμωρώ, εσένα προστατεύω.
-από τι;
-από τη θύμηση.
-δεν σε κατάλαβα ποτέ, ούτε τώρα.
-αυτό που εσύ δεν μπόρεσες να θυμάσαι είναι ότι για μένα στοίχειωσε τότενες τη ζωή μου. Αν δεν θυμάσαι, γλυτώνω σε από την τάραξη και εμένα από την πίκρα.
-πάντα τόσο βαρειά τα έπαιρνες.
-το πάντα, δυό μόνο μέρες, όσο που σε συνάντησα, μέχρι που ξαναχάθηκα.
-ήτανε για σένανε σημαντικές οι τότε καταγραφές σου; Αν ήταν για το τετράδιο, να σε κεράσω άλλο.
-θαρρώ πως ήρθε η ώρα μου πάλι να σε αφήσω. Κράτησε τούτο, χάρισμα, να σου κρατάει παρέα και αν δεν το θεν τα μάτια του, να το πλυθείς να λυώσει, πάνω σου, ότι για σένα γένηκε και για καμίαν άλλη.
-στάσου, μη φεύγεις με θυμό, μη μου γυρνάς με λύπη. θαρρώ πως δεν την ξέχασα εκείνη τη γραφή σου, προσπάθησα να δώ για σένα πόσο σήμαιναν εκείνα σου τα λόγια. Δεν είν΄ της ώρας, έχω δουλειά, λυπάμαι που σ’ αφήνω, θες να τα πούμε αργότερα, στου λιμανιού το κάστρο, έχει ένα μπάρ εκεί καλό, που πάω και τρυπώνω, ο χρόνος εκεί ξεκόβεται κι η μνήμη μολογάει.
Σηκώθηκε, με κοίταξε, είδα μια χαραμάδα, μπορεί αυτή η μάγισσα να μου λυνε τα μάγια, πέταξε πίσω τα μαλλιά, τους πέρασε ένα βέλος, κοιτάχτηκα μα δεν έλλειπε τίποτα απ την καρδιά μου, μόνος μου το έβγαλα αργότερα και έκλεισε η πληγή του.
Οι άλλες την περικύκλωσαν, όλες ρωτούσαν να μάθουν, να σπιγουνέψουν, να της πούν καλά να με προσέξει, πως είχαν σαν και με πολλούς αναγνωρίσει, να μπλέκουν το πάθος με κακό και να τις περιφέρνει ο τρόμος.
Τα χρέη μου τα πλήρωνα και με το παραπάνω, με χρόνο και με μπλέξιμο και με πολλές σελίδες, τη μια άκρη έβρισκα και έχανα κάποιαν άλλη.
Σαν κάποτε ξεμπέρδεψα με τόνους και με παύλες και στη ζωή μου έβαλα τις άνω, κάτω τελείες, ατρόμητα και ανίκητα έκλεινα λαβυρίνθους, παίρνοντας την κάθε στοά, που έβγαζε στο τέλος και στο αδιέξοδο γυρνούσα πάλι πίσω και κάθε σπηλιά εσφράγιζα, μην πάλι ελαθέψω.
Ήταν η τελευταία μου και η πιο φαρμακερή μου, γιατί όλα προτού αρχίσουν τέλειωσαν, μπορεί και στο μυαλό μου, ας είναι δυό μέρες έδωσα και πάλι εισιτήριο βγάζω, τέτοιαν ήταν η μοίρα μου, να ερωτώ και να φεύγω.
Είδα της πόλης τα αδιάφορα που όλοι φωτογραφίζαν, από μπροστά τους πέρναγα για να περάσει η ώρα, τρώγοντας έγραφα πως όλα είχαν αλλάξει, πως μέσα μου κάτι πέτρωσε και ήθελα να το βγάλω, ένα γιατί που έμεινε αναπάντητο, που σαν γατί νιαούριζε για λίγη προσοχή και έμεινε στα αζήτητα, μες στα κλουβιά του μπόγια.

Με πήρε πως δεν ημπόραγε στο ραντεβού να έρθει, κάτι είχε αλλάξει στη φωνή, κάποια μικρή τρομάρα, να πώ ακριβώς τι ήτανε, δεν είναι η δουλειά μου, ο ανασασμός μαράθηκε και η πέτρα αποσπάσθη, του έγκατός μου το θηκί ευθύς ελευθερώθη και κάποια εικόνα της ραγίστηκε σε χίλια δυό κομμάτια.
Μπορούσα και κείνη τη στιγμή, να πάρω το καράβι και να φύγω, σαν τόσο λάθος να κανα, τώρα αναγνωρίζα.
Νύχτωνε η ώρα και ο καιρός άρχισε να αλλάζει και έδωσε τη θέση της η κάψα στον αγέρα, σηκώθηκαν τα σκουπίδια τους και χόρευαν στις γωνίες και κάποιες σταλούσες λασπερές έβαφαν τις αυλές τους, ο κόσμος μερμήγκιζε αλλόφρωνας μες στα στενά σοκάκια και οι τουρίστες έμεναν με στόμα ανοιχτό το θέαμα κοιτώντας, μια τέτοια αναστάτωση, που όμοια δεν είχε άλλη, ενώ εγώ τελείωνα τον δεύτερο καφέ μου στο μπαράκι της το υπόγειο που έπαιρνε να βουλιάζει.
-παρακαλώ σας κύριε, φύγετε να το κλείσω, άνοιξαν οι ουρανοί τις κάνουλες και έρχονται ποτάμια, είναι η περιουσία μου, ότι ακριβώς διαθέτω, παλακαλώ σας φύγετε, τα χάνω από ώρα σ’ ώρα.
Εκείνο το μικρό καφέ ήτανε στα ριζά του ενός πετρόχτιστου τριστράτου, εκεί που τα νερά συνέκλιναν, μπάζαν τα παραθύρια, έμπαζε η πόρτα και κατέβαινε χείμαρρος τα σκαλόνια, λούμπιζε το πάτωμα και εγώ έπινα τον καφέ μου.
-τι να το κλείσεις, ότι δεν σώζεται, άσε το να το πάρει, το ποταμιού η όργητα, θεά η κατασκρόφα, για να ξεπλύνει ανόσιες ενέργειες των ανθρώπω, και ας πνιγεί ότι είναι γραφτό, οι άλλοι θα γλυτώσουν.
Δεν πεθυμώ το γλυτωμό, μα και το θανατό μου, άκουσε τι σου λέω σου και εσύ αμέσως κάνε.
Σήκωσε μπρίζες και καλώδια που τρέχουν στο πάτωμά σου, σήκωσε το ψυγείο σου σε τούβλα ακούμπησέ το, κλείσε της αποθήκης σου την πόρτα με πετσέτα και άσε προς το μπαλκόνι σου την πόρτα να ανοίξει, ότι νερά και ποταμοί από τη μια να μπούνε, μην βρούνε όποια αντίσταση και από την δυό να βγούνε.
-σήκω σου άγιε και βοήθα με, δεν θα τα καταφέρω, έχω γυναίκα και μωρό κοντά τους θέλω να μαι, τουτη την τρισκατάρατη στιγμή που όλα βουλιάζουν. Πάρ’τα κλειδιά και ότι θαρρείς πως είναι καλυτέρο, κάντο μου και αν σωθείς, σε κάνω συνεταίρο.

Έφυγε και με άφησε να πίνω απ το μπουκάλι, κάποιο πιοτί πορτοκαλί, με τα ηχεία στο τέρμα.
Πολλή η βροχή, δεν ξεγελάστηκε, ήρθε κατά τα μέρη μου καρφί να με πνίξει, άτιμο θηλυκό και αυτή, από δάκρυα γινομένη, ενός αντικυκλώνα το ματί πάνω μου κεντρωμένο, το πιο χαμηλό βαρομετρικό στο χάρτη από το άτακτο φευγιό της, μα εγώ εκεί, να περιμένω ό κόσμος να χαλάσει, πιστός σε κάποιο ραντεβού, της μοίρας μου κλεισμένο, ή να σωθώ, ή να χαθώ, δεν με ένοιαζε και τόσο.
Πάνω που το ποτάμισμα ξεχύνονταν απ την μια στην άλλη, ανάμεσα σε διάδρομο από καφάσια μπύρας, είχα το πόδια μου ψηλά αράζοντας στο τραπέζι, παρέα με αράπικα φυστίκια και αιγίνης, ενώ έξωθε του μαγαζιού ακούγονταν οι κόρνες, τα σειρηνίσματα από τα ασθενοφόρα, της πυροσβεστικής τα οχήματα και συναγερμούς παρασυρμένων οχημάτων, στη θάλασσα ξεβράζονταν μαζί με πράσινους κάδους και πλαστικές καρέκλες.
Απ’ ότι αργότερα, ειπώθηκε καταστροφή σαν τέτοια, ουδέποτε ξανάζησε η πόλη ή το νησί τους, αδικαιολόγητη έμεινε, κανένας δεν αναφέρθηκε σ’ αυτή, μην πλήξει τον τουρισμό τους και στα παιδιά τους πέρασε σαν θεϊκή μανία.
Έριξε όσο νερό περίμεναν να πέσει μες στο χειμώνα σε 4 ώρες καιρό, μέχρι να βαρεθώ να φύγω. Πήρε να κόβει το νερό, ο όγκος και ο θυμός του, άρχισαν τα φρεάτια αχόρταγα να πίνουν και το περίσσιο το νερό ελάχιστο να μένει, αφήνοντας πεντακάθαρη την μιαρή την πόλη και τα λιθόστρωτα σοκάκια της να λάμπουν από τη σκόνη.
Πήρε να φορά το κοντομάνικο η απανσέληνος νύχτα και το μακρύ σαλβάρι της να μην το φυσά ο αέρας, πήρε να τελειώνει η μουσική, μαζί και η διάθεσή μου και είδα κάποια να στέκεται στης πόρτας το κατώφλι.
-όποιος και αν είσαι, φύγε από δώ, δεν είσαι καλωσήρθες, του κάτω κόσμου δαίμονα, γιατί άγγελος δεν είσαι.
-καλώς σ’ αφήνω και στον τόπο αυτό, δεν θα ξαναπατήσω, αυτό σου ζητούσα εξ αρχής, να με ελευθερώσεις και στο κρυφτούλι σου αυτό, άλλο δεν παίρνω μέρος, με έδιωξες, το έλαβα, ηρέμησε η ψυχή μου, αφήνω σε, ελεύθερος, πάλι να ανασάνω, δίχως καημό, ίσως και αν, να κουβαλώ από μέσα. Πάω, στο καλό, να σαι καλά, εσένα να προσέχεις.
-σου είπα αλήθεια πως θυμόμουνα τι έγραφες στο γράμμα, το χα προσέξει και με στιγμάτισε για κάποιες νύχτες, ώρες, μα δεν περίμενα μπροστά μου να σε ξανάδω. Με ρώτησαν, μου ζήτησαν τα σου χαρτιά να δούνε και σαν τους τα δειξα, ανοίξανε πάνω οι ουρανοί μας και μόνο σαν στη θάλασσα εβούλιαξε, πετώντας το με μανία, πήρε η αναστάτωση να σιγοκοπάζει και σε ενός τσιγάρου τον καιρό να έχει σταματήσει. Ποιος είσαι και τι θέλησες από εμέ να μάθεις;
-όλα μου τα πες, καμιάν ερώτηση δεν έχω πια για σένα. Δεν έχω χρόνο για σένα πια φεύγει μου το καράβι, άκου το που ακούγονται του μπάρκου του οι κόρνες. Κάπου εδώ αφήνω σε, κοίτα να το ξεχάσεις και μην ξαναπαίξεις με του έρωτος την άγια αδυναμία.


13.9.07

πάμε μια βόλτα εδώ γύρω;

-Έλα μου.
-Να 'σαι έτοιμη.
-Πότε;
-Σε μισή ώρα θα είμαι σπίτι.
- Για πού;
-Πότε είχε αξία ο προορισμός;
-Να ξέρω καλό μου τι να φορέσω, βουνό; Θάλασσα; Εκδρομή; Βόλτα; Καφές; Τι έχεις στο νού σου;
-Ψήσε μια πίτσα, βάλε τυροπιτάκια, σπανακοτέτοια και βάλε μποτάκια για υψόμετρο.
-Για πόσους;
- Οι δυό μας, γιατί οι ζωές των άλλων αρχινούν το Σάββατο και λήγουν την Κυριακή. Τι λές; Είναι τα έλατα δελεαστικά για σένα;
-ουι ουι!

Αφήσαμε το σταγονοαυτοκίνητο στο σπίτι και πήραμε το τρακτερωτό.
Κινήσαμε προς χωριό. Οδηγός η κερασομαλλούσα. Γεμάτο το ντεπόσιτο με μπετζίνα, κάργα στα σούπερ οκτάνια.
-Από ποιό δρόμο;
-Αριστερά, ευθεία, απέναντι στον κόμβο, στο ποτάμι ευθεία, στη νεροτριβή αριστερά και μετά όλο πάνω.
-Πάνω που;
-Στο βουνό.
-Μέχρι πού;
-Ώσπου να χαθούμε.
-Ωραία μετά ξέρω και εγώ.

Ο ήλιος από τη δουλειά στο σπίτι ήταν γλυκύτατος, την περασμένη Πέμπτη.
Ο καιρός δροσερός, η μέρα φθινοπωρινή, τα πρώτα κρύα απότομα έκαναν την εμφάνισή τους μετά την παρατεταμένη ζέστη, τον καύσωνα, τις πυρκαγιές και την απόγνωση.
Τα σκούρα σύγνεφα μετέφεραν μιαν υποψία βροχής και δεν άντεχα άλλο τις ανέλπιδες εικόνες.

Ελάτια, πεύκοι, φρύγανα, κουμαριές, λιθόκτιστα γρέκια ψηλά χωμένα στον κόρφο του βουνού που στοίχειωνε από παλιά τα όνειρά μου.
Ο παναχαϊκός.
Η μάνα μου από 'κεί, στο τελευταίο σπίτι του τελευταίου χωριού ανεβαίνοντας στην κορυφή του.
Τόσα καλοκαίρια στις πλαγιές του,
στις στέρνες και στις ρεματιές, παρέα με βατράχια, κατσίκια και ιστορίες για ξωθιές, νύμφες, καταραμένες νύφες, αντάρτες και θαύματα. Όλα ανακατωμένα στο παιδικό μυαλό, όλα σχεδόν ξεκαθαρισμένα στο ενήλικο μου πλέον.
Η κερασομαλλούσα οδηγούσε, δικό της το μικρό θηρίο, μόνο που ενώ ήξερε από καλό λάδι, μιας και ο πατέρας της διέθετε ουφ ολίγες ρίζες, στο καψερό δεν είχε στάξει σταγόνα 30-10 και από τα μέσα της διαδρομής σταμάτησε να βήχει λευκό καπνό, μιας και το 'φαγε όλο του σαν καλό μαντηλάκι.
Θα έδειχνε αν μέναμε στο βουνό με κολλημένο όχημα ή θα γινόταν πυροτέχνημα σε καμιά ανηφόρα.
Αεράκι δροσερό φυσούσε στις στροφές του βουνού, σαν εγκαταλείψαμε την άσφαλτο και διαβήκαμε το κατώφλι της ελάτης.

-1100 μέτρα υψόμετρο, αναφώνησα μεγαλόφωνα κουνώντας το κεφάλι, σαν σύγχρονος ταχυδρόμος που επινόησε τις μεταφορές.
Τα δέντρα έστεκαν πυκνοφυτρωμένα, δασωμένα σε δυό τρείς ορόφους, με πιτσιρίκια έλατα, χαμερπή σαν τον φραγγέλη, με διχαλωτούς κορμούς, σπασμένα μπράτσα από τον άνεμο, παρασιτικούς κισσούς μπλεγμένους στην κόμη τους και απροκάλυπτα επιδεικνύοντας τα φαλλοειδή αναπαραγωγικά τους όργανα, τους εν στύση θηλυκούς κώνους τους, κοροϊδεύοντας τον βοριά για παλαιομυθικές του αμαρτίες.

Ο τόπος μοσκοβολούσε ρετσίνι και θυμάρι, από πληγωμένους κορμούς και ρέμπελους θάμνους, κακαρέτζες από γιδοπρόβατα και νοτισμένη γή κάτω από τις ελατοβελόνες.
Ο παναχαϊκός δεν είναι στέρφος από ζωή, φιλοξενεί πολλά μαντριά στην άκρη του πουθενά, εκτατική κτηνοτροφία, με απέραντες πλαγιές να δοκιμάζονται τα κερασφόρα δίοπλα σε ορειβατικούς ισορροπισμούς πάνω από το χάος, σε πετροκυλήματα, σε μεγαλοπρεπείς επιβάσεις με θέα, βρε και ο ίδιος ο πάνας να βαυκαλίζεται βλέποντάς τα να σμίγουν και να ενώνονται βουκολικώς.
Ταχύτητα πρώτη, 4επί4 μετάδοση στους τροχούς και οι ανηφοριές γίνονταν ανώμαλες ευθείες.
Κάποια στιγμή φτάσαμε στο σταυροδρόμι. Το τέλος του γνωστού μου κόσμου, ως εκείνη τη στιγμή, από κεί και πέρα το άγνωστο.
-Να γυρίσω;
- Ας αλλάξουμε θέσεις.
Ο καπετάνιος πήρε το τιμόνι και διάλεξε την πιθανότερη διαδρομή για να χαθούμε. Τι μας ένοιαζε;

Φαγητό είχαμε μπόλικο και στη χειρότερη των περιπτώσεων η κερασομαλλούσα εθεωρείτω εκλεκτόν έδεσμα. Και θα την τιμούσα, αυτό να λέγεται!
Μεγαλόπρεπες κορυφές, απύθμενα φαράγγια, αιωνόβια δέντρα, ρόμπολα κατακεραυνωμένα από θυμούς διός, πηγές περιχαρακωμένες
από ποτίστρες ζώων και χειροποίητες κουρούτες για κρήνες των ανθρώπων
Η διαδρομή άρχισε να γίνεται από ενδιαφέρουσα έως επικίνδυνη, αλλά το μικρόβιο του φόβου απουσίαζε από το σώμα του καπετάνιου, ενώ η καρδιά του μούτσου είχε γίνει φρέσκο ψάρι σε απόχη, δηλαδή η κερασομαλλούσα ήτω τρομοκρατημένη, με εμφανέστατα τα χτυποκάρδια στα μηνίγγια όχι για την πάρτη μου, αλλά για τις περιπτώσεις που οι ρόδες έγλυφαν το φρύδι του δρόμου.
Δεν υπήρχε κίνδυνος κανένας, μεταξύ μας το λέω, ούτε καν όταν συναντήσαμε μια μικρή φυτεία από «καλαμπόκια» πίσω από συρματόπλεγμα.
-Τι καλλιεργούν εδώ πάνω; ρώτησε το αγνό και αθώο πλάσμα.
-Κανναβόσιτος, είναι μια καινούρια ενεργειακή καλλιέργεια, την τρώς, την πίνεις, την ντύνεσαι και σε χορταίνει.
-Ενεργειακή για ποιο λόγο;
-Γιατί σε ταξιδεύει!
-Δεν με κοροϊδεύεις;
-Σου 'χω πεί ψέματα ποτέ;
-Πολλές φορές.
-Αυτές δεν πιάνουν, ήταν μέχρι να σε παντρευτώ, ο έρως δικαιολογεί πολλά τερτίπια.
-Μα μου λές και τώρα. Δεν πλησιάζεις να βγάλω καμιά φωτογραφία;
-Άσε καλύτερα, γιατί μας βλέπουν, χαιρέτα και φύγαμε.

Τα έλατα αντάλλαξαν τη θέση τους με τα αγκάθια
και τα φρύγανα, ενώ οι πέτρες ήταν μπολιασμένες με λειχήνες και βρύα όσες έκαναν κούρμπα στη ράχη τους, ενώ στις πιο άγριες ξέσματα μαλλιού από φαγουρισμένα ζώα έμοιαζαν με αριόφυτες μπαμπακιές.
Έπαιρνε να νυχτώνει και όντως ήμασταν εκεί για όπου ξεκινήσαμε, σχεδόν χαμένοι, στον παιδικό μου γίγαντα, στο πατρικό βουνό μου.

Χωρίς χάρτες και κατζιβλίκια gps και τα ρέστα, είπα να αφήσω την δυναμική ενέργεια να με προσανατολίσει.
Η κορυφή του βουνού ήταν το οροπέδιο, το πρασούδι, με το ρημαγμένο καταφύγιο. Από κεί ήξερα πώς να κατέβω και από τους δύο τους δρόμους.
Ο άλλος ήταν πιο σίγουρος, ακολουθώντας τον δρόμο πίσω που σαν σύγχρονος θησέας είχα αφήσει μέχρι κάποια στροφή το λευκό ίχνος της εξάτμισης και πιο σίγουρα, τα τέσσερα τραχτερωτά πατήματα, αλλά δεν μου 'κανε καρδιά να δηλώσω αποτυχία και να γυρίσω με σκυμμένο το κεφάλι.
Η Τρίτη επιλογή φάνταζε η πιο εύκολη, όλο προς τα κάτω, πυξίδα εκεί που συγκλίνουν οι χείμαρροι και τα ρέματα και κάποτε θα φτάναμε στη θάλασσα.
Μέσα μου με τριβέλιζε το όνομα του σαλονικέα χέρκιουλη και είπα να πάρω τον δρόμο τον δύσκολο, την ανηφοριά.
Δύσκολος δρόμος και σίγουρα όχι της σύνεσης, ούτε της σωφροσύνης.
Σε απέναντι πλαγιές βλέπαμε που και πού φωτάκια από στάνες, κάποιες και απέναντι πάνω στη ναυπακτία.
Ένας παράδρομος μας έβγαλε σε ένα χωριουδάκι
-σωθήκαμε, πρέπει να σκέφτηκε το κόκκινο κεφάλι, μα γρήγορα αγριέψαμε σαν είδαμε πως ήταν πιο έρημο και από ασπαλαθούπολη του τέξας, μετά από τυφώνα, ίσως και τύφο.
Για να 'χουμε να λέμε φεύγοντας σταμάτησα στην τρύπια από βόλια πινακίδα και κάτωθεν της ήταν παρατημέν
ο το πιο μπλέ ποδήλατο δίχως να έχει σέλα.
-Πάτα το να φύγουμε, έχει πιαστεί η ψυχή μου, με παρακάλεσε και εγώ σε τέτοια δεν αστειεύομαι, σιγά σιγά με πρώτη, απομακρυνόμουν και την έσκιαζα σε κάθε σκιά που συναντούσαμε.
Ένα παιδί, ένας περαστικός
-Μη σταματάς, μη χαιρετάς, πάμε να φύγουμε, έχω κακό προαίσθημα.
-Είσαι μαζί μου, δεν έχεις να φοβάσαι τίποτα μαζί σου.
-Καλησπέρα, για θάλασσα πως πάνε;(στην κορυφή του βουνού λέμε τώρα!)
-Δεν μιλάω!
Ένα παιδί με το πιο ανέκφραστο πρόσωπο που έχω δεί ποτέ μου, πιο απόλυτο και από μαθηματικό αξίωμα, σκληρό, δουλεμένο, τα χρειάστηκα για να πώ την αλήθεια.
-Για πάτρα; Για καμιά πόλη; Ξαναρώτησα, ενώ πατούσα λιγά σιγά το γκάζι.
-Δε μιλάω, δεν μιλάω ελληνικά, ακούστηκε να λέει ενώ χανόμασταν σε μια γούβα με νερό.
Περάσαμε στην άλλη πλευρά, το πάτησα, χαθήκαμε από το χωριό και για τα καλά στο όρος.
-Και τώρα;
-Μη φοβάσαι, να ξερες πόσες φορές έχω χαθεί εγώ, για να μην σου πώ πως μέχρι στιγμής είναι τόσες, όσες έχω βρεθεί επίσης, αλλά που να σπάσεις την έκφραση του πραγματικού φόβου από το πρόσωπό της.
Για λίγη ώρα είχαμε ψιλοκουβεντούλα ενώ απέφευγα τα γκρεμνά και τις πεσμένες κοτρόνες παγίδες.
-Άλλη φορά θα ακούω τη μάνα σου, που μου τα ‘λεγε, να του βάζεις πουλάκι μου μυαλό, γιατί αυτό δεν έχει, δώσ’ του ευκαιρία να χαθεί και πετά τη σκούφια του. Δεν έχει πάλι τζιπάκι, από δώ και πέρα, μόνο όπου πάει το κουβαδάκι σου.
-Έλα τώρα υπερβολές, αφού ακόμα δεν έχει ειδοποιήσει την ΕΜΑΚ ποτέ για μένα! Είδες που ψεύδεται και είμαι και σπλάχνο της..
Στην ερημιά του πουθενά βρισκόμαστε σε ένα άλλο σταυροδρόμι, το τελευταίο μας για κείνο το βράδυ.

-Πατημένος δρόμος, πρόσφατα ίχνη, από ντάτσουν, όχι βαρειά φορτωμένο, αγροτικό, χρώματος μπλέ
-καλά με κοροϊδεύεις; Που το βλέπεις το χρώμα;
-ρε στα βουνά όλοι βασιλικοί είναι, άντε στην καλύτεροι νεοδημοκράτες. Μπλέ ρε, άκου με. Αφού πήγα και στρατό, ξέρω από αυτά.
- Μα ήσουνα ταχυδρόμος! Δεν είχες καν όπλο!
- Ναι, αλλά οι ταχυδρόμοι είμαστε το πιο μάχιμο σώμα, στις πρώτες γραμμές, τεχνικές απόκρυψης και ανίχνευσης δεν μας είναι άγνωστες λέξεις. Σου χω πεί ποτέ ψέματα;
-οδήγα και βλέπουμε, κομάντο!
Πήρα τον δρόμο τον φαρδύ, μας έβγαλε σε μια στρούγκα.
Φώς από μέσα.
Ψυχή απ’ έξω.
-καλησπέρα.
Μπιπ
-εε χριστιανοί, καλησπέρα.
-δεν ακούνε.
-Λες να μην είναι ζωντανοί;
-ΣΤΑΜΑΤΑ! Φοβάμαι σου λέω.
-Εγώ το είπα για να είμαστε έτοιμοι για παν ενδεχόμενο.
Πήρα στροφή, δίπλα σε ένα λαντ ρόβερ υπήρχε αραγμένο ένα μπλέ νισσάν, αγροτικό. Δεν είπα τίποτα, δεν το τόνισα για να δρέψω δάφνες, αρκετά πετυχημένος ήμουν και εδώ όπως και γενικότερα στη ζωή μου. Δε χρειαζόμουν άλλα χειροκροτήματα και χειροφιλήματα, με μια κίνηση του χεριού μου έκοβα κάθε ένδειξη σεβασμού και ενθουσιασμού προς το πρόσωπό μου, εδώ και χρόνια.
Μέχρι να ολοκληρώσω το στιγμιαίο αυτό όνειρό μου, με μένα όπως πάντα αρχηγό-πρωταγωνιστή, μια καλή κυρία εξήλθε του καλυβίου.
-καλησπέρα καλή κυρία. Μην ξέρετε πώς να βγούμε στην άσφαλτο για πάτρα;
-χαθήκατε ε; χαθήκατε;
-ε ε, όχι ακριβώς..
-μην τον ακούτε καλή κυρία, καραχαθήκαμε.
-κοπιάστε να σας φιλέψουμε.
-μην σας βάζουμε σε κόπο, απλώς πείτε μας τον δρόμο και πολύ σας ευχαριστούμε.
-μια στιγμή να ρθει το αφεντικό μου. Ε ε αφεντικό, σίμωσε έξω.
Βγήκε ο άντρας της, μάλλον έξω, κρατώντας ένα μαγκούρι. Με θερίο μουστάκι. Σίγουρα μέσα θα είχε φωτογραφία της Φρειδερίκης και του Παύλου.
-εύκολος είναι ο δρόμος από δώ και πέρα, ελάτε να πιούμε κάτι να ζεσταθείτε λίγο.
-σας ευχαριστούμε , είπαμε και οι δύο μα πρέπει να επιστρέψουμε. Έχει βραδιάσει, μα όταν σκέφτηκα πως μπορεί να τους προσβάλαμε με αυτή μας την άρνηση, κατεβήκαμε για ένα καφέ.
-Ρε με πέδιλα είσαι ποδημένος; Ήρθες με σόρτς στο βουνό;
-ξέρετε ήρθαμε κατευθείαν μετά τη δουλειά και ..δίκιο έχετε, με τσάκισε το κρύο.
-Πούθε είστε;
-από πάτρα και είπαμε να κάνουμε μια βόλτα, χαθήκαμε και πήρα τον δρόμο για το πρασούδι.
-καλά πάτε, αλλά ο δρόμος είναι κομμένος λίγο πιο πάνω, ούτε κατσίκι δεν περνάει.
-ελάτε όλοι μέσα να σας φιλέψουμε τίποτα, είπε η κυρά του και την ακολουθήσαμε.
Έκανε ψοφόκρυο και τα σύγνεφα είχαν κρεμάσει για βροχή, για να μην πώ πως μάλλον ήμασταν μέσα στο σύννεφο. Είχαν ανάψει το τζάκι και στο τζουκάλι είχαν πρόβειο τραχανά.
-να κεράσουμε ένα τσιπουράκι, να ζεσταθεί το κόκαλό σας;
-ένα καφεδάκι ελληνικό και πολύ μας είναι.
Το καλύβι ήταν του ποιμένα. Έμενε με την κυρά του για 4 μήνες το καλοκαίρι και μετά ξεχειμώνιαζαν χαμηλότερα. Κοντά στα τρακόσια κεφάλια γιδοπρόβατα είχαν και περί άμελξης ήταν υπεύθυνη η κυρά του και μια συγχωριανή τους που έμενε στο διπλανό παράπηγμα με τον μικρό το γιό της.
Ο μικρός άκουσε την κόρνα, κάτω από τον ήχο της γεννήτριας που σκέπαζε τα πάντα έξω και το ντηπέιτ, που όλοι μαζί καθισμένοι παρακολουθούσαν με ενδιαφέρον.
Είπαμε τα δικά μας, δώσαμε ακριβές γεωγραφικοκοινωνικό στίγμα με αναφορές σε γειτόνους γνωστούς και κλαδιά 2 βαθμού του γενεολογικού μας δέντρου, ώσπου βρήκαμε γνωστούς, η κόρη της είχε πάρει ένα παλικάρι από το χωριό της μάνας μου, δευτεροξάδελφό της και ο συμπέθερός τους ήταν πελάτης μου στη δουλειά. Βέβαια έκανα μια βλακεία τρείς φορές, που νόμιζαν ότι ο συμπέθερος ήταν δεξιός και ήσαν υπερήφανοι, ενώ εγώ επέμενα ότι ήταν πασόκος. Στο τέλος συμφωνήσαμε ότι μάλλον θα ήταν κρυφοδεξιός, σαν τους κομμουνιστές στον εμφύλιο
Έριξον μια ματιά στους τοίχους, ήσαντε γυμνοί από αφίσες και φωτογραφίες, μόνο κεντίδια της κυράς και βελέτζες, για να κρατούν την υγρασία.
-τους αντέχετε;
-ποιους, παιδ’ μ’;
-τους ψεύτες. Όλοι τους ψεύτες είναι και όλοι νοιάζονται για την κουτάλα.

Με αυτά τα λαϊκίστικα αποστασιοποιημένα γίνεσαι το αγαπημένο πρόσωπο κάθε ομάδας ηλικιωμένων επειδή τους δίνεις την πάσα να σου πούν τον καημό τους, να σε νουθετήσουν και να μιλήσουν για τα παλιά.
Βέβαια υπήρχε και ο φόβος να μας έπαιρναν για εξωκοινοβουλευτικούς, κάτι που εκεί ψηλά φάνταζε ισοδύναμο με λεχρίτες, βανδάλους, τραμπούκους και λογής λογής κοινωνικά στολίδια.
-δίκιο έχεις, έτσι είναι. Ποιος νοιάστηκε για εμάς;

Ωραία, καλά πάμε.

-μόνο κάθε τέσσερα χρόνια και τώρα τελευταία όλο πιο σύντομα.
-από τη μεταπολίτευση να σου πώ λίγες φορές πήγαμε στα τέσσερα. Καλά λές.

-Καλά κάνουν αυτοί, νομίζουν ότι σε γρόθους μιλάνε. Και τέτοιοι είμαστε γιατί αυτούς ψηφίζουμε.
-Ρε, σαν καλά να τα λες και σύ. Μου αρέσεις.
-Ξέρεις μπάρμπα, κάποτε άκουσα από ένα φίλο καρδιακό μια κουβέντα σωστή, πολύ σωστή μου τότενες.
Αν σε κυκλώσουν άγρια σκυλιά, να μην κοιτάξεις το χρώμα τους, το ίδιο θα είναι το δάγκωμά τους, είτε μπλέ, πράσινα, κόκκινα είτε πορτοκαλί. Εσύ πάντα να προσέχεις μη σε φάνε, γιατί αυτή είναι η δουλειά τους, όχι να προστατέψουνε το σπιτικό σου.
-Αν ξαναδείς το φίλο σου, πες του ένα μπράβο από μένα.
Η γειτόνισσα που μέχρι εκείνη την ώρα δεν είχε βγάλει λέξη μας ρώτησε αν ήμασταν παντρεμένα.
-Το Σάββατο που μας πέρασε παντρευτήκαμε, θειά.
-Και αυτή είναι η ιδέα σου για γαμήλιο ταξίδι;
-Μην της βάζεις ιδέες!
-Ρε την έφερες την κοπελιά στα κατσάβραχα, στους γκραμούς, στις ερημιές;
-Μας αρέσει η φύση και μετά από τα καμένα δίψαγε το μάτι μας για λίγην ομορφιά, λίγην ισορροπία.
-Κοπελιά μου, κόλλα του να σε πάει στο εξωτερικό, να μην σε βγάλει στη φτήνια.
-Με το καλό του χρόνου θα την γυρίσω ολούθε. Μην ανησυχείτε.
Σας ευχαριστούμε για το φίλεμα, φοβηθήκαμε λίγο εδώ πάνω, πετύχαμε και ένα λίγο παράξενο παιδί που μάλλον δεν ήξερε ελληνικά..
-Α α, είναι ο αλβανός του μπαρμπα Γιάννη, φυλάει τα βόδια, δεν ξέρει ελληνικά. Τον μικρό, τον κοντό δεν λέτε; Ήταν η πρώτη φορά που μίλησε ο μικρός της γειτόνισσας.
-Ναι, αυτός. Ήταν και λίγο το χωριό παράξενο…
-Εκεί πάνω καταφεύγανε οι αντάρτες στον πόλεμο, δεν τους έβρισκε κανείς, όχι γιατί δεν ήξεραν που είναι, αλλά γιατί δεν έμπαινε κανένας σε κόπους και σε βάσανα να ανέβει εκεί πάνω.
Μας ξεπροβόδισαν, ο αφεντικός μας έδειξε το δρόμο.
-Ξέρεις γιατί σε ρώτησα από πούθε είσαι;
-Όχι μπάρμπα, γιατί;
-Δύο στην ερημιά, δεν είναι μικρό πράγμα, ύστερα από τόσες φωτιές που κάηκε ο τόπος όλος. Εσάς σας δείχνω τον δρόμο, μα στους άλλους που περίεργοι μου φάνηκαν την άλλη εβδομάδα, προς το πρασούδι τους έστειλα.
-Μα είπες πως είναι γκρεμνός τώρα.
-Καλό ταξίδι να χετε, καλήν επιστροφή και στους κακούς κακά τσακίσματα.
Τους τάξαμε ότι θα ξαναπερνούσαμε με το καλό κάποιαν άλλη φορά.
Ίσως το ξανακάνουμε.
Ίσως να πάμε και στο εξωτερικό, να δώ αν βγαίνουν τα ψιλά για το καράβι απέναντι.
Μπα, ας’ το μωρέ, άλλη φορά!

σημ. το κοντέρ έγραψε 143 χλιλιόμετρα από τα οποία 34 ήταν σε ευθεία και γύρω στα 45 σε άσφαλτο. τι λές για το σαββατοκύριακό;

10.9.07

γέμα τις λευκές σελίδες αν μπορείς, αν τολμας

καθισμένος στην πλατεία περιμένω.
δεν θα φανεί, το ξέρω.
μετράω τις ώρες με σελίδες ημερολογίου, αλήθεια, πέρασε τόση ώρα;
δεν θα 'ρθει.
πλησιάζω το καράβι, κάθομαι σε έναν κάβο συνεχίζοντας να γράφω, δεν πρέπει να μου δώσω δυνατότητα επιλογής απ’ το να φύγω,
δεν θα 'ρθει, μα και εγώ δεν πρέπει να μείνω.
η μπουκαπόρτα κατεβαίνει και εγώ προσπαθώ να περισώσω κάποιες σκέψεις, με όσο λιγότερες λέξεις μπορώ, τις πιο ακίνδυνες, μην την φοβίσω και άλλο.
γράφω γρήγορα, το μελάνι από την πένα δακρύζει πάνω στο δείκτη και λερώνεται η άκρη κάθε καινούριου φύλλου.
θα προλάβω;
όταν νοιώθεις πως το μέλλον εξαρτάται από σένα, όλα είναι μπορετά.
Το χέρι πονάει από την υπερπροσπάθεια, μια ζωή, υποσχέσεις και ελπίδες σε μερικές σελίδες, μπορεί και πολλές, δεν θυμάμαι πλέον, μια παράκληση στο τέλος και η τελεία μετεωρείται κάπου μεταξύ πένα και σελίδας. Τελικά νικά η πένα που κρατάει τη σταγόνα της.
Το ημερολόγιο γίνεται μασούρι, ένα σακουλάκι φοριέται προφυλακτικό και αυτό καταβυθίζεται στον κοίλο κίτρινο σωλήνα του λιμανιού, δίπλα στον πρώτο κάβο, σιμά μου.
Πρώτη φορά που εγκαταλείπω κάτι δικό μου, αυστηρά προσωπικό μου, την αλήθεια και τη σκέψη μου, μα αν είν’ τα μάτια άξια… ήταν, είναι, απ’ ότι αποδείχτηκε σε άλλον χαρισμένα.
Το παπόρι καλεί, βαρίδι το εισιτήριο στην τσέπη μου, απρόθυμο να ακυρωθεί.
Μείνε βλάκα και προσπάθησε.
Δεν με αντέχω, δεν με εμπιστεύομαι, μπαίνω μέσα και κλειδώνομαι στην καμπίνα. Θα βγώ σαν σαλπάρουμε στα ανοιχτά.
Στο 'πα, ήμουν αναξιόπιστος, πάλι καλά που μπήκα μέσα. Το απόγευμα με βρίσκει στην κουπαστή του καταστρώματος να ψάχνω με τα μάτια μου για το μαύρο μαλλί και το λευκό το δέρμα. Δεν ήταν να έρθει, πάλι καλά που έφυγα.
Τώρα είναι η ώρα.
Δεν θα ξανάπαιρνα τηλέφωνο, με όρκισα πολλές φορές και άλλες τόσες μου απίστησα. Της έστειλα ένα μήνυμα, για ένα ξεκίνησα, μα πώς να χωρέσεις έναν εαυτό σε εκατόν εβδομήντα χαρακτήρες και οι χίλιοι λίγοι ήταν και στους δυό χιλιάδες σταμάτησα, να μην την κουράσω άλλο. Τα έντεκα μηνύματα δεν έλεγαν να φύγουν και κάπου κοντά στο πέλαγος, πάνω από τα κύθηρα, εστάλησαν όλα ανάκατα και αν δεν είχαν αριθμό, δεν θα 'βγαζε άκρη.
Ένα μονάχα ζήτησα και αυτή την παράκληση είχα, αν θα 'θελε ότι για κείνην έγραψα, να μην της είναι βάρος, αφού και άμα το διάβαζε, στον άφρο του κυμάτου, ότι η μελάνη έγραψε, η θάλασσα να το σβήσει παρά ματιά ανοίκεια να το εμαγαρήσουν.
Μα αν για δικό της κράταγε εκείνο το βρεσίμι, άδειες να μην τις άφηνε, τις όσες σελίδες 'μέναν και σαν που θα το συμπλήρωνε, να μου το γύριζε πίσω, ή με τον ταχυδρόμο της ή με δικό της χέρι.
Πέρασαν μέρες δυό και δεν με έπιανε ύπνος. Μια συμβουλή, ποτέ μην πλησιάζεις το τηλέφωνο σε κάποιο ηχείο σαν περιμένεις κλήση, είναι άτιμο και άδικο και τυραννιέσαι τόσο, γιατί το κάθε παράσιτο φέρνει τα πάνω κάτω, παλινδρομεί η διάθεση και σε αφήνει ρημάδι.
Το πήρε. Μου απάντησε και αν δεν ήταν αύγουστος θα έλεγα πως ήτανε λαμπρή με τα βεγγαλικά, μα λένε ότι της παναγίας είναι το πάσχα του καλοκαιριού και ήταν, αναστήθηκα.
Πόσο κράτησε;
Κρατούν οι αναστάσεις του καλοκαιριού; Αυτή τους είναι η γλύκα.
Μετά την ανάσταση, η συντριβή, μπήκε και ο χειμώνας, σταυροβελόνιασε ο καιρός τρείς στη σειρά ανοίξες και κάπου στην τέταρτη θαρρώ, βρήκα ξανά το δρόμο.
Μούσι, καπέλο, άλλο ζυμάρι τώρα,δεν πήγαινα για να καώ, μα για να μου θυμίσω ποια μονοπάτια διάβηκα και έτυχε να γυρίσω.
Έψαξα ένα νησί, για ν’ ακριβολογώ μια πόλη, κανένας δεν την ήξερε, θα χε και αυτή αλλάξει, δυό μάτια μόνο θυμόμουνα, πιο κάρβουνα και από μαύρα, και από το όνομα μόνο το παρονύμιό της που αυθόρμητα τότε μου χε βγεί.
Μοιάζεις με μάγισσα.
Μην το λές, δεν μου αρέσει.
Δεν μπορώ να σου πώ κάτι άλλο από αυτό που βλέπω, από αυτό που νιώθω. Αν σε τρομάζει αυτό, αν σε τρομάζω, θα το βουλώσω, μα και το μάτια το ίδιο θα λένε.
Γιατί μου μιλάς έτσι; Γιατί μου λές αυτά τα πράγματα;
Γιατί από δώ και πέρα έχω μόνο να κερδίσω, για να μην σου πώ πως ήδη είμαι κερδισμένος. Από σένα εξαρτάται το πόσο και για πόσο.
Ήρθαν πελάτες, σε αφήνω για τώρα.

συνεχίζεται..



8.9.07

τα βρύα που στραφτάλιζαν από ήλιου φώς

Μεσοβδόμαδα. Εθνική. Επιστροφή από τη δουλειά. Μεσημέρι με γλυκό φώς αδύνατου ήλιου.
Ο δηρμύτης κάποτε με είπε «και είναι βάσανο ο φίλος που φωνάζει εκδρομή», τότε την 24 δεκέμβρη που φύγαμε για εκδρομή στο άγνωστο.
Ήταν να έρθει πολύς κόσμος, όλοι φίλοι καλοί και αγαπημένοι, στο καινούριο αυτοκίνητο που τα χωρούσε όλα και όλα τα είχε, από κονσέρβες, κουβέρτες, μαξιλάρια και το κιθαρόνι.
Όπως μαδούν οι ερωτευμένοι τα πέταλα της μαργαρίτας, κάπως έτσι έπεφταν τελευταία στιγμή οι ακυρώσεις.
Θα ρθουν οι δικοί μου.
Χρονιάρες μέρες.
Θα μείνω να ξεκουραστώ.
Θα πάτε μακρυά;
Ποιοί θα ρθουν;

Καθισμένος σε ένα παραλιακό καφέ, μετά τη δουλειά, τελείωνα ένα χειρόγραφο, ενώ το κινητό συνέχιζε να δέχεται απογοητευτικά μηνύματα.
Τελευταίος πήρα ο δηρμύτης.
-Δεν θα ρθει κανένας άλλος.
-πάμε;
-φύγαμε!
-η κόντα;
-μάλλον θα μείνει.
-έλα εσύ και βλέπουμε.

Η κόμισσα κόντα δεν είχε κανονίσει κάτι άλλο, δεν την πίεσα, ήθελε ένα καταλύτη.
-παίρνω μια μπλούζα και έρχομαι.
-δεν είναι απαραίτητο.
-να έρθω;
-να πάρεις μπλούζα.
-κάθαρμα!

Μέχρι να ρθει ο δηρμύτης κατάφερα με το δίπτυχο να δακρύσω την κόντα.
-έχεις μεγάλη εμπειρία ζωής για να γράφεις έτσι.
-τα μισά έγιναν αλλιώς και τα άλλα τα φαντάστηκα.
-μεγάλη φαντασία τότε.
-μεγαλύτερη ανάγκη κάποια να πώ και κάποια να τα διαβάσω. Έτσι η ψυχή μου ηρεμεί. Ευχαριστώ πολύτιμή μου.
-πολύτιμη γιατί;
-πάντα όταν έφτιαχνα κάτι, εσύ και οι λίγοι ακόμα και μικρό να ήταν το χειροκροτούσατε για μεγάλο και στο σκαλί που ήταν να ανέβω με σπρώχνατε στο επόμενο. Μεγάλη βοήθεια.
-μεγάλη μας τιμή.
-8.
-τι οκτώ;
-οκτώ ευρώ ο καφές, μικρό το τίμημα για μεγάλη τιμή.
-είσαι κάθαρμα!
-αν συνεχίσεις να το λές θα το πιστέψω.

Ήρθε και ο τρίτος τροχός.
-πως την έπεισες; Ήταν στο κρεβάτι. Μου πε πως θα κοιμώταν.
-κόντα ετοιμάσου για εκδρόμα, ειδάλλως έρχομαι να κοιμηθούμε παρέα της είπα και νάτη, πιο γρήγορα και από σένα.
-που πάμε;
-όπου θέλετε.
-καμιά επιθυμία;
-λοιπόν πετάω μερικές ιδέες
1.πάργα, γιάννενα και ζαγοροχώρια.
2.κεφαλλονιά, το πλοίο φεύγει σε μισή ώρα και ίσως μια βόλτα από ιθάκη.
3. ολύμπια μεριά και ενδοχώρα πελοποννήσου.
4. καλαμάτα, ταύγετος , μονεμβασιά και άστρος ναύπλιο.
-το ένα καλύτερο από το άλλο.
-τι λές;
-όλα υπέροχα, μόνο που δεν έχουμε μέρες, εσύ μεθαύριο γραφείο, εγώ εφημερίδα και η κόντα χορό και εραστές.
-άρα;
-‘αρα κάτι που να μην ενέχει τον κίνδυνο του αποκλεισμού, δηλ νησί και ψηλά βουνό όχι.
- Πελοπόννησο δηλαδή.
-ναι, είτε μέσα, είτε γύρω της.
-τόσο απλά;
-τόσο.

Η τριάδα ξεκίνησε, η εστουντιατίνα βάραγε στο κασσετόφωνο χάλκινα και κανονάκι ερμηνεύοντας σμυρναίικα, ενώ καταπίναμε τα χιλιόμετρα προς τα ολύμπια.
Στάση εδώ, στάση εκεί για φωτογραφίες, για να δούμε τις ομορφιές του τόπο, χωρίς σαφή προορισμό, σίγουρη διανυκτέρευση και εμπειρία στον τόπο.
Σκο κουρτέσι κατεβήκαμε στην πραλία για να δούμε μια έρημη παραλία με δυο ξεχασμένων τουριστών τα τροχόσπιτα που απολάμβαναν τον καφέ τους στις σκηνοθετικές τους καρέκλες απέναντι από τη θάλασσα που μώβιζε. Τυχεροί τρελοί, καλτσωμένοι με σαντάλια.

Στα ολύμπια περάσαμε απέξω από το στάδιο, πήραμε πολεμοφόδια σοκοφρέτες και νερά και τραβήξαμε προς τα κρέστενα.
Ο χάρτης που είχα στο τουτού σταματούσε στον πύργο, λές και το τέλος του γνωστού κόσμου ήταν το καταγώγι της αρβανιτιάς.
Από κει και μετά πορευόμασταν στο άγνωστο.
Η μέρα έπαιρνε να μικράινει, λίγο η απογευματινή ώρα, λίγο οι πελώριες φυλλωσιές, λίγο οι ρεματιές που κινούμασταν, το φώς ήταν λιγοστό.
Κάπου πρέπει να ξάνοιξε και μια δέσμη φωτός στραφτάλισε πάνω στα δροσερά ενός βράχο βρύα.
-καλή μου κόντα, τα βλέπεις; Κάποια μέρα στο υπόσχομαι να γράψω γι΄αυτά.
-εσύ πρόσεχε, γιατί θα διαχειρίζεσαι τις μνήμες μας.
-το είδες δηρμύτη;
-έ, ανοιχτά τα είχα τα μάτια μου, σχεδόν, αλλά είναι λίγο οι στροφές και είπα να τα ξεκουράσω.
-βρε κοιμήθηκες;
-μπροστά σου και άσε με εμένα
(γέλια, είχε ψιλογλαρώσει)


Στο σκοτάδι ξαγρύπνησε, η παρέα είχε κέφια. Τα λέγαμε πηγαίνοντας προς ανδρίτσαινα. Κάπου σε ένα χωριό πρίν, στις αμυγδαλιές νομίζω, πέτυχα με την άκρη του ματιού μου ένα ανοικτό καφενείο. Σταμάτησα. Σκοτάδι.
Η αρχόντισσα κόντα:
-γιατί;
-για τσία, καφέ και κολτσίνα.
-τι είναι η κολτσίνα;
-δεν ξέρεις χαρτιά;
-όχι, ούτε εγώ.
-αχ, σας έφαγαν τα διαβάσματα και η τέχνη. Πάμε μέσα, έχει μάθημα.

Καφενείο των 15 τραπεζιών, με λερή, ξεθωριασμένη τσόχα, καφέδες, τσιγάρα και αθλητικά στην τηλεόραση.
Μπαίνοντας όλοι πάγωσαν, μέχρι και η τηλεόραση έριξε αδιάφορες διαφημίσεις.
-Καλησπέρα, ήρθαμε. Τι γίνεστε; Χρόνια πολλά.
-μια χαρά. Εσείς. Χρόνια πολλά. Τι να σας φέρω;
-τρεις ελληνικούς μπελαλίδικους, έναν γλυκό, ένα μέτριο και ένα σκέτο, μια τράπουλα και ένα χαρτί για να γράψουμε σκόρ.
-αμέεσως.

Η ζωή στο άντρο των αντρών αναταρράχτηκε σαν είδαν την κόντεσσα κόντα, αλλά κανένα φρύδι δεν σηκώθηκε να την κοιτάξει κατάματα, τα κατακόκκινα παπούτσια της όλοι ποθούσαν μέσα τους να χωθούνε. Κανένας τυχερός, όμως εκεί.
Η κόντισσα είχε αλλού την καρδιά της στραμμένη, ταγμένη και δεν ήταν δυνατό να την ξεκουνήσεις από κει.

Το μάθημα ξεκίνησε με ξερή και έγινε πάνι, η αρρώστεια του χαρτιού μεταδιδόταν δάχτυλο δάχτυλο και πρώτος κόλλησε ο δηρμύτης, λόγω ελαττωματικών γονιδίων, καθόσον αδερφός του ελεεινού φραγγέλη.
Κατέκλεψε τη νότα, αναδείχτηκε σε μούτρο, για να μην πώ πως κάποια στιγμή είδα να φυτρώνουν γρηγορότερα το γένεια του και να γυαλίζει το μπροστινό χρυσό δόντι που δεν είχε.
Η κόντεσσα αφέθηκε να χάσει στα χαρτιά ακολουθώντας την μοιρα της femme fatale, προσμένοντας να κερδίσει στην αγάπη.

Το αστείο είναι οτι για χαρτιά που κρατούσαν το σκόρ στα τραπέζια χρησιμοποιούσαν ψηφοδέλτια αλλοτινών καιρών και μαζί με τη βαθμολογία έβαζαν σταυρούς εκεί που έλειπαν και κερατάκια στους αντιπάλους.
Καταμεσίς του καφενείου μια γεροντική μορφή σκυμμένη μετρούσε την μοναξιά της μισοκοιμισμένος, ο παππάς του χωριού δίπλα σε ένα νεροπότηρο καφέ και δύο πακέτα μάλμπορο, γιατί είναι δύσκολες οι εποχές που οι ανθρώποι σμίγουν για να αντιμετωπίσουν όλοι μαζί τις χαρές και τους φόβους τους- και τα δύο δυσβάσταχτα, σαν είσαι μόνος.
Το κλίμα ανάμεσά μας βάρυνε, καληνυχτίσαμε και συνεχίσαμε πρός τον άγνωστη πόλη,, με λιγότερη ζέση αό πρίν, ξεκομμένοι από τους αγαπημένους μας, μισή γροθιά άνθρωποι οι τρείς μας.

Φτάσαμε.
Άσπρο χωριό, έρημο από κόσμο, γιορτινές καλωδιώσεις, αγγελάκια και μουσικές από τα μαπαρωμένα σπίτια. Κανένας στον δρόμο, όπως τότε 2000 χρόνια πίσω και κάτι ψιλά.
Τα περισσότερα ξενοδοχεία κλεισμένα, κάποια τελούσαν υπό ανακαίνιση και το κοντινότερο φάνταζε πολλά χιλιόμετρα μακρυά.
Φόβος κανένας. Για μας ήταν τα δύσκολα και ο λουντέμης δίδασκε τους ήρωές του πως κανένας καλός ποτέ δεν χάθηκε, πάντα ένας μπίθρος θα τον έσωζε.
Από μια τρύπα σε ένα πεζόδρομο μοσκοβολούνταν νοστιμιές, ένα μικρό ταβερνάκι, των τεσσάρων στριμωγμένων τραπεζιών, μαζί με την κουζίνα, τον πάγκο και το πετρογκάζ, αντις κουζίνας.
-καλησπέρα και χρόνια πολλά. Να καθίσουμε;
-καλησπέρα, χρόνια πολλά. Κλειστά είμαστε, εδώ κάνουμε τη γιορτή με τα παιδιά μου, μα κάθε ξένος φιλοξενούμενος είναι. Καθίστε να μοιραστούμε το φτωχικό μας.
-μη σας ξεβολέψουμε.
-καμία ξεβολή, εσείς μην στριμωχτείτε και κακοπεράσετε, μέρες γιορτινές που είναι


συνεχίζεται...(πάω στο χωριό για γλέντι, πάλι ακύρωσες κολητήρη, από την άλλη φάπες...)

-φύγαμε από τη θαλπωρή του σπιτιού μας για να ξεβολευτούμε μπας και περάσουμε τις μέρες αυτές αλλιώς.
-Αν μας δέχεστε εμείς χωράμε, όλοι οι καλοί χωράνε και εμείς καλοί είμαστε.

καθίσαμε στο τραπεζάκι σιμά στην πόρτα, μα γρήγορα αλλάξαμε στο παραδίπλα, γιατί το χιονόνερο έμπαινε απροσκάλεστο και η ζέση της βραδιάς δεν ήταν ακόμα δυνατή για να το λυώσει
φαγητό πρώτο και ανεπανάληπτο οι χυλοπίτες με την ανάλατη μυτζήθρα, μακαρόνες με κρέας κοκκινιστό και κολοκύθια με πατάτες τηγανιτά.
Η απέναντι παρέα δυό οικογένειες, τα παιδιά της κυρα βάσως, από την τρίπολη και την αθήνα, είχαν έρθει με τα εγγόνια να δούν τους παππούδες και να περάσουν το σαββατοκύριακο των γιορτών που είχαν άδεια.
Ο αέρας έξω έπιασε να λυσσομανά, μα η σόμπα πετρελαίου είχε κεφαλώσει για καλά το κρύο. Ή τώρα ή ποτέ. Βγήκα και έφερα το κιθαρόνι.

Στο χωριό, η γιαγιά από τη μεριά του πατέρα μου επειδή έζησε την κατοχή και τις δύσκολες εποχές πρίν και μετά, είχε μάθει στη ζωή της να μην πετά τίποτα. Κάθε πόντος γής ήταν καλυμμένος από μικροαντικείμενα που έβρισκε και τα κράταγε, να τα χρησιμοποιήσει όπου η ανάγκη θα το επέτασσε.
Κάπου μέσα σε μια παλιά ντουλάπα, στα τρίβαθα ενός ραφιού είδα μικρός μια μικρή κιθάρα σπασμένη, αγορά του αδερφού της που είχε μπαρκάρει στα ξένα και κάποτε της την είχε στείλει πεσκέσι. Το καπάκι σπασμένο, οι χορδές αναμαλλιασμένες, το μπράτσο σκεβρωμένο και το χρώμα όλο μπαλώματα από την αυξημένη υγρασία. Την ζήλεψα. Την ζήτησα. Μου αρνήθηκε. Ήμουν τότενες μικρός. Κανένας στο σόι δεν ασχολιόταν με όργανα, θα ήταν καταδικασμένη σαν έφευγαν οι παππούδες στο παλιατζίδικο ή στο φούρνο.
Μετά από χρόνους 5, σαν άρχισαν τα μάγουλά μου να ανθίζουν χνούδι ξανθό, είχα την πρώτη επαφή με ωδεία και η γιαγιά δεν με ξέχασε. Το κιθαρόνι έγινε δικό μου. Στο ξυλουργείο την επιμελήθηκα, την πλάνησα, την έξυσα, την κάρφωσα, την βίδωσα, άλλαξα το καπάκι της, την πέρασα και λούστρο, έγινε σαν καινούρια, μόνο τα αρχικά του πρόγονου στην πλάτη της δεν έσβησα, να θυμάμαι πάντα το χάρισμα.
Αυτό το κιθαρόνι με συντρόφευε σε πολλά ταξίδια και ένα από αυτά και τούτου. Χωμένο κάτω από πράγματα, οι άλλοι μην το δούνε, το ανέσυρα γρήγορα γρήγορα μην πουντιάσω και μέσα στην μικρή ταβέρνα έκανα είσοδο.
-αν δεν έχετε αντίρρηση, σαν αποφάγουμε, να πούμε κανα τραγουδάκι.
-για δές, με τούτο λές να στηθεί γλέντι;
-δεν είναι του μεγέθους του η χάρη, είναι της παρέας η ζωντάνια και του δουλευτή το παίξιμο. Πείτε μου ένα τραγούδι, να αρχινίσουμε με το καλό.
πήρα κόκκινα γυαλιά, ζήτησε μια ομορφογέλαστη μητέρα της παρέας και συνομοτικά ανταλλάξαμε οι τρείς ματιές, ήταν δικοί μας. Σαν ζήτησαν την περιμπανού για δεύτερο, τους λάτρεψα και η γραία ταβερνιάρισσα χαμήλωσε τη φωτιά, μιας και εκεί μέσα θα γινόταν κλίβανος σε λίγο.
Θυμάμαι μόνο πως ξεκινήσαμε στο μικρό κατώι που η μοίρα το φερε να γενεί ταβέρνα 9 άτομα και τέσσερα μικρά, τα μικρά πήγαν για ύπνο αργότερα και από το κέφι και το τραγούδι το ταβερνάκι άρχισε να γεμίζει, περαστικοί ντόπιοι, γείτονες που μαγεύτηκαν, που ορέχτηκαν να εκκλησιαστούν μαζί μας, να συμφάγουν, να αναντρανίσουν με λόγια δοξαστικά.
Τι ρίτσος και ελύτης, καββαδίας και τριπολίτης, μαρκόπουλος και χατζιδάκις, βάλε δύο και τρείς μερίδες χατζιδάκι, όλων μας αγαπημένος, κραουνάκης και όλη η παρέα που ζύμωσε τις πρώτες μνήμες μας
Έπιασε δουλειά ο ψάλτης του χωριού, ο τάσος, σαν ακούστηκε ο θεοδωράκης να μελοποιεί το άξιον εστί, χωρίς όργανό, μόνο φωνή και τα χριστούγεννα έχασαν το κόκκινο χρώμα της γιορτινής κοκα κόλα σε μια πιο πηγμένη απόχρωση σκοτωμένου αίματος και ανάτασης μαζί, μέσα από τραγούδια της φυλής.
Η ώρα μια τα ξημερώματα, ανήμερα χριστουγέννων, το τοπίο απέξω κάτασπρο σκοτάδι στολισμένο, το τραπέδι φορτωμένο κεράσματα από κρασί μπρούσκο που πιναν και οι ίδιοι και κεφτέδες που ψηνε κατά παραγγελία κέρασμα των χαρούμενων διερχομένων.
-για πού είστε απόψε;
-δεν έχουμε κλείσει ακόμα, κάτι θα βρεθεί.
-τέτοια ώρα, τέτοια λόγια. Δεν θα βρούμε τίποτα. Μια στιγμή, κυρα βάσω το τηλέφωνο.
Πήραν όλους τους γνωστούς στο χωριό και μετά στο παραδίπλα, πουθενά, όλα κλειστά ή κλεισμένα. Το τελευταίο ενδεχόμενο ήταν να κοιμηθούμε στρωματσάδα στην ταβέρνα, κανένα πρόβλημα από μας, μα δεν θα άφηναν οι ευχαριστημένοι να κακοπάθουμε.
Βρέθηκε μετά από παρακάλια ένα σπίτι, με ένα δωμάτιο άδειο καναδυό χωριά παραπέρα, στην ερημιά, που θα ας περίμενε ο ιδιοκτήτης σε μια στροφή να μην λαθέψουμε και χαθούμε.
Φιλιά και ευχαριστίες πολλές. Δεν μας άφησαν να πληρώσουμε το παραμικρό, ήμασταν για αυτούς το εορταστικό πρόγραμμα, ήταν για μας τα παιδιά του ξενίου διός.
Χωρίσαμε για λίγες ώρες ύπνου και δώσαμε ραντεβού την επομένη για καφέ στο καφενείο του χωριού.
Το λευκό του δρόμου υπνωτιστικό και το αυτοκίνητο να παρασύρεται σε ελιγμούς καλλιτεχνικού πατινάζ, πάνω σε πεταλούδες χιονιού που μετατρέπονταν σε γυαλιστερό καθρέφτη κακώς κούρνιαζαν στην βρεγμένη άσφαλτο.
Φτάσαμε. Το δωμάτιο μας περίμενε ζεστό, τρίκλινο με ένα κολοριφέρ που και οι τρείς καβαλήσαμε να ζεσταθούν τα σώψυχά μας, ενώ στα κρεββάτια ήταν απλωμένος δια τρία ο γιούκος της οικοδέσποινας με τις κουβέρτες, τις μαντανίας και τα παπλώματά της.
Οι καλοί ποτέ δεν χάνονται, έλεγα και ο δηρμύτης με την κόντα είχαν αρχίσει να το αποδέχονται.
Ο ύπνος ήταν δύσκολος γιατί τα γέλια, τα νευρικά δεν μας άφηναν, τους φόβιζα για εγκληματίες κανιβάλους που έστηναν πανδοχεία στο πουθενά και οι επισκέπτες ποτέ δεν εγκατέλειπαν το μέρος από τον δίπλα λάκκο.
Ο ξυπνητός ήταν πιο περιπετειώδης, μιας και η κόντα είχε συνηθίσει λούσα, πολυτέλειες και τουλάχιστον κλειδί στην πόρτα από μέσα. Μιας και δεν υπήρχε σφήνωσε μια καρέκλα, γνήσιο τέκνο των γουέστερν και πέσαμε για ύπνο.
Από τα πολλά κεράσματα η κύστη μου δεν άντεχε το πρωινό ξύπνημα και ακροπατώντας όδευσα προς ξαλάφρωσην στην εξωτερική τουαλέτα. Μετατοπιζόμενη η καρέκλα, με τον ανεπαίσθητο ήχο που έκανε απομακρυνόμενη πάγωσα σύγκορμος σαν άκουσα τον εφοδεύοντα λοχία να κραυγάζει μέσα από τον ελαφρύ της ύπνο τις ει;
-Κόντα μου ηρέμησε , εγώ είμαι ο κώστας, ο φίλος σου, στην τουαλέτα ήθελα να πάω, αλλά τώρα δεν χρειάζεται, μόνο να αλλάξω φόρμα γιατί την μούσκεψα από το φόβο μου.
το επόμενο και κανονικό ξύπνημα ήταν το πρωί, αρκετά νωρίς ώστε να προλάβουμε τον εκκλησιασμό στην μικρή, πετρόχτιστη εκκλησιά του χωριού.
Όλα είχαν πάει καλύτερα από κάθε προσδοκία, ήμασταν καλά και αγαπημένοι, με μια ιστορία εκδρομής στις καρδιές μας μέσα.
Περάσαμε από τον ναό του επικουρείου απόλλωνα που τελούσε εν αποκρύψη μέσα σε πετάσματα ομίχλης και ψιλόχιονου.
Στην ανδρίτσαινα ο τάσος μας περίμενε στο καφενείο και αφού μας κέρασε και πάλι τους καφέδες μας ξενάγησε στο λαογραφικό μουσείο και στην βιβλιοθήκη του χωριού, κατά προσωπική του παράκληση για έμας, από τις παιδικές του φίλες που διαχειρίζονταν τα δύο πολιτιστικά κέντρα.
Ήταν όλα απολαυστικά και ιδιαίτερα ενδιαφέροντα, οι πρώτες και σπάνιες εκδόσεις από λογής βιβλία, αξιόλογες εκδόσεις και όγκο σημαντικών χειρογράφων του καιρού της επανάστασης, ενώ οι ενδυμασίες μας ταξίδεψαν σε πιό δύσκολες και φαντεζί εποχές.
Η αναχώρηση από το μικρό παρίσι της ηλείας συνοδεύτηκε από έντονη συγκίνηση και υποσχεθήκαμε ότι κάποια φορά θα ξανανταμώναμε για περισσότερες και καλύτερες στιγμές.
Η μόνη μουσική υπόκρουση που ταίριαζε με το ηλιοβασίλεμα και τη διάθεσή μας ήταν το ρέκβιεμ του μότσαρτ που έπαιζε στο repeat σε όλη τη διαδρομή χωρίς να πολυμιλάμε. Πολλές εικόνες, αληθινή επικοινωνία, ομόλογοι άνθρωποι, ωραίο ταξίδι.

Ο δηρμύτης όταν έπιασε φωτιά γύρω από την ανδρίτσαινα με έπαιρνε τηλέφωνο.
Καίγεται η ιστορία μας, οι αναμνήσεις μας, η υπόσχεσή μας. Σίγουρα με μουσκεμένα μάτια.
Το ξερα. Δεν μπορούσα να σηκώσω το τηλέφωνο. Δεν σβήνονται οι φωτιές με δάκρυα.
Δεν μιλήσαμε από τότε με την κόντα, ούτε και τον δηρμύτη, για το μέρος. Η φύση δεν εκδικείται, μόνο ξεπληρώνει, αντιδρά στην πίεση που ο άνθρωπος της δημιούργησε.

Αν το χώμα δεν χαθεί, μακρυά από αναδασώσεις, θα βρεί τον δρόμο της και η υπόσχεσή μας στους εκεί ανθρώπους δεν θα αθετηθεί, αρκεί να χτυπήσει κάποιος το καμπανάκι. Μια ανάσα να πάρει και πάλι θα γιγαντωθεί. Αυτή είναι η δουλειά της και την ξέρει καλά

Τα βρύα τότε στραφτάλιζαν από ήλιο, πάνω σε βράχια και κορμούς, χρώματα και αρώματα σκορπώντας. Να τα περιμένεις όλα ξάνα, σαν τα κυκλάμινα κάθε φθινόπωρο, από το πουθενά σε δύσβατα μονοπάτια φυτρωμένα.

Η φύση δεν μάχεται, ούτε αντιμάχεται, μπορεί να νομίζεις ότι κερδίζεις τη μάχη κακέ μου, μα τον πόλεμο δεν τον χάνει. Και μόνο η κατσαρίδα που λένε μόνο να μείνει, η φύση και πάλι κερδισμένη θα ναι, το καταραμένο χέρι όμως και ο νούς; Ευχή μου και κατάρα μου, ποτέ μην γίνετε λίπασμά της.