9.12.08

Αγάπη, πάρε τα τζίν. Ξεκίνησε

Έκανε κρύο εκείνη τη μέρα και εμείς γυρνούσαμε από διακοπές.
Κατάκοποι ανεβαίναμε στην πολυκατοικία με χαμόγελα στεφανωμένοι, ενόσο το ασανσέρ κατέβαζε συνεχώς κόσμο από όλα τα διαμερίσματα και οι σκάλες θύμιζαν εκλογές ή επιστράτευση.
Τι έγινε; Ρώτησα έναν παππού
Ξεκίνησε, μου απάντησε και βιάστηκε να πάρει τα πόδια και το μαγκούρι του, η γριά του περίμενε στην εξώπορτα και ο κόσμος την έσπρωχνε προς το πλήθος.
Δεν ήταν καθημερινή, ούτε καμία γνωστή αργία, οι παρελάσεις και τα καρναβάλια είχαν περάσει προ πολλού και το συλλογικό ασυνείδητο πρόσταζε κάτι που εμάς δεν είχε προλάβει να ακουμπήσει.
Με το ξεκίνησε μας έζωσαν τα φίδια, λες; Μα οι συνθήκες είναι ώριμες; Και τίνος το πρόσταγμα να ακούσουμε; Να ανοίξουμε ραδιόφωνο να ενημερωθούμε ή να πάρουμε κανα γνωστό;
Όλα τα τηλέφωνα κομμένα, το δίκτυο ήταν απασχολημένο.
Δεν βγάλαμε τις στολές, πήραμε τα κράνη σους αγκώνες και κλείδωσα τη μηχανή στο γκαράζ.
Ρυάκια πολλά από κατηφορικά στενά έφτιαχναν ένα χείμαρρο που μέσα του χωθήκαμε κατευθυνόμενοι προς το κέντρο.
Τα πρόσωπα στεγνά, τραβηγμένα χαρακτηριστικά και λάμψη στα μάτια, από κεί ξεπήδαγε μια φλόγα που αντικαθρέφτιζε κάποιες το ίδιο αληθινές στο βάθος.
Η πόλις εάλω.
Αναποδογυρισμένα περιπολικά στο δρόμο και κρεμασμένες άσπρες μηχανές από τις κολώνες, να στάζουν τα ρεζερβουάρ σαν τους πασχαλινούς αμνούς
Δεν υπήρχαν ντουντούκες στο πλήθος και επικεφαλής, δεν υπήρχαν συνθήματα κεντρικά συνθήματα, παρά μόνο ένας διαρκώς αυξανόμενος βόμβος και σε κάθε ερώτηση η απάντηση ήταν μια,
Ξεκίνησε.
Αυτοκίνητα γίνονταν πολιορκητικοί κριοί σε βιτρίνες τραπεζών και τα στόματα των ATM που δέχονταν κάρτες για να ξεράσουν χρήματα, τώρα στρίγγλιζαν δαιμονισμένα καταπίνοντας τζίν, βενζίνη, κηροζίνη και λοιπά εύφλεκτα ρευστά.
Οι κάδοι προ πολλού είχαν παραδώσει τω πνεύματι και μόνο οι σιδερένιοι απόμεναν ολάνθιστοι με λευκόγκριζους καπνούς πάνω σε πυρωμένους κάλυκες.
Το κύμα είχε μια καταστροφική δύναμη που χτυπούσε οτιδήποτε διέθετε σημαία και εθνόσημο και όσοι έμπαιναν σε ιδιόκτητες επιχειρήσεις και καταστήματα για να διαγουμίσουν, γνώριζαν πρωτοφανείς τιμωρητικές συμμορφώσεις από τους υπολοίπους αγνώστους, σε καθεστώς άμεσης δημοκρατίας, με λαικούς δικαστές και τιμωρούς.
Μέσα στην κατάφωτη από τις φλόγες πόλη που ετοιμαζόταν να γιορτάσει τα χριστούγεννα, οι πολύχρωμες διακοσμήσεις που αναβόσβηναν φάνταζαν καρικατούρες, σαν επισήμο ένδυμα σε ρεήβ πάρτυ.
Η πνοή του ανέμου έφερνε ήχους συγκρούσεων, φωνές, εκρήξεις και δάκρυα, οι πιο παλιοί μας προέτρεψαν να έχουμε λεμόνι ή νεράτζι στο στόμα από τις πλαινές δεντροστοιχίες για να αντέχουμε στα δακρυγόνα.
Μια εξέγερση φάνταζε εν τη γενέση της, με αστικά όπλα ανα χείρας, κοντάρια από σκούπες, κουπώματα κάδων για ασπίδες, ξύλα, λοστούς και πέτρες από τα ατελείωτα εργοτάξια των ρημαγμένων από τα έργα πεζοδρόμων.
Κάθε κυκλοφορία αυτοκινήτου παραλυμένη, κάθε κάτοικος δεν έβγαινε να προασπίσει την περιουσία του ή του γείτονα, όσο την πληγωμένη αξιοπρέπειά του, οι τυφλοπόντικες έμεναν στο θαλάμι τους και οι αετοί ξυπνούσαν.
Άνθρωποι με κάμερες και καλώδια τρομοκρατούσαν για μια κατευθυνόμενη ξένη απειλή, άνθρωποι με κουκούλες και ασυρμάτους πυρπολούσαν και λεηλατούσαν ελεγχόμενα μέρη, ώστε στο επεκείμενο καλοσχεδιασμένο ντού να συλλαμβάνονταν μικρές ομάδες που τους ακολουθούσαν.
Η κοιλιά μας ήταν γεμάτη από το κουτόχορτο, τη μέρα υπάλληλοι και το βράδυ νεκροζώντανοι με μια ψευδαίσθηση ελευθερίας, ελεύθεροι μες στο μαντρί, μα απ έξω ο φόβος του λύκου ή του τσοπανόσκυλου ήταν ο ίδιος, για να μην σου πώ ότι ήταν το ίδιο πράγμα.
Ακούγονταν μηχανές και αναταραχές, είχαν κατέβει οι αγρότες, οργανώνονταν αυθόρμητα οδοστρώματα και οι δρόμοι σκάβονταν με τα υνιά από του πολίτες πλέον και όλα τα ξέφτια του οδοστρώματος όπλιζαν νεανικά και ροζιασμένα χέρια.
Απέναντι, στο μεγάλο κτήριο της πλατείας ήταν συνασπισμένες εκατοντάδες ασπίδες που γυάλιζαν και ηχούσαν υπό τους κρότους των κλόμπς, που και πού εκτοξεύονταν δακρυγόνα και τους απαντούσαν φωτοβολίδες και μολώτοφ.
Στο βουνό γύρω από την πόλη ανέβαιναν κονβόι τα αυτοκίνητα και σταματούσαν όλα στις κεραίες, έπεφταν σαν τους τερμίτες πάνω στα σύρματα, στους φράκτες, στα καλώδια, χιλιάδες νεαροί ξυλοκόποι ξάπλωναν ότι έβλεπαν σαν στις ταράτσες των πολυκατοικιών.
Σε κάποια πολυκαταστήματα ηλεκτρονικών σε γιγαντοοθόνες βλέπαμε κεφάλια σε κουκούλες να βανδαλίζουν, κάμερες με ελικόπτερο και από ορόφους γύρω από τα κομβικά σημεία που επαναλαμβάνονταν οι κλεφτοπόλεμοι χρόνια τώρα, σχεδόν παραδοσιακά.
Είδα να καίγονται τα λάβαρα της μικρής εκκλησίας στο κέντρο, κάποιοι μπήκαν μέσα σπάζοντας την εξώθυρα και γέμισαν την κολυμπήθρα με φωτιές, ο κόσμος σήμερα θα αναβαπτιζόταν, αλλά όχι με νερό.
Από χέρι σε χέρι περνούσαν τα σπρέυ και τα συνθήματα έφταναν μέχρι τα ταβάνια.
Στο βάθος οι συμπλοκές έφταναν σώμα με σώμα, οι μεν υποστήριζαν τους ποντικούς στο κάστρο και οι δε άναβαν το κεράκι της γιορτής , το λαμπιονοστολισμένο δέντρο, σαν τα καμένα της ντροπής.
Οι ανάσες γίνονταν πιο βαριές, οι παππούδες έσπαγαν με τα μαγκούρια τις τράπεζες με τα επιτόκια του βρόγχου, οι γιαγιάδες κατέβαζαν τα μαντήλια, τα δεναν κατάμουτρα και άφηναν τα μάτια απέναντι στις άφυλες μάσκες για όπλο.
Λουστήκαμε με νέφος, απαντήσαμε με πέτρες, έπιασαν μια κοπέλα και την τραβούσαν σαν σακκί και την κλωτσούσαν, εκείνοι μετά μαρτύρησαν από τα πόδια μας, δεν είχαμε στολές εμείς, πιο γρήγοροι, πιο ευκίνητοι, περισσότεροι και ανανεούμενοι.
Βγάζοντας μια μάσκα ενός είδα το πρόσωπο ενός φίλου απ΄το σχολείο, δεν ήταν καυλόμπατσος, δεν ξέρω κάν τι ήταν, πεσμένος, φτυσμένος, ένα χάλι ήταν , κράτησα λίγη αγανάκτηση και του κανα χώρο να φύγει.
οι κλούβες που έκλειναν τη λεωφόρο ανατράπηκαν και πάνω τους οι μικροί πάνθηρες φώναζαν στους απέναντι να κάνουν τόπο να περάσουν, το κτήριο έπρεπε να καεί, μιλούσαν για ένα μπουρδέλο, όλοι ξέραμε ποιο ήταν αυτό και ας μην είχαμε μπεί μέσα και είχε πάνω μας σχέση στενή, κάθε φορά που αποφάσιζε.
Οι καμπάνες άρχισαν να χτυπάν από μακριά, όχι χαρμόσυνα, ούτε λυπημένα, απλά βροντερά, αρχικά σκόρπια και αργότερα συντονισμένα, κάθε μισό λεπτό, σαν να μάζευαν δύναμη, σαν να έδινε ώθηση η οργή, όλες μαζί χτυπούσαν και ο ήχος μας πλάκωνε

Η κυβέρνηση επιστράτευσε το στρατό, τα κόμματα της αντιπολίτευσης ζητούσαν την παραίτησή της, εκείνη περίμενε ως ότου τα πράγματα έφτασαν στο απροχώρητο, ούτε τα όπλα, ούτε οι γενικοί συναγερμοί δεν πτοούσαν το εξαγριωμένο πλήθος.
Έπεσαν σφαίρες, πλαστικές και πραγματικές, γίνονταν συλλήψεις, μα πόσες στάλες να μαζέψεις όταν το ταβάνι σαν σουρωτήρι στάζει.
Οι πρεσβείες ζήτησαν όση βοήθεια μπορούσε το κράτος να προσφέρει και ύστερα-πλέον επίσημα- έπεσαν τα πρώτα τηλεφωνήματα με τις άνωθεν εντολές.
Χώρα σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, βοήθεια από έξω. Στόπ.
Ούτε ραδιόφωνα και τηλεοράσεις, σήμα μόνο δορυφορικό και οι λίγοι βολεμένοι έβλεπαν τη δαμόκλειο σπάθη να ταλαντούται πάνω από τα κεφάλια τους.
Δέκα νευραλγικά σημεία, ο δρόμος από το αεροδρόμιο, ο ισθμός, το τρένο, το φαράγγι, η σήραγγα και το ατμοηλεκτρικό εργοστάσιο με μερικά άλλα ήταν ικανά για να ξεσπάσει η μεγαλύτερη αναστάτωση από τη μεταπολίτευση και μετά.
Μέχρι εκείνη τη στιγμή μόνο οι δεν είχαν τα όπλα, μετά η κατάσταση ξέφυγε.
Οι πρωταίτιοι έφυγαν ή έφευγαν ή κρύβονταν ή κρέμονταν από το μπαλκόνι, τα μάτια διψούσαν για αίμα, η νέμεσις στον τόπο που γεννήθηκε ξεχάστηκε, μα δεν αποκοιμήθηκε, σε κάθε στέρνο μέσα παραφύλαγε και τη στιγμή εκείνη πήρε τα ηνία.
Ακόμα φορούσαμε τις στολές, η νύχτα εγκατέλειπε τη ρημαγμένη πόλη, που κατεδαφιζόταν υπό το άδειος των αποστημάτων που νοσούσε, δεν μιλούσαμε πλέον για την πόλη, η κάθε πόλη συνταρασσόταν από τους ίδιους εφιάλτες, τους ίδιους επίορκους και η αντιπαράθεση με το εθνόσημο γινόταν μόνο για να προστατευτούν υπό τα μπράτσα μπράβων οι πραγματικοί νονοί.
Θυμάμαι κάπου να χαθήκαμε, δεν άργησες να με βρεις, μέχρι που ήρθανε τα αεροπλάνα , γενναιόδωρα με όχι δώρα γεμάτα.


Να σαι καλά αλέξη
ελαφρύ το χώμα να ναι για σένα
βαρύ το χώμα που ποτίστηκε με αίμα για την δημοκρατια

26.11.08

θρησκεια ξανα...

σε εκανα εικονισμα όταν δεν το σκεφτηκα πολύ, παρα μόνο το ένιωσα. καθε βράδυ προσευχη να ξυπνήσεις δίπλα μου και ενα φιλι στα κρυφά , όταν δεν έβλεπες.
η θρησκεία λέν πως μοιάζει στην αγάπη, αχειροποίητες και οι δυό, δίχως απτά σημάδια, με μια πίστη για τυφλό οδηγό
αυτόκλητη απόστολος, μάζευα καθε μερα τους πιστους σου για προσκύνημα... την ψυχή, την καρδιά, το μυαλό, τα μάτια...
πολέμησα……αλλες μαχες κέρδισα και άλλες τις έχασα...
για να καταλάβω πως οι πιο αιματοβαμμένοι και μάταιοι πόλεμοι γίναν για μια θρησκεία.....

18.11.08

γειά και αντίο, λοιπόν

Ήμουν σε ένα καφέ, με απαλή μουσική και μαλακό φωτισμό, με μια σοκολάτα απέναντι που κρύωνε όσο έβλεπα το χέρι μου πυρετωδώς να γράφει, με πόναγε, όπως κάθε φορά που έπιανε την πένα να γράψει, έγραφε πάντα παραπάνω από τις αντοχές μου, από μόνο του, το ‘βλεπα, ήταν σαν να αποφάσιζε και να διάταζε, χωρίς να υπακούει κανένα , παρά ίσως σε κάποια εσωτερική υπαγόρευση που δεν γνώριζε από μετρονόμους, συντακτικό ή ορθογραφία, από χρόνο ή κατάλληλο περιβάλλον, από ορθοφωνία ή επιείκεια

Η κοπέλα που με σέρβιρε ήταν καινούρια στο μαγαζί, δεν την είχα ξαναδεί, με μάτια μεγάλα και βλέμμα ακόμα περιποιητικό, με πλησίασε διστακτικά ρωτώντας, μήπως δεν ήταν όλα καλά, μήπως να μου ‘φερνε κάτι άλλο, μα οι απαντήσεις δεν θα δίνονταν από το στόμα, την έβλεπα και έβλεπα το χέρι μου να της ζητά συγγνώμη, γιατί το κέντρο λόγου είχε μετακινηθεί στα δάχτυλα που είχαν αυτονομηθεί και τα σαγόνια ήταν σφαλιχτά κλεισμένα

Είδε την αδειοσύνη στο βλέμμα και αποτραβήχτηκε, πισωπατώντας, μέχρι που μια παλιότερη της είπε τους υπνογράφους μην ξυπνά και κείνη σε σιωπή αμέσως συνετάχθη.

Το ζευγαράκι πίσω μου έδινε όρκους και έπλεκε δάχτυλα, η θάλασσα στο βάθος έκαμε τα ιστία να χορεύουν, ο αέρας έξω ανέβαζε τους γιακάδες στους περαστικούς και μένα οι λέξεις πέφταν στο χαρτί βροχή κι όποτε σταματούσα ήταν για μια νέα αμπούλα μελάνι.

Σε σκόρπιες φράσεις και υποσέλιδα είπα ότι δεν είχε στην πραγματικότητα ειπωθεί, έβαλα λόγια στο στόμα τους και με ένα χέρι μουδιασμένο, σχεδόν απονεκρωμένο τελείωνα τις προτάσεις δίχως τελείες καθώς έφτανε η μεγάλη

Σε μερικές προτάσεις καιρό στερεώθηκε η φωνή μου, επέστρεψα στον κόσμο αυτό και ξαπλώθηκε σχεδόν λιπόθυμη η γραφίδα. Οι φλέβες κόχλαζαν και τα νεύρα δοκίμαζαν χιλιάδες εκκενώσεις σε κάθε τους χειραψία, τα κατάφεραν, ξαμολύθηκαν όλα στο χαρτί και απόμειναν ξαπλωμένα, αποκαμωμένα, με χαμόγελο.

Μια μεταχρονολογημένη ερώτηση για απάντηση ήχησε στο μαγαζί, σαν την άνοιξη, στους πάγους που λυώνουν, που αποκρυσταλλώνονται όλες για βοήθεια οι κραυγές ή σαν αντίλαλος που άργησε να γυρίσει,

-Τη σοκολάτα εννοούσατε ή τη ζωή μου; μα που να καταλάβει, εδώ εμένα μου πήρε τόσα χρόνια. Την καθησύχασα με μια κίνηση τακτοποίησης.

-Είστε καλά; κάποιος με ρώτησε
-Τώρα ναι
Σηκώθηκα να φύγω ,κάποιος μου φώναξε,

-Κύριε, τα χαρτιά σας
-Ευχαριστώ, αλλά τώρα έχω όλες τις απαντήσεις




Κάθησαν στο ίδιο ή σε διπλανά τραπέζια:
Τρελή, ψύχος, ηρακλής, ραλλού, χνούδι, σαλβαντορ, ρόδο, ναμπ, λεξ, mat,σκιες, motorcycleboy, μιστ, συγνεφιά, αλαφροίσκιωτος, αδαής,candyblue, τίποτα, πύργος, καπετάνισσα, μορφέας, πράξεις βίας, ξένος, βροχοποιός,kerasomallousa, ανθρακωρύχος, odada, sadcharlote, hdd345f, fragile, στέλλα, northella, aura, pandiony, genna, pixie, spy, koko, xrysfish, μόνα
λυπάμαι για όσους ξεχνώ

ωραία ήταν




Το βοριαδάκι έξω με φίλησε στο πρόσωπο και οι βροχοστάλες νότισαν το καφετί παλτό μου.

οι σκαπανείς βρήκαν στην άλλη φλούδα



προτελευταίο κείμενο από μένα




ξεκίνησα για μια βόλτα και πριν το καταλάβω χάθηκα ανάμεσα σε φυλλωσιές από αλφαδοτέσσερες, ψάχνοντας να βρώ το είδωλο ή τη σκιά μου
έγραψα πολλά, θέλοντας να πω περισσότερα, ας είναι, τίμια συναλλαγή, έδωσα κλειδωνιές για αντικλείδια


γράφοντας άδειαζα, μέχρι που ξεθύμανα, σαν να ‘τρεξε όλη μου η ανάγκη σε μελάνι και να μεταγγίστηκαν στα χαρτιά, αφήνοντας με ξέπνεο, σαν αποπυρετωμένο, λυμένο, δίχως θυμό, οργή και αίσθηση ενοχής, χωρίς λογικές συμψηφισμού, μα μόνο με την προσδοκία μιας ειλικρινούς συνέχειας


οι σκαπανείς μου μέσα μου δούλευαν νυχθημερόν, μέχρι που μια αξίνα χτύπησε φλούδα πλάτης και το φως τους ξένισε, όλα μέσα ήταν κατασκαμμένα γεμάτα καρβουνόσκονη, ήρθε το φώς και έπλυνε το σκοτάδι, ασβέστωσε τους τοίχους μου και έδωσα στους εργάτες άδεια αορίστου μετ’ αποδοχών


οι εμπειρίες κάρπισαν και μάζεψα τη γνώση για αντίβαρο, η βελόνα έπιασε κέντρο, δίχως πιστωτές και χρέη, νέος λογαριασμός


Ανταμώθηκα με περαστικούς και συνοδοιπόρους σ’ αυτή τη διαδρομή, φίλες και φίλους καλούς κι αγαπημένους, με ερωτισμό, δύναμη, φαντασία και οξύνοια στην πένα τους, συναισθηματικές, παραμυθάδικες, ευαίσθητες ειλικρινείς φωνές μα ανατρίχιασα σύγκορμος ακούγοντας τη μελιτλίμη και τον ψυχοπομπό να αλυχτάνε, καθείς τους εις τον βράχο του, λατρεύοντας ότι έγραψαν κι ακόμα περισσότερο, αν ήταν κάπου που θα θελα να ζω, θα ‘ταν στα όνειρα και στους εφιάλτες τους κι αν κάποτε χρειάζονταν σελίδες θα γύριζα ανάποδα τις δικές μου


όσοι τους ξέρουν, ας μιλούν σιγά, μην σταματήσουν το παραμιλητό τους και όσοι τους αγνοούν ας μην πυροβολούν προς το άπειρο και την άβυσσος γιατί οι φίλοι μου κει παίρνουν ανάσεςη διαδρομή με έβγαλε σε ξέφωτο όπου θα ντυθώ ξανά τη συνηθισμένη μου ζωή και η πένα θα αποκοιμηθεί, μέχρι τον επόμενο κατακλυσμό


γυρνώντας και διαβάζοντας απόψες, σχόλια, γνώμες, κάποτε σκόνταψα στη ματιά μιας θλιμμένης κεράς, που νόμισα δικιά μου, θα ‘ταν τα μάτια μου για μετά, τα μέσα και τα έξω, που αναθυμούμενη τα πρίν μιλούσε και για μένα και ήξερε πως η αναμνηση δεν είναι παρά ένα μοντάζ στιγμών με δίχως τίτλους τέλους

αν είχα πετόσχοινα, σε κάθε της ανάρτηση θα στηνα γεφυρολέξες, πως κι εγώ τουτο το σκέφτηκα και τούτο δα το ένιωσα, με τέτοια χρώματα κι εγώ, σαν νήπιο μπρος δασκάλου


ένα ακυβέρνητο σκαρί στα χέρια της στεριώνω, ελπίζοντας να την φέρει ο λογισμός στα χώματα τούτα που ‘μαι ταβερνιάρης, να κερνάω πιοτά τους νοικοκύρηδες που άφησαν τη βολή τους για να αναμετριούνται με τα στοιχειά της φύσης τους



η σταγόνα έπεσε και έγινε .











11.11.08





- Θέλησα να κάνω ανακατάταξη στη ζωή μου και να τη συγυρίσω. Πέταξα ότι δεν σε αφορούσε


- Αν είναι να τα χαλάσουμε, μπορώ να κρατήσω το μισό μου ανέπαφο;


- Με διάλεξες, με άνοιξες, με σάλιωσες, με διάβασες και μ’ αφησες αδιάβαστο. Μην σε πειράξει που δεν θα με ξαναβρείς στο ίδιο κεφάλαιο


- Αν σε σκέφτομαι; Ναι, που και που ξεχνιέμαι και κάτι άλλο περνάει απ΄το μυαλό μου


- Ζευγαράκια χώνονται κάτω από τη μικρή τους ομπρέλλα και η δική μου διπλή χάσκει άδεια με μένα από κάτω. Δεν σας την δανείζω, τυχεροί εσείς κι ας κοιτάτε έτσι, που ακόμα και τα καθημερινά πιο κοντά σας φέρνουν


- Μόλις τελειώνω απ τη δουλειά πίνω στο λιμάνι ένα καφέ κοιτάζοντας τα πλοία , μα πάντοτε επιστρέφω


- Και που δεν χτυπάω σαν καμπάνα, μη νομίσεις πως δεν σε σκέφτομαι χαρούμενα ή λυπητερα


- Δεν τέλειωσε το μελάνι, μα τα λόγια, δεν τέλειωσε η αγάπη, μα η αντοχή






6.11.08

2 μειον 1




δύσκολα μαθηματικά είναι να αφαιρείς από το δύο ένα και να μένει μόνο ένα,


το άλλο ούτε καν κρατούμενο,


ούτε καν ζητούμενο,


ούτε καν δεδομένο,


ένα σχεδόν μηδέν

4.11.08

ήταν ποτέ άραγες η μοναξιά αφηρημένη έννοια;

3.11.08

Πότε θα σταματήσεις να μην με ψάχνεις;




· Μια αντανάκλαση σου στο παράθυρο ακόμα δεν λέει να μαζέψει τα πράγματά της και να φύγει

· Πως γίνεται και οι φωτογραφίες συνεχίζουν να μας δείχνουν ανελέητα μαζί;

· Δεν βρίσκαν άλλο γράμμα για άγνωστο στις εξισώσεις από το δικό σου; Οι άπειρες λύσεις του χ κάθε φορά εμπαίζουν την ούτε μια δική σου

· Αν μετρούσαν τον χρόνο αλλιώς, θα ζητούσα δυό πόντους παπουτσιών μαζί σου. Μια ολόκληρη ζωή και βάλε

· Τα χνάρια σου από το πτώμα μου θέλω να δείχνουν φεύγα

· Σαν τον παλαιοπώλη στους δρόμους γυρνώ και σε ψάχνω, μα δίχως να φωνάζω. Πόσο πιο πιά;

· Θες να παίξουμε οι δύο μας κρυφτό και αντί να τα φιλάω να σε φιλάω;

· Δεν μ’ έκαψε ο ήλιος, μα που δεν ήρθες

· Τόσο καιρό στα παρασκήνια. Πότε άραγε θα παίξω ζωή;

· Ούτε το τηλέφωνο του μπάνιου πλέον λειτουργεί

· Πότε θα σταματήσεις να μην με ψάχνεις;

· Τις πιο ωραίες μου γραφές, τα βράδια, τους φανταστικούς μου φίλους κερνώ και λέμε όλοι εβίβα

· Γράφε, γράφε έλεγε το χαρτί. Όσο εσύ θα πονάς, εγώ θα πίνω

· Συλλυπητήρια μου διναν οι φίλοι στο δρόμο. Τι έγινε; ρωτούσα. Δεν τα μαθες; Χάθηκες

· Ξέρω πολλές αλήθειες που έμειναν ημιτελείς σε τσαλακωμένα χαρτιά και κάδους αχρήστων, που άνευρα καθαρογραμμένα γλαφυρά ψέματα που τα αντικατέστησαν, σαν εκείνο το, εσύ τι κάνεις; το δικό σου και το καλά το δικό μου

· Είχε μια πένα που έγραφε για τότε, που την πότιζε μόνο κόκκινη μελάνη, σαν να γινότανε δέρμα το χαρτί και αυτή να χάραζε κατάσαρκα

· Πόσο δράμα για λίγη ευτυχία;

· Πόσο ακόμα να βαστάω τα χαλάσματά σου;

· Μη φοβάσαι, κάτω από το χώμα θα μπορείς να ονειρεύεσαι συνεχώς και να ζείς μές στα δικά μου. Δεν θα το ξεχνάω, δεν σε ξεχνάω

· Ποτέ μια ερώτηση δεν ήταν μια κι καμία δεν κράτησε ένα λεπτό, ούτε καν εκείνες που ήξερες από πρίν τις απαντήσεις

· Ν΄ άνθιζες εσύ κι ας ήταν με άλλο ποτιστήρι

· Στην μπανιέρα κάποιες τρίχες των μαλλιών σου αιτούνται να επιστρέψεις

· Σταματώ κατά μεσής του πεδίου βολής να θυμηθώ ποιος είμαι και προς τα πού να πολεμήσω

· Με μάτια ασπρόμαυρα βλέπω τον κόσμο πλέον, όχι ρετρώ, ούτε ωραιοποιημένο, μόνο τονικά διαβαθμισμένο, ψάχνοντας θέμα να εστιάσω

· Σαν να μην το κατάλαβα πως έγινε, μα κρεατώθηκε η απουσία σου και γίνηκε φίλη

· Πόσες μιλιές χωρούνε άραγες μέσα σ’ ένα μελάνι;

· Αν κάτι ορίζω ολότελα, είναι μια σκοτεινή κηλίδα μες στα μάτια σου, στο σχήμα της μορφής μου

· Κρύψε μαχαίρια μες στα λόγια και απεύθυνε μου το λόγο

· Να μου ζητάς βροχή, για να κρατώ το λάστιχο, να μου ζητάς τον ουρανό να δίνω σου τον καθρέφτη, ζήτα μου τον ηλιάτορα, να φλέγομαι για σένα

· Οι οδηγίες χρήσης το γράφουν ρητώς: να μην μεταμοσχευθεί αυτή η καρδιά σε ευσυγκίνητο

· Ξέρεις πόσα σουγιάσματα φτιάχνουνε ένα σώμα; Με πόσες σκαρπελιές σμιλεύονται τα άκρα; Με πόσες της ράσπας διαδρομές λειαίνεται το δέρμα; Με πόσες μικρές χαραγματιές δίνεις πνοή και ζήση; δεν ξέρω, δεν τις μέτρησα ένα μονάχα είδα, πώς κάθε μου προσπάθεια, πόσο πολύ σου μοιάζει


· Τόσα γράμματα και να μην σε φτάνουν για να πεις όσα θέλεις




· Μια ευχή; Να γίνω η υφασμάτινη κλωστή στης ζωής σου το βιβλίο. Πιάνει;

20.10.08

σώσε με

Σώσε με ακούστηκε μια φωνή καταμεσής του κόσμου. Σ’ άγριο ωκεανό με μανιασμένα κύματα πάλευε το ψιλόλιγνο πουλί για να πετάξει, μα κείνα το τραβούσαν στο βυθό, στο βέβαιο θάνατό του.
Θέλησε να δεί τα ψάρια κι ερωτεύτηκε τη χάρη και το κολυμπητό τους, μα σαν βρέχτηκαν τα φτερά του δεν μπόραγε να πετάξει και απέλπιδα έλεγε τούτες εδώ τις λέξες.
Σώσε με
Μάτια μεγάλα θαλασσινά, πιότερο του πελάγου και τέτοιο πόνο και σπαραγμό δεν είχε ξαναντικρύσει. Μικρό πουλί μεγάλο να τραβήξει δεν είναι γραμμένο ούτε στ’ αδύνατα, μα κάτι ήξερε από μια πτήση πως οι άνθρωποι πετάνε για λίγο με βατήρες, ρίχνεται μια και δυό μες στο νερό και ψάχνει να πιάσει πάτο.
Στη σκέψη της ξελεφτέρωσης του έρωτα πουλιού του, κάπου χαμογελά και ανοίγει του το ράμφος, χάνεται η ανάσα η επαρκής για να σωθεί και το ίδιο, μα το χαμόγελο δεν λεει να φύγει απ του πουλιού το ράμφος.
Βρίσκει το πρώτο πάτημα σταθερό και τα φτερά τινάζει, οι νεροστάλες χύνονται πίσω στη νερομάνα και έτοιμο το πουλί είναι λέφτερο να φύγει να πετάξει, μα σκύβει μια και δυό και βλέπει του δεύτερου το ανοιχτό το στόμα και τα κλειστά τα μάτια, αρπάζει το απ τα φτερά και παίρνει το κουβαλώντας, γλυτώνοντας τ΄αντιχαστούκισμα της αθαλασσοπνίχτρας και πάει το σε απόμερο, υπήνεμο μέρος να το φροντίσει.

Φτερά κλειστά, μάτια κλειστά, χωρίς παλμό το σώμα, στόμα ανοιχτό, λόγια γλυκά, μα αυτιά κλειστά για πάντα, στάζει του δάκρυ γλυκαλμυρό από βαθιά συγκίνη και βρίσκει το ξάπλα ακριβώς, κει στη γωνιά στα χείλη και μια ιχνάδα ζωής που πήγε να αναλάβει, σαν βλέπει το πρώτο πάνωθε, γιομίζει η καρδιά του, ξέχειλη απ τη συγκίνηση, σαν νάβρε την παραδείσος και αφήνεται στον πεθαμό από όνειρο πλανεμένο.
Κλείνει το πρώτο τα φτερά, κουρνιάζει πάνω στο άλλο κι αφού στη ζωή χωρίστηκαν, ενώνονται στο τέλος

για του ενός το σώσιμο δεν είναι και των δύο
και ο θάνατος και η παράδεισος ζούνε στον ίδιο κόσμο


η πτήση σας ματαιώθηκε, γιατί αγνοείται η τύχη του προορισμού.

θέλετε να συνεχίσετε;

αφού ξέρω πως έφυγες,
πως τα παπούτσια μου με βγάζουν στο παλιό σου σπίτι;

16.10.08

short stories


Εκείνη
που ήξερε να φεύγει όταν έλεγε Σ’ αγαπώ

όσο το κρυφτό ήταν το παιχνίδι της,
τόσο το κυνηγητό ήταν η ζωή του

13.10.08

μικρών αγγέλων αγγελίες


-Ζητείται προσοχή από αυτόχειρα ή αλλιώς ένοχος για αυτοκτονία

-Πωλείται αξόδευτος ελεύθερος χρόνος

-Χαρίζονται μισοκαμένα ρεσώ

-Ζητείται πρόσωπο για να φωλιάσει σε λαιμό

-Χαρίζονται τόμοι με άχρηστες πληροφορίες

-Ενοικιάζονται περισκόπια

-Ζητείται προσευχή από δοκιμαζόμενο πιστό

-Ενοικιάζονται πατερίτσες για κουρασμένους ξυλοπόδαρους

-Ζητείται φίλος για εκπλήξεις

-Κλειδαράς αναλαμβάνει την ευθύνη διαρρήξεων για διαφήμιση

-Ζητείται πρωτότυπο σενάριο για ερωτική ταινία

-Πωλείται σαμπουάν για μάτια που δεν κλαίνε

-Ζητείται δεύτερη ευκαιρία για λάθη

-Εγγαστρίμυθος αναζητά την προσωπικότητα που ξέχασε

-Ξωτικά ζητούν παραμυθένιο μέρος

-Στο γιουσουρούμ της κυριακής οι πρόσφυγες πουλούν την ιστορία τους

-Παιχνίδια και παιδικές εκπομπές αγοράζονται από ηλικιωμένους που προσπέρασαν την άγουρη νιότη

-Διανέμεται δωρεάν εργασιακός φόβος σε οικογενειακή συσκευασία

-Ζητείται προς άμεση πρόσληψη χορευτής της βροχής

-Παραδίδονται όπλα

-Ζητείται κουβάς για πηγάδι ευχών

-Πωλείται ημερολόγιο λόγω θανάτου

-Χαρίζεται πιάνο με ουρά σε αίθουσα μπαλέτου λόγω αρθριτικών

-Χειρόγραφα ζητούν παραλήπτη

-Πωλείται ζώνη αγνότητας λόγω εγκυμοσύνης

-Ενοικιάζονται παγκόσμιες ημέρες

-Καθηγητής ζητά σεβασμό

-Ζητείται κόλλα ελαστική για ταλαιπωρημένο κουμπαρά

-Δελφίνι προσφέρεται για εθελοντική αιχμαλωσία λόγω σύλληψης του ταιριού του

-Πωλείται προσάναμμα αναμνήσεων

-Σφαίρες ζητούν στόχο

-Πωλείται καταγραφικό ονείρων και βιντεοπροτζέκτορας οροφής

-Ζητούνται ανατριχίλες από έργα τέχνης

-Πωλούνται άξυστα μολύβια, ακόμα αναίμακτα

-Ζητείται ησυχία σε ηλιόλουστο παγκάκι για γαλήνιο ύπνο

-Παραδίδονται μαθήματα επιβίωσης σε πτώματα

-Ζητούνται νέες θεωρίες από ισχυρογνώμονα

-Πωλείται λυσάρι για μεγάλα ερωτηματικά

-Ζητείται παυσίπονο από δρυοκολάπτη

-Πωλούνται επιθέματα για αδιόρατες εκδορές

-Ζητείται από μαθητευόμενο μάγο χαμένο κορμί

-Φροντιστήριο ξένων γλωσσών παραδίδει μαθήματα κοαξίματος σε νεαρούς πρίγκηπες

-Ζητούνται περαστικοί για τυχαίες καλησπέρες

-Πωλούνται τελευταία κομμάτια από κουδούνι ήχου γόβας

-Ζητούνται αντιδραστικοί για αντιπαραθέσεις

-Πωλείται τυχερό κόσκινο από χρυσοθήρα

-Αστροναύτης αφιερώνει επιλογές τραγουδιών σε φαροφύλακα

-Ζητείται μπάρα ικανή να σηκώσει βαριά ποτά και μοναξιές

-Παραδίδονται βραβεία ευρεσιτεχνίας σε μικρά παραπτώματα
-Καταδικασμένος σε απαγχονισμό ζητά μανταλάκια

-Πωλείται χοληδόχος κύστη για μελανοδοχείο
-Κουνέλια χάθηκαν σε καθαριστήριο από κοστούμι ταχυδακτυλουργού

-Ζητείται ισοκατανεμητής προσοχής από εσωστρεφή

-Πωλούνται ρολόγια με αντίστροφη μέτρηση για όσους διατηρούν ακόμα ελπίδες

-Ζητείται επιδέξιος δήμιος, οι μελλοθάνατοι παρακαλούν

-Σελήνη ζητά τροπική καταιγίδα

-Πωλούνται βατήρες για γκρεμνούς με βράχια

-Λυχνάρι ζητά να το αφήσουν ήσυχο

-Ακαλλιέργητες εκτάσεις λένε πως κρύβουν θησαυρούς

-Σκορπιός ζητά φίλη δι’ αλληλογραφίας

-Δίδονται προς αντιπαροχή γεμάτες σελίδες αντί λευκών, από απελπισμένο

-Ζητείται επειγόντως απόσυρση ευχής

-Πωλούνται καλοκαιρινά φουλάρια για ρουφηγμένους λαιμούς
-Μαριονέτες ζητούν παράταση ζωής

-Παραδίδονται μαθήματα υποκριτικής από πρώην εραστή

-Ζητούνται μπουκάλια και γραφική ύλη από ναυαγό

-Υδρατμοί ζητούν παρέα και κατάλληλες συνθήκες για συμπύκνωση

-Πωλείται γράσσο για σιδερένια κρεβάτια και γλάσσο για σώματα

-Αμοιβαία μετάθεση ζητά φάντασμα από πύργο σε ναυάγιο για αλλαγή παραστάσεων

-Ανταλλάσσονται χρώματα με το μπλέ του κοβαλτίου από φυλακισμένους για ουράνια κελιά

-Ζητούνται κοφτερά δόντια για κομπιασμένη καρωτίδα

-Ανακυκλώστε τα μελαγχολικά έργα, η τέχνη διαθέτει ήδη αρκετά

-Ζητούνται ζεστά πόδια παντός καιρού

-Παραδίδονται μαθήματα κυνικότητας από κατεστραμμένο
-Ζητείται χαμόγελο σαν εκείνης

10.10.08

μικρές αγγελίες





-Ζητείται θάρρος για χαριστική βολή

-Χαρίζεται φαντασία για τελευταίες επιθυμίες

-Ζητούνται ευαισθησίες για ανταλλαγή

-Πωλείται ποδήλατο που έχει κάνει φανταστικές βόλτες κι ένα παιδικό με χαρτόνι στις ακτίνες

-Χαρίζεται το νυχτολούλουδο της σε γλάστρα χωρίς τις αναμνήσεις

-Ζητείται σαμιαμίδι για συγκατοίκηση σε δώμα. Τροφή και κρυψώνα εξασφαλισμένες.

-Πωλείται στόκος για τραυματισμένους μαυροπίνακες, μιας και η γραφή χαράζει

-Πωλείται ξύλινο κρεβάτι για καυσόξυλα

-Ζητείται νέα ταυτότητα, με ίδια βιομετρικά χαρακτηριστικά.

-Ζητούνται δοκιμασμένοι φακοί επαφής που έχουν δει ευτυχισμένες προσωπικές στιγμές

-Χαρίζεται φωτογραφική μηχανή σε γνήσιο μοναχικό. Παρακαλώ, μόνο σοβαρές προτάσεις

-Ζητείται συνοδηγός μέχρι το ακρωτήρι της καλής ελπίδας. Άμα τη αφίξη θα του παραδοθούν τα κλειδιά

-Κήπος ζητά να προσλάβει κηπουρό για φροντίδα, η παραγωγή χάρισμά του. Απαραίτητα θα πρέπει να γνωρίζει από κλάδεμα ανανέωσης

-Χαρίζεται τάφος δίπλα σε μοναχικό κύριο για μεταθανάτια παρέα

-Ζητείται παραμυθάς για τηλεφωνικό νανούρισμα, γνωρίζοντας επικίνδυνες ιστορίες με ανώδυνο τέλος

-Πωλείται άθικτη τραπεζαρία λόγω αντικοινωνικότητας

-Αναζητούνται χαμένες ελπίδες

-Πωλείται βωμός λόγω έκπτωσης θεας

-Ζητούνται νέοι ηθοποιοί για ρόλο φίλων και ηλικιωμένος για πατρική φιγούρα και εξιλέωση

-Χαρίζονται κενοί φάκελοι αλληλογραφίας με τα γραμματόσημα κομπλέ

-Κουτάβι ζητά να του χαρίσουν αγάπη

-Ψάρια συντριβανιού παρακαλούν ερωτευμένους και απελπισμένους να δίνουν τα κέρματα στους γύρω επαίτες γιατί τρομάζουν

-Κλόουν ζητά λιοντάρι με πλήρη οδοντοστοιχία για χορταστικό θέαμα

-Προσφέρονται δωρεάν μαθήματα ευγένειας σε κακότροπες δεσποινίδες

-Πωλούνται τρίφυλλα τριφύλλια σε άτολμους ερωτευμένους

-Αγοράζονται όσο όσο τρυφερές ιστορίες

-Αναζητείται τρυφηλός σβέρκος για τεκμηρίωση εξουσίας

-Ζητούνται τέστ και λύσεις ερωτικών θεμάτων από την δεκαετία του 90 και μετά

-Πωλούνται λόγια βέλη για σίγουρα αποτελέσματα

-Παραδίδονται κατ’ οίκον μαθήματα εγκατάλειψης

-Πωλείται τραπέζι για ένα άτομο και μια καρέκλα, γιατί βρέθηκε ταίρι

-Χαρίζεται σετ μαχαιροπίρουνων, καρφωμένα σε πραγματική πλάτη

-Χαρίζεται καθρέφτης με φωτογραφική μνήμη

-Πωλείται κλουβί, λόγω απόδρασης

-Παραδίδονται μαθήματα αυτοκαταστροφής σε καταθλιπτικούς, στην ταβέρνα το απόγιωμα. Ο τελευταίος όρθιος πληρώνει το λογαριασμό

-Ζητείται λησμονοβοτάνι

-Ζητείται διαμέρισμα στην οδό, απέναντι από τον αριθμό, με θέα στον απέναντι όροφο

-Ζητείται μοντέρ στιγμών

-Αγοράζονται χρησιμοποιημένα φλιτζάνια από απεγνωσμένο συγγραφέα. Ο καφές διανέμεται δωρεάν

-Αγοράζω κούπες της με το αποτύπωμα των χειλιών

-Δίδεται δι αντιπαροχή δίσκος βινύλιο σε κατάσταση προχωρημένης φθοράς κολλημένος με τη βελόνα σε λειτουργικό πικάπ. Το τελευταίο χαρίζεται ως άνευ αξίας

2.10.08


να τρέχεις
και ποτέ να μην φτάνεις

1.10.08

ένα καρρέ

Ένα ξεχασμένο φίλμ

Τίποτα δεν θα ξαναεμφανιζόταν, τίποτα δεν θα ξαναστερεωνόταν.



Άλλη μια ερωτική ιστορία, βάλε εσύ τα ονόματα, να βάλω εγώ τις πράξεις. Ξέρεις από έρωτες; Δεν είσαι σίγουρος; Έχεις πάει σε κρεοπωλείο; Έχεις δεί πως ξετομαριάζουν το κοτόπουλο; Του κόβουν τα πόδια, μετά το λαιμό, του ανοίγουν με μια την κοιλιά, του βγάζουν τα εντόσθια, στις κνήμες κυκλώνουν το δέρμα και το τραβάνε από το σβέρκο. Αυτό είναι το ξετομάριασμα και κάπως έτσι μοιάζει η απώλεια του έρωτα. Σε σόκαρα; Δεν τρέχει τίποτα, έχεις καιρό μπροστά σου να το νιώσεις και να το αισθανθείς στο πετσί σου καλύτερα.

Στάση μικρή, δεν είναι ο έρωτας αυτός, αν ήταν να ακριβολογήσω θα έλεγα πως έρωτας είναι το τατουάζ, κάτι που δεν έχεις και θέλεις να στιγματιστείς από αυτό, είναι μια παραπάνω τρύπα στα σωθικά σου όπως οι τόσες στα αυτιά και στο σώμα σου, μόνο που οι πληγές και οι τρύπες αργούν περισσότερο να κλείσουν, αν κλείσουν ποτέ.

Συνέχεια, είναι αυτός και αυτή, μπορεί να είναι αυτός κι αυτός ή αυτή κι εκείνη, λίγο μας απασχολεί, ο έρωτας είναι μια υπόθεση ανθρώπων που νιώθουν άνθρωποι, έτοιμοι, ζωντανοί, άνθρωποι κουτσοί από ανάγκες, να πάρουν να δώσουν, μαζί να πορευτούν, γιατί αλλιώς περπατάς δίχως σκοπό μπροστά, χωρίς ποτέ να φτάνεις.

Στάση μεγάλη, συνάντηση, αναγνώριση, ραντεβού, προσέγγιση, φλέρτ, σύγκριση και αναγωγή, σέξ, γνωριμία, σεξ, γνωριμία, εξέταση παραμυθιού, σεξ με έρωτα, έρωτα, καθημερινότητα, διαφωνίες και συμφιλιώσεις, έρωτας και γνωριμία, εξέταση παραμυθιού και ταξινόμηση, εσωτερικές διεργασίες, βόλτες, παρέες, δουλειά και σπίτι, έρωτας και σέξ, διέξοδοι, dvd, σεξ και διαφωνίες, εγωισμοί, μεγάλης έντασης και μικρής διάρκειας χωρισμοί, επανασυνδέσεις μετά αφανών απιστιών, μικρά ψέματα, αχόρταγες ανάγκες, μοναξιές και έλλειψη επικοινωνίας, συνέχεια νεύρα και τηλέφωνα, διακοπές, σεξ, όχι σεξ, σχεδόν οριστικός χωρισμός.

Κενό μικρό, οι φίλες της, οι φίλες σου, γνωστές και άγνωστες παρελάσεις από το κρεβάτι, γέλια με επιφύλαξη, μεγάλη τρύπα στον εγωισμό, ο χρόνος παίζει περίεργα παιχνίδια, τη σκέφτεται, μπορεί να τη συγχωρέσει για τα λάθη του, τον θέλει μα δεν μπορεί μια ζωή να παίζει τη μάνα και την ερωμένη, σβήνουν τηλέφωνα, αν και τα περιμένουν να χτυπήσουν.

Κενό μεγάλο στο κρεβάτι, οι επιδόσεις πέφτουν στη δουλειά και το σπίτι χάνει την αίγλη του, οι φίλοι σε γνωρίζουν με ξοφλημένες περιπτώσεις ή τόσο καλές που είσαι εσύ για κείνες καμένο χαρτί, τα μπάρ κλείνουν νωρίτερα από την ικανότητά σου να βρίσκεις θύματα αμάχους που θα δοκιμάσουν την πολεμική οργή σου.

Τα τηλέφωνα στο καρνέ εξαντλημένα, η σανίδα σωτηρίας άφαντη από το οπτικό πεδίο, οι λιγοστοί φίλοι λένε πως αντέχει, πως δεν πολυγυρνά, πως κάποια στιγμή ήταν με κάποιο πρόσωπο αλλά δεν ξέρουν αν ήταν να κρατήσει, μερικοί είναι πρόθυμοι να παίξουν το ρόλο του πληροφοριοδότη, ενώ κάποιοι προσπερνούν.

Σε κάποιο πάρτυ, σε μια συνάντηση, κάπου για ένα καφέ, θα ξαναβρεθούν. Θα ζυγίσουν αντοχές δική τους και του άλλου, θα πουν πολύ λιγότερα από αυτά που θέλουν, πάντα φορώντας την πανοπλία της σιγουριάς, θα ευχηθούν καλή συνέχεια και τύχη στη ζωή και θα φορούν εκκωφαντικά χαμόγελα, πυροτεχνήματα που το βράδυ στο σπίτι του καθενός θα μαραθούν από τσιγάρα και αλκοόλ, θα διαολίσουν την δειλία τους και θα περιμένουν μια δεύτερη ευκαιρία από τη θεά τύχη.

Δεν θα αργήσει να χτυπήσει το τηλέφωνο, από την κάμψη των αντοχών του ενός, για κάποια λάφυρα αντικείμενα που ξέμειναν κατά την ανταλλαγή πληθυσμών, θυροτηλέφωνο, ασανσέρ, κουδούνι, αυτά για εκείνα, ένα κάτσε πιο επιθυμητό κι από ανάσταση, ένα ποτήρι νερό, χαμηλωμένα βλέμματα που πέφτουν πάνω σε οικίες κάλτσες και σε ένα καλοστρωμένο κρεβάτι, ύβρη στις τόσες σπονδές στον θεό του πάθους, τα μάτια να εξερευνούν ρήγματα και να ανιχνεύουν διαθέσεις, το νερό να γίνεται κρασί και το άγγιγμα μαγνητισμός, χωρίς πρέπει, χωρίς μη, χωρίς πισινές, εκσπερματώσεις και εκρήξεις αδρεναλίνης, δύο σώματα κουβαριασμένα μέσα σε αλλότριες μα τόσο γνωστές αγκαλιές, ύπνος, ο πιο χορταστικός των τελευταίων μηνών.

Φώτα πορείας μεγάλα, οι διαρκές αποδείξεις κουράζουν και οι διαβεβαιώσεις εγείρουν υποψίες, το παραμύθι είναι εκεί έτοιμο να ζωντανέψει, ο καθένας ντύνεται το ρόλο του, επιστρατεύονται προβιές και άθλοι, μόνο που ο έρωτας ποτέ δεν παίζει στο γήπεδό του, αν δεν είναι αουτσάιντερ, πώς να χει τη βοήθεια του κοινού; η υπερπροσπάθεια φαντάζει κάλπικη, σαν προέκταση εγωισμού και οι μοναξιές και οι μελαγχολίες επανέρχονται στο θρόνο τους, χωρίς σφετεριστές και πραξικοπηματίες.

Φωτογράφος αυτός και αυτή μοντέλο, πώς να μην φανεί το ψέμα τους μέσα από το γυάλινο μάτι, η αγκαλιά του γίνεται μεγαλύτερη και η πίστη του μικραίνει, το σώμα του μοιράζεται σαν αντίδωρο και κάθε μέρα βουλιάζει σε ένα βούρκο που θέλησε να κολυμπήσει ελπίζοντας να βγεί.

Το έργο δεν κρατάει επί μακρόν, τηλέφωνο από τη δουλειά, έγινε κάποιο ατύχημα, σε μια ανάβαση, ντύνεται και φεύγει βολίδα, μια κοπέλα μένει μόνη της στο ξενοδοχείο με κάποια όνειρα εξαργυρωμένα για καριέρα στα τέσσερα, είναι πιο μακριά από όσο νομίζει, δεν θα προλάβει να φτάσει, ο δρόμος γλυστράει και το φως δεν έχει ακόμα πέσει για τα καλά, ένα φρενήρες κυνηγητό του εαυτού και της σκιάς του από τα φώτα των πίσω, ενώ μια ζωή τον προσπερνάει γι’ αλλού, φτάνει για να δεί πρησμένα από το κλάμα μάτια και πεσμένους ώμους.

Μια πνοή του ανέμου, ένας κακός υπολογισμός, ένα σαθρό πιάσιμο και μια πτώση πτήση από ψηλά, τέσσερεις, μαύρα, γυαλιά, μάτια, μάτια, μάτια, μάτια, στεφάνια και λουλούδια, ξύλο στο χώμα φυτεμένο, αποχή απ τη ζωή, συντρίμι, ρημάδι, μια καρβουνιασμένη ψυχή, ούτε αλκοόλ ούτε χασίς, μόνο μια ουτοπική σωτήρια λοβοτομή, έρμαιο του παρατημένου εκδικητικού εαυτού του.

Κάποιος συνέρχεται από την πληγή αρκεί να μην την κουβαλάει μέσα του, ο πόνος επιμερίζεται αν μοιράζεται και κείνος κράτησε όλο τον πόνο δικό του, λόγω ενοχής, λόγω προηγούμενου ανέντιμου βίου, λόγω όλων εκείνων των σουβλερών ματιών που τίποτα δεν έλεγαν μα τα λεγαν όλα.

Χέρια παράλυτα, στο πλάι ακουμπισμένα, φάρμακα, ζωή αποχαυνωμένη μέσα σε αντικαταθλιπτικά και ηρεμιστικά, κατάντησε ο λιγότερο επικίνδυνος για τον ίδιο, όνειρα δίχως βράδυ, αιμοσταγές λευκό, εμετική προστασία, καταπιεστική φροντίδα και ένας χρόνος χωρίς ρολόγια.

Οργή ανεκδήλωτη, απρόσωπη, αντανακλαστική σφιχτοδεμένη πίσω από κοιμισμένους νευρώνες και τένοντες, ένα ελατήριο ισόρροπο φαινομενικά, μα κοντά στο όριο θραύσης του, ο βράχος που βλέπει τη σταγόνα να έχει παρεισφρήσει στη σχιμάδα του ενώ επέρχεται χειμώνας, το μεσοδιάστημα ανάμεσα στη λάμψη και την βροντή της κάνης από το βάθος απέναντί σου, μέχρι το κάψιμο στο στήθος.

Ορθοστάτησε κάποια στιγμή, όλο το υποστηρικτικό σύστημα οικογένεια και φίλοι τον πλαισίωσαν, μα αυτό που του έλειπε για να ισορροπήσει ήταν η δουλειά. Εργασιοθεραπεία, χιλιάδες καρρέ, τρομαχτικά γυμνά, βαριά ατμοσφαιρικές συνθέσεις, παράλογες απαιτήσεις, ξανάγινε ονομαστός καλλιτέχνης, απρόσιτος, απολίτιστος, κουβαλώντας ένα κακό κάρμα, μια μυρωδιά που πάγωνε τις συζητήσεις όπου διερχόταν.

Δεν τραβούσε κλίκ, ήταν σαν να όπλιζε και να πυροβολούσε τα μοντέλα του, ήταν σαν να τα εκδικιόταν, αυτές όσο τρόμαζαν τόσο υποτάσσονταν, πειθήνιες κούκλες στις αιρετικές συνθέσεις του, βλάσφημες και αρτιστίκ σαν νέο ρεύμα.

Όλο το σπίτι του τυπωμένο από φωτογραφίες της, σε κάθε τοίχο, σε κάθε της στιγμή, μια κοπέλα τόσο δυνατή και όμορφη όσο άλλο τόσο εύθραυστη, το ναρκωτικό και το αφιόνι του, ένας μαραθωνοδρόμος σε μονόδρομο στάδιο, να στήνει και να πηδά εμπόδια τρέχοντας συνεχώς, χωρίς θεατές και άλλους κριτές από τον ίδιο, τον χειρότερο.

Όσος καιρός και αν έχει περάσει, αν δεν απαντηθούν τα ερωτηματικά, ο άνθρωπος δεν λύνεται, παραμένει εκεί και ξαναμασά το λάστιχο σαν τσίχλα ελπίζοντας κάποτε να μαλακώσει, μα του κάκου, στο τέλος μένει να το κάνει αυτό από συνήθεια, όχι ψάχνοντας για λύση, απλά για κάτι που τον προσδιορίζει.

Μια μηχανή αχρησιμοποίητη από τότε, η αγαπημένη της, η από τον λαιμό περασμένη ακόμα και τότε έστεκε στο κιβούρι με τα υπόλοιπα πράγματά της να του χαρίζει εξαίσιους εφιάλτες το βράδυ και υπέροχες νευρώσεις όποτε το μάτι σκόνταφτε πάνω της, άσχημα χτυπημένη, να του θυμίζει το θέαμα που αντίκρισαν οι διασώστες σαν την βρήκαν, ότι μπόρεσαν να περιγράψουν όταν επίμονα αργότερα τους ρωτούσε με μάτια κομμάτια, τρέλα γεμάτα και αγκάθινα στο λαιμό καρφιά, προφέροντας τις δύσκολες λέξεις.

Δεν είχε κατορθώσει να απλώσει πάνω της χέρι, ήξερε τα όριά του και αυτό θα ήταν μέχρι τότε πάνω από τις δυνάμεις του, περίμενε όσο καιρό το πειραγμένο του μυαλό τον εσυμβούλεψε και τώρα ήθελε να λυτρωθεί, επιτέλους να κοιμηθεί.

Ένδειξη καρρέ 1, η μηχανή όπλισε τη δεύτερη κανονικά, όλο το φίλμ το τράβηξε εν ριπή οφθαλμού, σε κάθε γωνιά του σπιτιού, σε κάθε τοίχο με τη φωτογραφία της, η ραχοκοκκαλιά του είχε γίνει σαν του αχινού τις ορθωτές βελόνες και μια ανησυχία είχε πανικοβάλει την σταθερή ανάσα του.

Κλεισμένος στο σκοτάδι ανάδευε τον κύλινδρο με τη μοναδική του άγνωστη στάση, ελπίζοντας να έχει μη λησμονηθεί η λανθάνουσα εκείνη εικόνα αν ήταν όντως και όχι η πρώτη καμένη δοκιμή ως συνήθως.

Χωρίς να προλάβει η κελουλόζη να στεγνώσει, χωρίς κοντάκτ, ο δαίμονας τον έσπρωξε στην πρώτη στάση του καρρέ, την όπλισε τον μεγεθυντήρα και περίμενε το ακτινοβολημένο χαρτί να αρχίσει να παίρνει μορφή. Στο λειψό κόκκινο το φώς του εμφανιστή άρχισε να σχηματίζεται μια εικόνα της, η πρώτη και η τελευταία της πτήσης.

Ουρλιαχτά και πανικός να βγεί από το μικρό σκοτεινό δωμάτιο, οι λεκάνες αναποδογύρισαν πάνω του, το διαβρωτικό υλικό του έκαψε τα μάτια και στο στήθος κράτησε το αστερέωτο χαρτί, ένα φάντασμα που με το φώς της πόρτας έγινε γκρί και μαύρισε, του κάκου, δεν θα ξανάβλεπε ποτέ άλλη εικόνα, την μόνη που ζήταγε, την πήρε μια ματιά και την κράτησε για πάντα μέσα του ολοζώντανη νεκρή.




30.9.08

Εσύ τα φύλαξες, μα εγώ χάθηκα



Εσύ τα φύλαξες, μα εγώ χάθηκα

Ξαναβρεθήκαμε 10 χρόνια μετά, γνωστά μάτια σε αλλαγμένα πρόσωπα, αμηχανία και διστακτικότητα, καταχωνιασμένες μνήμες σαν αγαπημένα ρούχα παιδικά και καθημερινά βιβλία του τότε, η συνάντηση των αποφοίτων του σχολείου.

Μαζί από παιδιά, τότε που παίζαμε ακόμα όλοι με όλους, οι ποδιές είχαν δώσει τη θέση τους σε φουστάνια κοντά, μακριά, κοντομάνικα και καλοκαιρινά σακκάκια, ατημέλητα μαλλιά και σκουλαρίκια σε αυτιά και μύτες.

Έξω από το μαγαζί μηχανές και αυτοκίνητα και μέσα του καθενός το επάγγελμα, τι κάνεις; Με τι ασχολείσαι; Στρατό πήγες; Παντρεύτηκες; Παιδιά; Πόσα; Να σου ζήσουν.

Αυτή μας μάζεψε, προσπάθησε να φέρει και δασκάλους, ήρθαν λίγοι, θυμούνταν τα ζιζάνια και τους πρώτους μονάχα, κάτι σαν νομοτέλεια, οι μέσοι περνούν απαρατήρητοι.

Κάποιοι απόχτησαν λάμψη με τα χρόνια, άφησαν την δύσκολη εφηβεία πίσω τους και όπλισαν με γέλιο και δύναμη τον εαυτό τους, ενώ κάποιων το άστρο έσβησε νωρίς σε μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια.

Καθόταν και μας κοίταζε, σαν το κορίτσι που χαίρεται τις κούκλες της σε παράταξη, μας κάλεσε προσωπικά, έκανε 2 μήνες να μαζέψει τα τηλέφωνα και τις διευθύνσεις όλων, αν τους καλέσει μια και δυό, να επιμείνει έως απογοητεύσεως και να βρεθούμε όλοι σε ένα παραθαλάσσιο ταβερνάκι, με λεφτά δικά μας στις τσέπες μας και όχι με χαρτζιλίκι για κουλούρι και γαριδάκια.

Ο καιρός παίζει περίεργα παιχνίδια, όταν είσαι μικρός περνάει βασανιστικά γρήγορα μέχρι να μεγαλώσεις, μα από κεί και μετά όσο και να τρέχεις δεν θα τον κεφαλώσεις ποτέ.

Η νυχτιά είχε μια γλυκύτητα και ένα αεράκι ενθουσιασμού μετά την πρώτη εντύπωση, όλοι φιλήθηκαν με όλους, οι γνωστοί ξαναβρέθηκαν με τους παλιούς τους κολλητούς και οι κοπέλες έκαναν τα πηγαδάκια τους με νέους όρους, που τους κέρδισαν τα χρόνια της απουσίας της μιας από τη ζωή της άλλης.

Άρχισαν να έρχονται τα πιάτα με τα ορεκτικά και οι τελευταίοι κατέφθαναν για να αντικρύσουν μια παρέα ανθρώπων που έδεσαν σε μια άλλη εποχή και τώρα γιόρταζαν το ότι δεν θα ξαναντάμωναν ποτέ πάλι μαζί. Το σήμερα όμως κάθε φορά είχε σημασία και σήμερα ήταν όλοι ή σχεδόν όλοι μαζί.

Η δασκάλα που μας μεγάλωσε, που μας πήρε από την πρώτη για να μας φτάσει στην έκτη τάξη του δημοτικού δεν ήταν εκεί, η καρδιά της δεν θα το άντεχε, ποιος ξέρει, ούτε κι εμείς, πολλά δάκρυα ανυπόκριτα κύλησαν εκείνη τη νύχτα και πολλά περισσότερα τα κατάπιαν τα βλέφαρα πριν αναβλύσουν, μαζί με λυγμούς από αδικαιολόγητα λόγια και πράξεις, που σαν αναγούλες έκαναν απροσδόκητα την εμφάνισή τους αφήνοντας μια ξυνίλα και ένα κάψιμο στον ουρανίσκο.

Δυό οι απουσίες, ένας που τώρα θα ήταν ολόκληρο παλικάρι, μα χάθηκε παιδί και μια κοπελιά μέσα στα δωμάτια της κατάθλιψης και των φαρμάκων, δεν ήθελε και δεν έπρεπε να δεί κανέναν από τα παλιά

Τρώγοντας ήρθε η όρεξη και μιλώντας ανασύραμε ευχάριστες για τους περισσότερους παιδικές μνήμες, για τους περισσότερους, γιατί κάποιοι ήταν ο βατήρας που πάνω του πατούσαν οι άλλοι για να πετάξουν, να αστειευτούν και να διαφοροποιηθούν από δαύτον, που μια χαρά τα πήγε, συνεργείο, ήταν καλός είπαν όσοι τον ήξεραν.

Κάθισα δίπλα της, χαμογελούσε παρατηρώντας όλη την ώρα, δεν έβαζε μπουκιά στο στόμα, έπινε ένα ποτήρι κόκκινο κρασί και ήταν μια εδώ και μια εκεί. Σταμάτησα να τρώω, λες να;

Ο καθένας μίλησε στους άλλους λίγο για τη ζωή του, με τη σειρά όπως καθόμασταν, για τα σχέδια για το μέλλον και για το πόσο χάρηκε με τούτη τη συνάντηση, γέλια, συγκίνηση, ζεστή ατμόσφαιρα.

Μίλησα κι εγώ, στα γρήγορα, περίμενα τη σειρά της. Κάτι άρχισε να κλωτσάει μέσα μου, κάτι άρχισε σαν αδιαθεσία, σαν ενόχληση, ένιωθα δυσφορία.

Μίλησε για τη ζωή της, για τον πατέρα που έχασε, για τις θυσίες να μπεί στο εθνικό και μετά σε κάποια δραματική σχολή, είπε για κάποιες ταινίες άγνωστες που είχε πάρει μέρος ως κομπάρσος και ένα σποτάκι σε τοπικό κανάλι, για μια ποιητική συλλογή που ετοίμαζε και τέλος;

Το τέλος δεν το πε, ανέσυρε από την τσάντα της ένα ντοσιέ και τον έδωσε ανοιχτό στον διπλανό της, που έπαιρνε ο καθένας από μια σελίδα που τον έστελνε σε ένα ταξίδι χρόνων πίσω. Κρατώντας την πρώτη έκθεση στα χέρια της δευτέρας, πως πέρασα το καλοκαίρι που έφυγε, ξέσπασαν λυγμοί και από τους πιο συγκρατημένους, μεγάλο πράγμα να αντιπαραβάλλεσαι με το παιδί που κάποτε ήσουν.

Έψαξε στο αρχείο της κυρα-δασκάλας και τα βρήκε, ήταν το δώρο της προς εμάς, κολλυβογράμματα, μουτζούρες, ορνιθοσκαλίσματα και σχεδιάκια στο πλάι από έλλειψη φαντασίας, ήρθαμε μεγάλοι και θα φεύγαμε πιο μικροί, μέσα σε ρούχα που μέσα πλέαμε.

Διαβάσαμε εν μέσω αλαλαγμών ο καθένας την μια παράγραφό του και είδαμε πως τα παιδικά χρόνια για όλους είναι κοινά, φθινόπωρο, τα φύλλα πέφτουν και πόσα παγωτά φάγαμε σε συνδυασμό με τα μπάνια που κάναμε.

Βρεθήκαμε όλοι στην ίδια αλάνα με μιας, με κοντά παντελονάκια και μπάλα δερμάτινη με μπαλώματα, στο χωμάτινο προαύλιο του σχολείου με τις πέτρες και τις κάμπιες κάτω από τα παπούτσια μας, τα παγουρίνια που γεμίζαμε χυμό νέκταρ αντί να χυθούν σε χωματερές και το υποχρεωτικό σκουπιδοσυλλέγειν, για να γίνουμε άνθρωποι.

Φορούσαμε τώρα τα καλά μας, με ανοιχτά μάτια ο καθένας και το έργο ξετυλιγόταν κοινό για όλους, κοινές μουσικές, το κουδούνι, η φωνή από το μεγάφωνο, οι γυμναστικές επιδείξεις, η προσευχή και η παρέλαση, όλα ξετρύπωναν από τις κλειδωνιές τους και άφηναν τα κιβούρια τους ορθάνοιχτα, μαζί με αρώματα, βήχα, σκασμένα χέρια από το κρύο και την κιμωλία, τον πανικό του μπλόκ και του ποιος θα πεί μάθημα, της φοβέρας για αλλαγή της διαγωγής και του συνετισμού με τη βέργα, όλα σαν άσπαστοι κρίκοι μια αλυσίδας μνημών που πλέον αγνοούσαμε την ύπαρξή της μέσα μας.

Χωρίσαμε μετά τα μεσάνυχτα, κάποιοι έδωσαν ραντεβού και υποσχέσεις για βόλτες και καφέ, για επισκέψεις και συνεργασίες, αμφότερα γνωστό ως σενάριο μη ρεαλιστικά εφικτό.

Πρίν φύγω μου είπε στο αυτί να ξαναβρεθούμε, είπα ναι, ήξερα ότι ήταν δύσκολο, μέναμε σε άλλες πόλεις και ο χρόνος της ήταν περιορισμένος από τις χιλιάδες ασχολίες και τη γεμάτη ζωή.

Θέλω, μου είπε και μου κράτησε τον ώμο κοιτώντας με στα μάτια. Κι εγώ θέλω είπα, ενώ κάτι μέσα μου σκίρτησε για την όμορφη κοπέλα που στεκόταν απέναντί μου.

Πέρασαν μέρες κι εβδομάδες ώσπου η βραδυνή εκείνη συνάντηση βρήκε και κείνη το ντουλαπάκι της και κλείστηκε σχεδόν ερμητικά, σχεδόν γιατί υπήρχαν εκκρεμότητες.

Πέρασα από την πόλη της λίγο πολύ για δουλειά και περισσότερο για να την δώ. Άλλαξε όλο το πρόγραμμά της προκειμένου να με συναντήσει και να χουμε το βράδυ ελεύθερο. Συναντηθήκαμε στο καφέ που δούλευε επαγγελματικά ως σερβιτόρα για τα τελευταία 4 χρόνια, είχε αλλάξει αρκετά, είχε συναντήσει πολλά και χειρότερα, αυτό το ξεκίνησε ως διάλλειμα και της έγινε στάση. Καλή, τα λεφτά ικανοποιητικά και το κλίμα καλό και λειτουργικό.

Την περίμενα για την τελευταία ώρα στο τραπεζάκι μου γράφοντας. Με ρώτησε αν κρατούσα ημερολόγιο, της απάντησα καταφατικά και κείνη μου πε πως ότι της ήταν απαραίτητο να θυμάται καταλάμβανε χώρο μόνο στη μνήμη της.

Τελείωσε και φύγαμε για να συνεχίσουμε σε ένα μπαράκι που δούλευαν φίλες της, τα ήπιαμε, ακόμα κι εγώ που δεν είχα ακόμα πρόβλημα με το στομάχι και αρχίσαμε αναπόφευκτα να πλησιάζουμε σαν πλήθαιναν οι θαμώνες.

Δεν ήθελε πολύ, η αναπνοή της μύριζε έπεφτε καυτή στο λαιμό μου και το σώμα της απέπνεε σιγουριά θηλυκού και άρωμα ρόζ σαπουνιού. Φιληθήκαμε στα χείλη όχι όπως τότε, σε κείνο το πάρτυ της εφηβείας, με τα αδέξια λικνίσματα και τα αντίστοιχα φιλιά, με ηρεμία, σιγουριά και λίγο δόντια, κοιτώντας ο ένας την άλλη μες στα μάτια, φιλί, το χέρι χτένα μέσα στο μαλλί, λαβή προσέγγισης και απομάκρυνσης, δυό φίλοι παιδικοί, που κάποτε δοκίμασαν κάτι που δεν τους βγήκε και έκτοτε χάθηκαν σε διαφορετικές παρέες και φιλίες.

Με κυκλωμένους τους ώμους από τα χέρια της και τα δικά μου στη μέση, περάσαμε με φιλιά και γέλια τον κόσμο και μου δόθηκε στο δώμα, που χρησιμοποιούσαν οι φίλες της για προσωρινό κατάλυμα σαν πολυαργούσαν να φύγουν ή όταν είχε απεργία ο ηλεκτρικός και γινόταν χαμός στο κέντρο.

Με χαμόγελα και πιασμένοι χέρι χέρι πήραμε το πρώτο ταξί που μας άφησε στην πλατεία για φαγητό και μετά από λίβα βήματα ανεβήκαμε σπίτι της.
Μοσχομύριζε ο χώρος της αρωματικό λάδι και άναψε όσα ρεσώ της βρίσκονταν. Γνυμνώθηκε στο τρεμοπαίξιμο του φέγγους τους και άρχισε να κινείται στους ήχους ενός δίσκου που έβαλε στο πικάπ.

Οι τοίχοι γεύονταν τη γυμνή σκιά καθώς περνούσε από πάνω τους και εγώ θα έγερνα σε μια πολυθρόνα της βασιλιάς να παρακολουθώ την πρώτη από το χαρέμι μου.

Απλώθηκε πάνω μου κι έφυγε σαν τη θάλασσα, ακούραστη σαν αμαζόνα και ποθητή όσο όλα τα θέλω των παιδικών μου χρόνων, η κοπέλα που κάποτε αρνήθηκα να ξανασυνοδέψω, που ντροπιάστηκα σαν με φίλησε πρώτη στο χορό και ένιωσα μια στιγμιαία απέχθεια σαν να δέχτηκε πλήγμα ο ανδρισμός μου.

Περασμένα ξεχασμένα είπα και σκέφτηκα, ενώ το εφηβαίο της άγγιζε το πρόσωπό μου κι εγώ θα χανόμουν μέσα του σαν όλα εκείνα τα καλοκαιρινά παγωτά που από παιδί δεν γεύτηκα.

Έβαλε κρασί και άρχισε να μας ραίνει, σαν λούκι βροχής άλλοτε ή σαν ξεχειλισμένη μπανιέρα, φιλί και κρασί και το εκρού ύφασμα να βάφεται ανεπανόρθωτα.
Δεν το κατάλαβα πως έπαιζε ρόλο, τον σπουδαιότερο στην μέχρι τότε καριέρα της, ούτε σαν άρχισε τα ζοριλίκια με τις χειροπέδες και το εγχειρίδιο.

Με τα χέρια δεμένα πίσω από τον καναπέ και τη λάμα να διαγράφει τα αλαβάστρινά της στήθη, δεν κατάλαβα πως μπόρεσε να βρεί είσοδο ξαφνικά στο στέρνο, πνίγοντας κάθε φωνή με τα κόκκινά της χείλη κολλημένα στα δικά μου και τα μάτια της μετά κοιτώντας-τρυπώντας με το ίδιο.

Κι ένα φιλί πριν κλείσω τα μάτια στο μάγουλο.

26.9.08


μη μιλάς

κατάλαβα


ανακύκλωση
οι τσαλακωμένοι από τη μια
και οι σπασμένοι από την άλλη

άνοιξε κλείσε
δεν μπορώ
βρες άλλο τζίνι

να θυμάσαι πως η μόνη ευχή που δεν έκανες
ήταν να (τα) βρεις (μ') εσένα

νόμιζα πως ήσουν χαρταετός κ ήθελες σταθερό σημείο, για να πετάξεις ψηλά
κι ας ζητούσες μόνο να απομακρυνθείς
δικό σου το νήμα
αντίο λοιπόν

ο έρωτας είναι ένα παιχνίδι στο μηχανημά σου που αναβοσβήνει "insert coin"

στα πόσα τρόπαια αλλάζεις πίστα;

κι αφού δεν βρέχει,
γιατί νιώθω σαν;

25.9.08


το βάζο των αναπάντητων γιατί
υπο το βάρος σου γέμισε
για ποιό όριο θραύσης μιλάς;

24.9.08

ασφυξία


-Φοβάμαι

-Μη φοβάσαι, εγώ είμαι εδώ.

Εσένα φοβάμαι

13.9.08

πάντα ανοικτό


Το τηλέφωνο έμενε πάντα ανοιχτό, ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές, γιατί κάποτε που έκλεισε ή έσπασε σε ένα τοίχο, ο φίλος ζήταγε βοήθεια, κάποιον για να περάσει το βράδυ μαζί του, γιατί οι σκιές του βραδιού γίνονταν χειρότερες τη μέρα και διάλεξε να μην την ξαναδεί.

Από τότε το τηλέφωνο έμενε πάντα ανοιχτό.




Σε ελεύθερη απόδοση από την πατησίων του μίλτου πρωτογερέλλη. Πάνε χρόνια 7 και ακόμα θυμάμαι το βιβλίο και την ιστορία του. Εκδόσεις ύψιλον, πρωτοπορία.

ένα παλικάρι ο ιωνάθαν και η αγαπημένη του από όνειρο ζωγραφισμένη στον τοίχο του, βρίσκονται ένα βράδυ στο σπίτι του παλιού βασιλιά που έχει γίνει μπαράκι κουρείο και την καλεί να της το δείξει, σε μια αθήνα του νικολαίδη, σε ύφος ημερολογιακό, με μια ειλικρίνεια αφοπλιστική και μια ευαισθητη γραφή που τρεμοπαίζει σε παλλόμενα χέρια ή μάτια.

μια βόλτα, μια μηχανή, δυό αδέρφια, ένα στάσου στην πλατεία που δεν άκουσαν, μια κίτρινη απροσεξία και μια βαμμένη πατησίων.

δεν είναι μια ζωή 95+1 σελίδων, αλλά μπορείς σε τόσες να ζήσεις μια ζωή




αν ήθελα κάτι να πώ, στη δύσκολη στιγμή, μην το σκεφτείς καν, πάρε, σαν χάρη

8.9.08

γυναίκα δίχως τσάντα

updated

Σε ένα τραπεζάκι στρογγυλό μπορούν να χωρέσουν ένα γεμάτο τασάκι, ένα ξεκοιλιασμένο πακέτο τσιγάρα, ένα ποτήρι ποτό δίπλα σε ένα άδειο παρέα και τα κόκκινα βαμμένα μακρυά της νύχια.

Είναι από ξύλο καρυδιάς, καστανόσκουρο με διαμήκεις φλέβες ηλικίας και στρογγυλεμένες άκρες από τη χρήση και λογής σκαλίσματα από στυλό και αμήχανα νύχια σε αυλάκια, σαν του χεριού που σκέτο φίδι είναι πάνω του ξαπλωμένο, ακαθορίστου ηλικίας, μετρώντας τον καιρό με άχρονους κτύπους ακολουθώντας μια ιδιόρρυθμη αίσθηση του χρόνου.

Μια γυναίκα ποτέ δεν κάθεται μόνη, κάποιον περιμένει, από τα φαντάσματα του παρελθόντος της μέχρι τον ίδιο τον θάνατο, με όλες τις ενδιάμεσες στάσεις, εραστές, αγαπημένους, φίλους, φίλες και παιδιά, μα κι εκτός τούτων ένα χέρι έχει ο χρόνος περασμένο γύρω από τη μέση της και με το άλλο κερνά και της γεμίζει το ποτήρι.

Δεν ακούγεται κάποια συγκεκριμένη μουσική, έχει πάψει να ακούει τον κόσμο, περιμένει τη στιγμή για να μιλήσει και η παύση σε αυτή την πόλη δεν έρχεται ούτε κάν τη νύχτα και αυτή καταπίνει τις λέξεις σαν το ποτό που της είναι πιο χρήσιμο και από το νερό, περιμένει μια στιγμή που θα ξεκινήσει να μιλά και θα ξερνά τότε τις σπάνιες λέξεις με επικίνδυνο τρόπο, εξακοντίζοντάς τες για να συντρίψει τον απέναντι, πλευροκοπώντας του τις άμυνες, επιτιθέμενη κατά πρόσωπο, στοχεύοντας στο μυαλό και στη ρίζα της ύπαρξης, για να αποτελειώσει με ανασκολοπισμό.

Το μαγαζί είναι ημιφωτισμένο και στους τοίχους το ανάγλυφο από τους φουσκωμένους σοφάδες είναι μέρος της σύνθεσης, σαν το λαιμό της που ναι στολισμένος μόνο από την χαλαρότητα που προκαλούν οι βρόγχοι στους γλυτωμένους και τα μονοπάτια της σκέψης αποτυπωμένα σε ρυτίδες κατάσαρκα στο μέτωπο και στους καρπούς, πάντα λευκούς από την αιχμαλωσία και περισσότερο λεπτούς για να είναι επιρρεπείς στη διαφυγή.

Ένας αιχμάλωτος της ανάγκης είμαι εγώ, ζώ σε μια τρύπα που ανοίγει το βράδυ και κλείνει το πρωί, ένας τυφλοπόντικας που δεν φοβάται τον καπνό που ξερνά το θαλάμι του σαν ανοίγει την πόρτα για να μπεί κάποιος και να κρυφτεί, από τους ανθρώπους τρένα ή βαγόνια, που σέρνουν ή σέρνονται και θέλουν κάπου ανωνυμία για να ξεχαστούν και να θυμηθούν καλύτερα αυτό που ξεκίνησαν για να ξεχάσουν, γιατί τότε ο μονόλογος είναι πιο διαλογικός, στους ανθρώπους που παρακολουθούν αμίλητοι τις ατάκες μεταξύ των δυό ποτηριών που έχουν μπροστά τους.

Ήρθε και είχε ξανάρθει, την θυμόταν, σαν τη γυναίκα δίχως τσάντα, πάντα αργά, αφότου έφευγαν οι κανονικοί, κάπου ανάμεσα στους αλκοολικούς και τους απελπισμένους ήταν και αυτή για να δίνει μια χρωματική πινελιά στις βραδιές και να συνεισφέρει γενναιόδωρα με καπνού τουλίπες, να κερνά μικρές απογοητεύσεις τους τελειωμένους που δοκίμαζαν την τύχη τους μαζί της, προσπαθώντας να γεμίσουν την μοναξιά τους με ένα τρόπαιο σώμα και μια κενότητα στα μάτια που δεν είχε τελειωμό.

Έψαχνε μαγαζί για ταίρι και όχι ταίρι πραγματικό, κάπου να την καταλαβαίνουν χωρίς να χρειάζεται να μιλήσει, είχα ακούσει τη φωνή της συνολικά ούτε σε δυό προτάσεις και πλήρωνε με μεγαλύτερα χαρτονομίσματα, αδιαφορώντας για τα ρέστα, αφήνοντας τα σαν τις σκόνες εκείνων τα έργα με τα αυτοκίνητα που βιάζονταν.

Αυτή δεν βιαζόταν, όλα γίνονταν με τρόπο μυστηριακό, με μια λειτουργία ιεροτελεστίας, το κλείσιμο του αναπτήρα γινόταν εντός τέμπο μουσικής και αυτή ταξίδευε κοιτάζοντας προφίλ την πόρτα, σαν σελήνη που έκρυβε την άγνωστη πλευρά της.

Μακρύ μαλλί κόκκινο, στο κερασί, λές και το βάθος είχε χρώμα, λες και ήταν το χρώμα του πολέμου, όταν οι χαροκαμένες έβαφαν τα μαλλιά τους με τα πλεγμένα ανάμεσά τους δάχτυλα από το αίμα των σκοτωμένων τους, σκορπίζοντας τον εχθρό με τη ματιά της παραφροσύνης.

Στα δάχτυλα λαμπύριζε μια καύτρα που γλένταγε μια απουσία, ο θύτης και το θύμα κάθε βράδυ έχουν την τιμητική τους και ο καπνός έχει μια ιδιότητα σε σαλεμένα μάτια να παίρνει τις μορφές που πιότερο αποζητάς, το χέρι του, την λακκούβα του κορμού του, τον τένοντα του λαιμού και την κούρμπα των γλουτών του.

Την έβλεπα να τα παρατηρεί, όλες τις καμένες μορφές παρατηρούσε, σαν όλα εκείνα που άφηνε πίσω της για να ρθει και να ακουμπάει πίσω στην καρέκλα της για ώρας, να συνομιλεί μαζί τους με τα μάτια και αν κάποια κάπνα λάθευε στη λεπτομέρεια άλλαζε λίγο τη γωνία της μέχρι να συμπέσει στο ζητούμενο.

Ήξερα ποιος ήμουν, ένας σερβιτόρος με λευκό πουκάμισο και άσπρη φανέλα από μέσα, η κάπνα δεν έφευγε από τους πόρους μου και τα ρούχα της δουλειάς τη ζύμωναν με ιδρώτα, σε κίτρινα δαχτυλίδια στις μασχάλες και χαμηλά στη μέση.
Άνθρωπος μισός, αόρατος από τον σπιτονοικοκύρη και τους γείτονες, από δημόσιες υπηρεσίες και επιθεώρηση εργασίας, ανύπαρκτος στα ένσημα και σε παρέες φίλων, φίλο μόνο κάποιοι πελάτες με έλεγαν, μόνο και μόνο για να ξεφορτώσουν και να κοιμηθούν κατανοώντας πως η εξομολόγηση είναι πιότερο φυσική ανάγκη, παρά πνευματική.

Ο μισθός αρκετός για να βουλώνει στόματα στο χωριό και να κρατάω πισινές για το μέλλον, που γινόταν παρελθόν σαν νερό που δεν μπορούν τρύπια κανάτια να κρατήσουν για απόθεμα και η ημερολογιακή διαδοχή μετριόταν στην περίπτωσή μου μόνο από τις παραγγελίες του σαββατοκύριακου και των γιορτών, για να πέσει λίγο το καλοκαίρι και να χτυπήσει κορυφή η κατάθλιψη στο τέλος του χρόνου, στο τέλος του κόσμου, τότε που αποχαιρετάς άλλη μια χαμένη χρονιά.

Συνεχίζεται..
Ένα ποτήρι νερό στο κομοδίνο διαλύει τους νυχτερινούς εφιάλτες, αγέννητα παιδιά μιας ζωής που δεν διάλεξα, απλώνουν τα χέρια σαν επαίτες, αλλά ανακρίνουν και δικάζουν σαν σε κρεβάτι κρατητηρίου, για όσα εμπόδισαν τον σπόρο τους να φυτρώσει.

Ξυπνά μόνος και κάθιδρος, σε ένα δωμάτιο με πατζούρια κλεισμένα, προστατεύοντας μια φωτοευαισθησία που αποκτούν οι άνθρωποι των σκοταδιών και των μεγάλων ήχων, ο πανικός μετριάζεται από τα επαναλαμβανόμενα οχτάρια του ρολογιού που αναβοσβήνουν, αποτέλεσμα μιας διακοπής που επηρέασε συσκευές και ανθρώπους.

Παίρνει χάπια για να κοιμηθεί και χάπια για να σταματήσει ο παρατεταμένος βόμβος από αόρατα τζιτζίκια που κρατούν παρέα σε ένα ευερέθιστο στομάχι, που προήλθε από νικοτίνη με αλκοόλ, που με τη σειρά τους άφησαν μερικά μόνο δόντια ερείπια, σαν βομβαρδισμένο μαντρότοιχο, σε τόνους του γκρίζου και καστανού.

Στο νεροχύτη υπάρχει μόνο το πιάτο της νύχτας να συμμαζέψει, μια κονσέρβα τόνου και ένα κομμάτι ξεραμένο ψωμί, αυτό που μέχρι χθές τρωγόταν, σήμερα πέρασε στην άλλη πλευρά, σαν τον ίδιο, των αζήτητων.

Μέχρι να ετοιμαστεί ο καφές και να ακούσει εκείνη την ιδιοσυχνότητα βρασμού του μπρικιού από μπακίρι, που αναγγέλλει το φούσκωμα του καφέ να γίνεται καιμάκι, ξεπλένει το μικρό λερωμένο νοικοκυριό του προκειμένου να το βρεί έτοιμο το επόμενο βράδυ, χωρίς να ξυπνάει ολόκληρη την πολυκατοικία, δεν του χρωστάνε οι κανονικοί τίποτα.

Ξεχωρίζει τα ρούχα του από το καλάθι σε άσπρα και μαύρα άπλυτα, δίχως άλλο χρώμα, ούτε ενδιάμεσους τόνους, άσπρο και μαύρο, μια ζωή σαν ακκορντεόν, μόνο που δεν χωράει στη δική του νοσταλγία.

Ούτε κάν για τα ταξίδια, για τα μέρη που πέρασε και προσπέρασε πιο γρήγορα από κυνηγημένος τουρίστας, γιατί ο άνθρωπος μόνος του κρατάει τις εικόνες όσο ο πελεκάνος τα πιασμένα ψάρια μέσα του, μέχρι τη μοιρασιά τους με το ταίρι που κάθεται και κλώθει, αυγά ή της πίσω ζωής το υφαντό.

Μόνη παραχώρηση στο άρωμα, τα ρούχα του μοσχοβολούσαν μαλακτικό, όχι πως χρειαζόταν, γιατί ο καπνός μαλακαίνει τις ίνες και τα δικά του ήταν ένα βήμα πριν το βελούδο, μα του χρειαζόταν μια στο τόσο όταν ήταν μεγάλα τα ζόρια να ξεκλέβει μια ανάσα σαν παράθυρο απόδρασης, σαν έξοδος διαφυγής, κάπου όμορφα, δίχως σχήμα και χρώμα.

Κι αυτή μοσχομύριζε.
Όποια έμπαινε εκεί μέσα μύριζε ωραία, άρωμα, σαπούνι, γαλάκτωμα σώματος ή αποσμητικό, αλλά η δική της ήταν τόσο διακριτική, στα όρια της απουσίας, στα χνάρια ενός μπουκαλιού που από χρόνια έχει αδειάσει το άρωμά του, μα έχουν ποτίσει τα υλικά της σύνθεσής του.

Καθόταν πάντα στο ίδιο τραπέζι, με πλάτη στον τοίχο, στο μέσον του χώρου, πάνω στο ξύλινο βάθρο που διέτρεχε την εσωτερική περίμετρο φτιάχνοντας επίπεδα και φέρνοντας τους ανθρώπους, τόσο κοντά, όσο και μακριά.

Στο κέντρο του μαγαζιού ήμουν εγώ κάτω από μια υδρόγεια σφαίρα που γύρναγε απελπιστικά αργά, επιτρέποντας στους παρατηρητές να κάνουν νοερά ταξίδια πάνω της με τα ακίνητα βλέμματά τους.

Αυτή από την πρώτη στιγμή που ήρθε, ναι, τη θυμάμαι, καρφώθηκε πάνω της, έπινε και της τόξευε καπνό, κάποια ακατανόητα μηνύματα που δεν έβρισκαν άλλον αποδέκτη. Δεν με έβλεπε και ας είχε τα μάτια της σχεδόν στραμμένα πάνω μου, μου ζήτησε ένα λικέρ και το κράταγε σαν να ήταν χέρι παιδιού, τρυφερά, μα δεν το άφηνε στιγμή, έπαιζε τον αντίχειρα πάνω του και όταν κουραζόταν το έπιανε καλύτερα, το γύριζε και κάπου κάπου το φιλούσε στα χείλη παίρνοντας μια γουλιά κι αφήνοντας μια ανάσα μες στο στόμα.
Συνεχίζεται..
Ξαφνικά όλα άλλαξαν, δεν με ένοιαζε τίποτα, σαν τον νικόλα δεν περίμενα τίποτα, είδα σε ένα πρόχειρο απολογισμό στη ζωή μου να χω προχωρήσει λίγα βήματα αφότου ξεκίνησα και ένα μόνο από μόνη μου. Με τη δουλειά μου.
Θα μπορούσα να υπομείνω για λίγο καιρό τον ρόλο της παραμελημένης, αλλά όχι της ανύπαρκτης.
Πήραν στα χέρια τους τις οικονομικές μας μοίρες το πρωτοπαλίκαρό του και μια φίλη μου, δικηγόροι και οι δύο, με σαφές προβάδισμα εκείνου, γιατί είχε όλο το χρόνο να κρύψει και να καλύψει τα ίχνη του. Από τον κοινό λογαριασμό μας δεν πήρα τίποτα, μόνο πίκρα για την κατάντια ενός ανθρώπου που σκόπευα να περάσω μια ολόκληρη ζωή μαζί του, για να δώ πως το μερτικό του το τρωγε και το δικό μου το θαβε για να το βρει αργότερα. Πόσο αργότερα; Η απληστία είναι μεγαλύτερη από τη ζωή την ίδια και αργά ή γρήγορα στο ίδιο θαλάμι συναντιόνται.

Με την κοπέλα μείναμε τρείς μήνες μαζί, ήταν όμορφη, νέα και δυνατή, την παρακολουθούσα να χαίρεται την κάθε μέρα με τις χαρές και τις απογοητεύσεις της, αρχίσαμε να βγαίνουμε έξω μαζί στην αρχή για να πικάρουμε μια παλιά της σύντροφο που έψαχνε τρόπο να την κάνει να ζηλέψει για να ξαναενδιαφερθεί και μετά για μένα, για να μην ξεχάσω πως η ζωή ήταν χορός κι εγώ περίμενα τον επόμενο καβαλιέρο.

Υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν να διαχωρίσουν το δισυπόστατο της ύπαρξης, σώμα και ψυχή και είναι ευτυχείς στην ανέχεια των καιρών και άλλοι που δυστυχισμένοι δεν μπορούν να χαρούν έναν συμβιβασμό, στο ελάχιστο. Με αλκοόλ, μα ελάχιστο ακαταλόγιστο, παραδόθηκα δυό φορές χωρίς σκέψη και χωρίς θέλω, σαν άρρωστη με μπουκωμένη μύτη που τρώει χωρίς να έχει γεύση, εκτελούσα άλλοτε κινήσεις βαρκάρισσας και άλλοτε δαμαζόμενο ήμερο πόνυ, έβλεπα στον καθρέφτη τα άδεια μου μάτια και συνέχιζα, δεν γίνεται, θα υπάρχουν κι άλλοι άνδρες κι εγώ θα βρώ κάποιον που να μην φοβάται να με κοιτάξει στα μάτια και να με ρωτήσει με ειλικρίνεια για τους εφιάλτες μου, κάπου θα υπάρχει, δεν είναι όλοι παντρεμένοι και οι παντρεμένοι δεν είναι όλοι σαν κι αυτούς που βγάζουν με την ερωτική πράξη μιας ζωής σπασμένα πάνω σου, σαν τον κίναιδο που περιμένει τη στιγμή να βαρέσει κι εκείνος τα καπούλια του επόμενου.

Δεν με αφορούσε αυτή η ζωή, διάλεξα να απέχω, δεν είχα πέταλα άλλα χαρτιά να τραβήξω, η τράπουλα τελείωσε και η ετυμηγορία ήταν δεν μ’ αγαπά.
Τι να την κάνεις την αγάπη σαν δεν αγαπάς εσύ τον εαυτό σου, το εγώ σου ήταν το πρώτο δώρο που ακουμπούσες θυσία στα πόδια του θεού σου περιμένοντας να σε κάνει πρωθιέρειά του, αντίς να σε σφάξει, για να ζήσει από την τσίκνα.

Ο μόνος άνθρωπος μοιάζει στα ζευγάρια για άρρωστος, οι άντρες βλέπουν την γυναίκα μόνη της σαν τσούλα για να κοιμηθούν μαζί της και να αποδείξουν ότι πειτελούν την γενετήσια αποστολή τους και ο γυναίκες προετοιμάζονται να χιμήξουν στο αναμενόμενο διεκδικητικό θύμα που περνούν για θηρευτή και να το κουρελιάσουν. Οριοθετούν την περιοχή τους με αψυχολόγητους εναγκαλισμούς και ματιές ξυράφια, ενώ περιφερόμενες κατουρούν πάνω του αρώματα του dior, Με την ένδειξη «μακρυά τα χέρια σου σκύλα» .

Η δουλειά σου επιτρέπει κάθε χρόνο να επισκέπτεσαι και άλλο μέρος, στο εσωτερικό και έξω, μπορείς να μένεις σε ξενοδοχείο για να μην κουβαλάς υπάρχοντα παρά την ύπαρξή σου και δυό τσάντες πιότερο βιβλία παρά ρούχα και παπούτσια. Ντύνεσαι μαλακά τζίν, σνίκερς και λευκά μπλουζάκια και στη κωλότσεπη το πακέτο. Κάποτε μπόρεσες να κάνεις την εγχείρηση και να αφαιρέσεις από την δεξιά παλάμη το στυλό που έγραφε ακατάπαυστα το ημερολόγιο που σου πε εκείνος ο δόκτορας, για να καταλάβεις και να βρείς τον εαυτό σου και τότε, μόνο όταν σταμάτησες, τα κομμάτια του πάζλ άρχισαν να μπαίνουν στη θέση τους.

Έκανες μήνες να μάθεις νέα του, δεν σε αφορούσε αν ζούσε ή αν πέθανε και κυρίως ποπιά από το στενό σας πρώην περιβάλλον βρήκε για να έχει επίσημη συνοδό στις κοινωνικές εκδηλώσεις. Μια παλιά του φίλη από το πανεπιστήμιο, η κολλητή της αδερφής του, ας είναι, να ζήσουν να ευτυχίσουν, πήρε αυτός μια όμορφη πλαστική, πήρε αυτή το κελεπούρι με το σπίτι και τους λογαριασμούς, πήρε αυτός τις άπειρες ανασφάλειες μιας πρώην εντάξει ερωμένης και πήρε αυτή μεγαλύτερη δόση απελπισίας και κατάθλιψης. Δεν πειράζει, ο καθένας παίρνει ότι του πρέπει, όσο αντέχει.

Το διάβασμα της έγινε κουραστικό, σχεδόν απεχθές, δεν μπορούσε να διαβάζει άλλο, μια ζωή μες στα βιβλία και έχασε τη μισή ζωή της αζώητη. Όλα θα ταν διαφορετικά αν είχε σπουδάσει αρχιτεκτονική, θα μάθαινε πως σε σαθρά θεμέλια κανείς δεν έστησε γερό σπίτι και πως στα διατηρητέα στεγάζονται άλλες χρήσεις, διαφορετικές ενός ζωντανού σπιτιού.

Όταν τελεσιδίκησε κάθε του προσπάθεια έφεσης, βρέθηκε να έχει ένα σεβαστό ποσό στην άκρη που της επέτρεπε να αγοράσει ένα διαμέρισμα όπου ήθελε και να ζήσει χωρίς να χρειάζεται να δουλεύει. Εκείνος έσκασε, όχι μόνο από το κακό του, η νέα του σύζυγος το έσκασε με έναν μικρότερο, φίλο του γιού της και δεν μπορούσε από το σκάνδαλο να βγεί πλέον από το σπίτι. Άλλαξε η κυβέρνηση και ως συνήθως ξηλώθηκαν οι ευνοούμενη της προηγούμενης και τον πήρε η κατηφόρα. Βρήκαν πολλές οικονομικές ατασθαλίες στην υπηρεσία του και αναγκάστηκε σε εθελούσια παραίτηση κακήν κακώς, χάνοντας μεγάλο μέρος από την ακίνητη περιουσία του.

Στον πειρασμό μπαίνω να πώ πως στο πλάι του τυχερού βρίσκονται θέσεις πολλές μα είναι όλες γεμάτες, μα σαν η ατυχία διαβεί από το κατώφλι, πρώτα τα ποντίκια είναι που εγκαταλείπουνε το πλοίο. Τα χτυπήματα δεν άντεξε η άμαθη καρδιά να τα χωνέψει, βλέπεις στην πραγματική ζωή δεν υπάρχει save και ξαναπάρτο από την αρχή, διπλό εγκεφαλικό και αφού η αδερφή του δεν θέλησε να τον φροντίσει στο σπίτι της, εμφανίστηκε μια μέρα από το πουθενά μια αποκλειστική που πληρωνόταν με το μήνα για να τον προσέχει. Δεν γαμιέται, λεφτά ήταν, να τα πάρει μαζί της δεν μπορούσε, ούτε και κείνος μπόρεσε την τόση καλοσύνη, δεν την άφησε να χαλάσει πολλά για δαύτον.

Μόνη γυναίκα κάθεται σε τραπέζι μπροστά σε δυό ποτά και είναι και τα δυό για την ίδια. Δεν κρατάει τσάντα, ούτε στο τραπέζι πάνω υπάρχει κάποιο τηλέφωνο για να την βρούν. Κοιτάζει την γή να γυρίζει και κάνει ταξίδια πάνω της. Είναι πολλές οι πινέζες σε πρωτεύουσες που έχει πάει, μόνη της και παλιά με μια απουσία, ζικ ζακ, ο γύρος του κόσμου σε λιγότερο από 3 λεπτά.

Οι θαμώνες έχουν αποχωρήσει, ο μπάρμαν σκουπίζει τα κολονάτα και τα κρεμάει ανάποδα στην μπάρα, ένα σαξόφωνο ορίζει κάποια διάφωνα σκαλοπάτια που ένα πιάνο αναλαμβάνει να τα γεφυρώσει με σφυριά και σύρματα, σε μια εργόχειρη σύνθεση που κάνει τη μουσική μερικές φορές πιο απαραίτητη από νερό.
Το πιάνο κλείνει το μέρος του και το πνευστό οδηγεί δύσθυμα τις τελευταίες νότες, σαν να μην ήταν έτοιμο, σαν τον αγουροξυπνημένο που μένει λίγη ώρα στο κρεβάτι για να χωνέψει πως ο ύπνος τελείωσε.

Πιάνει τα ποτήρια της με το να χέρι και το άλλο το τασάκι και κοπιάζει.
-Μη σε κρατάω..
-Μου κρατάς παρέα.
-Ξημέρωσε ήδη.
-Δε με περιμένει κανένας.
-Χαιρετώ.
-Πεινάς;
-Παρακαλώ;
-Αν πεινάς κερνάω πρωινό, εδώ δίπλα σερβίρουν από φρέσκο φούρνο και μοσχομυρίζει ο αέρας φύλλο και ψωμί σε λαμαρίνα.
-Θέλω.

Δυό άνθρωποι συνηθισμένοι και τόσο ίδιοι, ντυμένοι ασπρόμαυρα σαν πιόνια και όχι παίχτες, στην ίδια σκακιέρα, κάθονται απέναντι και τρώνε, οι κόρες σιγά σιγά απομακρύνονται από το ανεστίαστο άπειρο και ακουμπούν ο ένας στη απόσταση του άλλου, κοιτάζουν μάτια, χέρια, μετρούν αντοχές, απαντοχές, ψάχνουν σημάδια, κοινούς λυμένους κώδικες.

Δεν μιλούν, δεν χειρονομούν, απλά βρίσκονται σαν κούκλες στο ίδιο ράφι τοποθετημένες, σιωπηλές και ήσυχες, κείνη έχει τα πόδια λυγισμένα από κάτω της κι εκείνος ακουμπά την πλάτη στον τοίχο, περιμένουν να κλείσουν τα φώτα και τότε θα την κοιτάξει άλλη μια φορά και αν δεν τραβήξει το βλέμμα της από το δικό του θα της απλώσει το χέρι. Εκείνη θα περιμένει ένα χαμόγελο στα χείλη από τα μάτια, μόνο με αυτό το σύνθημα θα σηκωθεί για να χορέψει.

Τα φώτα της πόλης είχαν αρχίσει να σβήνουν, ο ηλεκτρικός θα διασκόρπιζε τις πολυκατοικίες σε εργοστάσια και γραφεία, τα παράθυρα θα απελευθέρωναν χνώτα και όνειρα πάνω από μια ρουτίνα βαρετή, μέχρι τους αδέσποτους που δεν είχαν μάθει ακόμα τους τρόπους της πρωτεύουσας.

Δυό μοναξιές τις βρήκες το πρωί να περπατούν αντάμα, χωρίς κατοχές και κτητικότητες, δίχως γκάζια και φρένα, με μια αβέβαιη προσμονή ο καθένας μέσα του, ακαλούπωτη, δίχως πρόσωπο και όνομα, καινούρια καθαρή σελίδα, άσχετα από τον βαθμό της προηγούμενης έκθεσης, τσαλακωμένες οι άκρες και το μολύβι χωρίς γόμα στη φούχτα ετοιμοπόλεμο.

Οι δισταγμοί έσωσαν πόλεις και ζωές οι παραδόσεις, η μέρα είναι δική τους να την φτάσουν όπου μπορούν, δυό άνθρωποι με άδεια χέρια στο πλάι κρεμασμένα και τα δυο ανάμεσα σε γέφυρα πλεγμένα.

Λοιπές ιδιότητες μηδέν, το ερώτημα είναι αν δυό γαλήνιες απελπισίες μπορούν να σηκώσουν φουρτούνες;
Μπορούν;
τέλος;



2.9.08

μια όνειρος δίχως κεράσια











Κλείνω τα μάτια, μαζεύω τα υλικά μου, οι βοηθοί θα δουλέψουν και σήμερα υπερωρίες.

Εργοτάξιο το μαξιλάρι, κόσμοι θα στηθούν πάνω και κάτωθέ του, με λίγο σάλιο στην άκρη των χειλιών κρεμασμένο, σαν μια άγκυρα για να μην απογειωθεί το σώμα.

Απλώνω τα χέρια ανοιχτά σε στάση παράδοσης και τα πόδια ακουμπούν το ένα στο άλλο σε στάση αντοχής, σαν υποστηλώνοντας παλιά μπαλκόνια και ο νούς μέσα απ τα κλειστά πατζούρια ζωγραφίζει το φώς στους τοίχους αι τα αντικείμενα.

Το σεντόνι σκεπή γα το σώμα, να το προστατεύει σε όλη τη διάρκεια του ταξιδιού, σαν τα παλιά αρχοντικά που προστατεύονται έτσι από τη σκόνη, καθρέφτες, ντιβάνια και πολυθρόνες σκεπασμένες, που άμα τη αφίξη του κατόχου, αποληθαργούν από το βλεφάρινο πέπλο.

Το κρεβάτι τρίζει σε κάθε στροφή και σε κάθε του σώματος στροφή να μάτια έχουν ήδη σφιχτεί δύο φορές μια αποφεύγοντας ότι είδαν και άλλη μια ανοίγοντας διάπλατα για ότι πρόκειται να δούν, σε κάθε αβαρές και μετεωριζόμενο βήμα, σε κάθε πτήση ανάμεσα σε δέντρα ψηλά και κατακόρυφους λόφους, μέσα στο νερό και σε ξέμπλεκα μαλλιά, σε ακίνδυνους ήλιους και τρυφερά χιόνια, καθώς το φώς κυλάει ασκέδαστο και σε χρώμα πηχτό κορεσμένο τριγύρω από τα εμπόδια.

Ο αέρας θροΐζει τα πρόσωπα που κρέμονται από τα κλαδιά σαν φύλλα, επίπεδα πρόσωπα, φωτογραφίες του νού που διαθέτουν μόνο μάτια, που ζητιανεύουν ένα τι του χρόνου σου παραπάνω από κει μέσα για να λεφτερωθούν κι εσύ θυμάσαι πως χάιδευες κάθε σώμα σαν λυχνάρι μαγεμένο προκειμένου να γλυτωθεί του καθενός η καταδικασμένη φύση.

Στο χώμα πέτρες δεν υπάρχουν, μόνο τελείες και τα μονοπάτια είναι καλοσχηματισμένα σαν τα διάκενα του τετραδίων των μπλέ γραμμών, σιδηροδρόμοι που μεταφέρουν συναισθήματα απροσδιόριστα, σαν τις άναρθρες κραυγές που τόσο μπορείς να καταλάβεις τι ήθελαν να πούν.

Τα πουλιά κρατούν στη ράχη τους ανοιχτές περισπωμένες στο βάθος του ορίζοντα όταν προσεγγίζουν της λίμνης τα νερά βλέπεις τα πόδια τους υπογεγραμμένες δοτικές, σαν τις αγκαλιές που δεν αρνήθηκες να πάρεις και να δώσεις, σε φίλους, ερωμένες και παιδιά, γιατί τίποτα δεν καρπίζει όσο σε αγκαλιά, απ το νερό το νούφαρο, από το χώμα ο σπόρος, από τη στάλα η βροχή και από των ανθρώπων το φιλί.

Οι άνθρωποι ήταν λιγοστοί, οι μόνοι σαν τα μπαλόνια ανέβαιναν στον ουρανό καλύτερα για να ψάχνουν, να βλέπουν , να ρωτούν για ένα χέρι να πιαστούν κι ύστερα να κάτσουν κάτω, άνθρωποι ξαπλωτοί σαν σχήμα οξύμωρο, μα ο λογοτέχνης ήξερε και είπε άνθρωποι που κοιτάζουν ψηλά, ουχί μακρυά, γιατί ο έρωτας κοιτάει ταβάνι και ουρανό ή τον σκεπάζουν τέτοια.

Τα ζώα δεν είχαν μάθει τον αλληλοσπαραγμό και του ιδεατού ο κόσμος δεν γνώριζε αλυσίδες, τις τροφικές ή τις ατσάλινες, οι πάντες δένονταν με τα μάτια, γένονταν ή δίνονταν, το ίδιο πράγμα ήταν εκεί, που δεν υπήρχε αποφορά και όλα ήταν γλυκά σαν μέλι.

Έκανα το γύρο του βουνού, τον γύρο κεινου του κόσμου, επήγα δεξιά και αριστερά, έψαξα πάνω κάτω, μα δεν σε βρήκα πουθενά και ξύπνησα τρομαγμένος.
Δυό νόστιμα κεράσια χείλη στο απέναντι πρόσωπο και η ψυχή στη θέση της.

Αν είναι να είμαστε μαζί, χάρισμα τους ο κόσμος τούτος, παίρνω σφουγγάρι και νερό και αύριο φτιάχνω άλλον, όπου θα πλέουμε αντάμα κι ας είναι οι λιακάδες λιγοστές και άγονος ο μείζον χρόνος γιατί

όπως λέει ο ποιητής

Κι είναι λέω ο παράδεισος αγάπη μου μικρή,
να μοιραζόμαστε τούτη την κόλαση μαζί.

29.8.08

Κάπου υπάρχει ένα κορίτσι με ένα λάσο






Κάπου υπάρχει ένα κορίτσι με ένα λάσο στο χέρι που ψάχνει ένα αγόρι να πιάσει και μαζί του να δεθεί.

Αγαπά όποιον της δείχνει καλοσύνη και όποιον της επιστρέφει τα φιλιά μετά το ποδοκύλισμα των κορμιών, σαν εκείνο το μούργο που ξάπλωνε στου κάθε περαστικού το πόδι, ζητιανεύοντας ένα χάδι, παίρνοντας κλωτσιές, σκουντήγματα και έξαποδώ.

Δεν έχει φτερά, κανένας δεν της είπε πως όλοι οι άνθρωποι διαθέτουν, τα δικά της ατρόφησαν της αυτοπεποίθησης και έμειναν μόνο του μυαλού, να κάνει ταξίδια και όνειρα, εκεί που οι μόνοι άνθρωποι αγοράζουν στον εαυτό τους δώρα χωρίς των άλλων τον οίκτο.

Δεν γιορτάζει τις μέρες των ερωτευμένων με μπουκέτα, παρά αγοράζει βιβλία και στα γενέθλιά της το τηλέφωνο και ας μένει ανοικτό συνεχώς, είναι πιο βουβό από κομμένο καλώδιο.

Το σώμα της πλεούμενο για μικρά ταξίδια, ένα ταξί της τεστοστερόνης της εφηβείας στον ανδρισμό, ένα παυσίπονο για παντρεμένους, μια μάνα για μεγάλα παιδιά και ένας σάκκος του μπόξ για αδιέξοδες και μπερδεμένες ψυχολογίες.

Μια κοπέλα χαμένη στο πέλαγος, τριγύρω της ο κόσμος της συντρίμμια και αυτή να ψάχνει ένα χέρι να πιαστεί, ένα σωσίβιο, μια σανίδα σωτηρίας, μα το χέρι να την σπρώχνει πιο βαθιά για να φανεί ένα Εγώ, τα διαθέσιμα σωσίβια είναι για δύο με όρκους, νόμους και συμβάσεις φουσκωμένα, ενώ οι σανίδες να μην αντέχουν ούτε το δικό τους βάρος.

Θέλει ότι θέλουν όλοι οι γυμνοί, ένα σώμα να ντυθεί, μα δεν δέχεται να πάρει φορεσιά που δεν της ανήκει, ρούχο δανεικό σαν αναπτήρα, για να καεί μια δυό φορές και τέρμα. Θέλει κερί λαμπάδα τριγύρω από το φυτίλι της να την σφιχταγκαλιάζει και να καίγονται μαζί, ως το τέρμα.

Μια κοπελιά είναι έτοιμη για έρωτα, όχι καταστροφικό και μοιραίο, έζησε αρκετές αναποδιές και έχει ανάγκη τη νηνεμία του ορίζοντα, μια σκέπη γερή για τις καταιγίδες και ένα ατσάλινο κάβο για το καραβόσκοινό της.

Ξέρει πως δεν είναι κοπέλα των περιοδικών, μα θα θελε να ζήσει σαν βιβλίου ηρωίδα, όχι μαλθακή σαν αυτές που κοιμούνται και περιμένουν, μα σαν εκείνες που φορούν σιδερένια παπούτσια και σε δοκιμασίες μπαίνουν για να βρούνε τον πλανεμένο καλό τους.

Ξέρει πως είναι να ξαπλώνουν δύο και να ξυπνάει μόνη, ξέρει πως το μόνο που προδίδει του άλλου την παρουσία είναι το δεύτερο ποτήρι κρασιού στο πάσσο, το σηκωμένο της τουαλέτας κάθισμα και το άρωμα μιας ανδρικής κολώνιας στα σεντόνια ποτισμένο με ιδρώτα.
Αχ, γιατί οι άντρες να ναι πιο φοβισμένα πουλιά και από μπεκάτσες μπροστά στην απειλή της οδοντόβουρτσας στο ποτηράκι του καθρέφτη.

Τριχωτές πλάτες, κρεμασμένα προγούλια, πρώιμη αλωπεκία και γκρίζοι κρόταφοι που δεν μοιάζουν στον ηθοποιό με το μαρτίνι, φανέλες μινέρβα και τζίν με νούμερο που προδίδει τα χρόνια τους και αντί για εστιατόριο παραγγελία πίτσα, η μυρωδιά του ξυνισμένου ιδρώτα και του πολυφορεμένου παπουτσιού είναι οι μνηστήρες που περιστασιακά την πολιορκούν και αυτή ξαπλώνει το σώμα της έπαθλό τους στο βωμό, τρέφοντας μάταιη πίστη.

Οι μέρες στη δουλειά να κυλούνε δίχως χρώμα, η διαδοχή τους να διακόπτεται από κάποια κολλώδη μεσημέρια, από κάποια θλιβερά απογεύματα με συγγενείς ή μπροστά από μια αδιάφορη τηλεοραση και συμβατικούς καφέδες με φίλους που θέλουν να πούν παρά να ακούσουν, που τόσο ιντριγκάρεσαι να τους απαντήσεις ζοφερά όταν τυπικά σε ρωτάνε πως τα περνάς για να τους καταρρακώσεις την αίσθηση ασφάλειας που έχουν χτίσει, απέναντί σου, αποδιοπομπαία μου κατσίκα.

Σε ποιόν να εκμυστηρευτείς πως περισσότερη συντροφιά σου κρατάει ο πλαστικός σου ηδονιστής με τις μπαταρίες και πως θα θελες και εσύ σε κάποιον μπροστά να φορέσεις παρά να βγάλεις τα καλά σου εσώρουχα, πως στην ντουλάπα σου μαζί με κάποια όνειρα θα μείνουν καταδικασμένα κλεισμένα στη ζελατίνα του καθαριστηρίου τα ανάλαφρα φορέματα που αγόραζες με την γλυκειά προσμονή μιας νέας μέρας που ποτέ δεν ξημέρωσε.

Κοιμάσαι με δυό μαξιλάρια, το ένα στο προσκέφαλο και το άλλο αγκαλιά, γιατί είναι βαρύ να κοιμάσαι και να ξυπνάς περισσότερο άδεια, μια προσποίηση στον εαυτό σου δεν βλάφτει, αυτό λες και πλέον το πιστεύεις περισσότερο από την ελπίδα που κάποτε έλεγε πως οι άνθρωποι κάποια στιγμή βρίσκουν το ταίρι του, γαμημένα ψέματα λόγια, που πήρατε κόσμο στο λαιμό σας.

Οι κοπέλες που μαζί μεγαλώνατε γίναν γυναίκες και συχνάζουν στην πλατεία, στα πάρκα και στο σούπερμάρκετ με τα καρότσια και τα σάββατα στους παιδοτόπους, για να ξαναφτιάξουν τους σπασμένους κύκλους των γονιών, παρά για το παιχνίδι των μικρών. Κι εσύ; Στην απέξω, σαν μιαρή, σαν μολυσματική ασθένεια αντιμετωπίζουν τη μοναξιά σου με αποστροφή, σαν να μην υπάρχεις, σαν να μην πέρασες την πίστα, σαν να έμεινες στου πάκμαν τους πλάγιους διαδρόμους στο σκοτάδι παγιδευμένη.

Γελάς στα μικρά παιδιά και χαιρετάς με λύπη κάθε κλείσιμο του βιολογικού σου μήνα, σαν μια πιθανότητα που δεν είχε ελπίδες στατιστικές να μετουσιωθεί σε επιτυχία, γιατί οι επιβαίνοντες του σώματός σου πάντα ζυγίζουν την εκτόνωση με τον τρόμο των υποθετικών τους ευθυνών αν όλα πήγαιναν κατ ευχήν ή καταδιαόλου και παίρνανε προφυλάξεις.

Σε έχω δεί να περνάς από τα καλοκαιρινά καφέ μην δείς και εσύ κάποιο γνωστό και να διέρχεσαι για να καθίσεις στο παγκάκι απέναντι στη θάλασσα με ένα βιβλίο απέναντι, ανάμεσα σε επίδοξους ψαράδες, που φαντάζονται τη νύχτα τους μέσα στα βογγητά σου, αλλά εσύ έχεις μόνο μια τρομαχτικά άδεια αγκαλιά ανάγκη και γρήγορα μαζεύουν τα σύνεργά τους και εξαφανίζονται.

Κάπου υπάρχει ένα κορίτσι με ένα λάσο στο λαιμό και οι περίοικοι είπαν πως δεν κατάλαβαν τον λόγο.


η φωτό είναι απο τους αγγέλους της μάρως γαλάνη

28.8.08

Σταματάς ποτέ να νιώθεις μόνη;

Η ανάσα δεν θέλει σκέψη, κανένας δεν πέθανε επειδή κράτησε την αναπνοή του, μπορεί να σάπισαν μέσα του τα λόγια που δεν είπε ή το κρασί να του δηλητηρίασε το αίμα και ο καπνός τα πνευμόνια, γιατί προσπαθούσε κάνοντας κακό στον εαυτό κάποιον-α κάτι να εκδικηθεί.

Η ζωή είναι ένα κοντό ταξίδι που μακραίνει όσο μακρύτερα φτάνει η σκέψη, τα πόδια αεικίνητα έμβολα και το στόμα ασθμαίνον φουγάρο, χωρίς το σκοπό ένα ακυβέρνητο πλοίο που πιο πιθανά φλερτάρει με το χαμό παρά με τον ελλιμενισμό.

Τα ντεπόν να μην μπορούν να κρατήσουν τις ημικρανίες μακριά και τα βάλιουμ να μην μπορούν να καταφέρουν τον μορφέα να ξαπλώσει δίπλαθε τους, τα μάτια πάντα κρυμμένα πίσω από γυαλιά και οι γύφτισσες να μην ζυγώνουν να πούνε μοίρα στο άδειο χέρι.

Κυοφορείς εκρήξεις που δεν θα τις νιώσει κανείς, τα δάκρυά σου δεν θα ποτίσουν άλλων στέρνα, τα λόγια σου μονόλογοι στα αυτιά σου που δεν θα επαναληφθούν και το βαθούλωμα στο στρώμα σου θα ναι πάντα στο κέντρο.

Πιο άστοχη από σένα στη ζωή δεν γνώριζα, σημάδευες πάντα πιο ψηλά απ’ τους ανθρώπους, κύκλοι και βέλη, τόξα και σκαλιστές καρδιές δεν σου παν τίποτα, εσύ λάτρευες τις λυπητερές ταινίες, που μένει ο ήρωας δίχως παρόν και ο κόσμος χωρίς μέλλον, έβλεπες σε γλάστρες δέντρα και σε ξερόβραχους φύτευες ελπίδες, δεν σου πε βέβαια κανείς πως δεν υπάρχουνε αισθήματα μπονσάι, μόνο άνθρωποι κυρτωμένοι από τον κάματο που ακόμα και ο χάροντας αγριεύεται να τους πάρει δοκιμάζοντας τις αντοχές τους.

Κουβαλάς ένα απύθμενο κενό και τα ποτήρια που καταπίνεις δεν βρίσκουν πάτο, μόνο τα λόγια που έμαθες να ξεκοκκαλίζεις αγκυλώνονται στα βάθη σου και φτιάχνουν ιστούς που δίνουν θρόισμα σε κάθε λέξη σου σαν επιθανάτιου ρόγχου και οι χαρές ανασκουμπώνονται στα διπλανά τραπέζια, πριν φύγουν κοιτώντας σε με λύπη και με φόβο.

Θυμάμαι κάποτε που έκλαιγες βουβά με ορθάνοιχτη την πόρτα, τα μάτια ψηλά, τα χέρια ριχτά, ανάμεσα των ποδιών σου. Σαν τι να τρέχει, ρώτησα, δεν ήσουν πληγωμένη, τουλάχιστον επιφανειακά, κάποιες πληγές μου είπες τρέχουν υγρασίες και έβλεπες τα πράγματα παραμορφωτικά πίσω από τους καταρράκτες σου.
Στο πάτωμα ξεκοιλιασμένο ένα τετράδιο με μια κατάμαυρη γραμμή, έγραψες μάλλον και ξανάγραψες το ίδιο πράγμα, πόσομουλείπεις, χωρίς να αλλάζεις τη γραμμή στη γραφομηχανή σου, το χαρτί στο τέλος σώθηκε από το πολύ χτύπημα και μελάνι, μαύρισε, τρύπησε και έχασκε στα πόδια σου σαν νικημένο σαλάχι.

Είχες δεχτεί πολλά τσιμπήματα και κάποια θανάσιμα δαγκώματα από βιβλία και τα αντιμετώπιζες με του φακίρη το θάρρος, χωρίς φλογέρα, κοιτώντας τα από ‘να μάκρος σταθερό στα μάτια, έτοιμη να τραβηχτείς ή να τα κλείσεις, γράμμα το γράμμα, λέξη τη λέξη, η ετοιμότητα σου χάρισε δυο μαύρα μισοφέγγαρα στα μάτι και μια σκοτεινή πανσέληνο εκεί που κοιμάται η δύναμη, κάτω απ το στήθος.

Νόμιζα πως κοιμήθηκες κάποια στιγμή και είπα να πλύνω τα πιάτα, μα καθώς τα μάζευα σπαρμένα θραύσματα από το πάτωμα, σε είδα να ξαναγίνεσαι παιδί, να φέρνεις τα γόνατα στο μέτωπο και να φαρδαίνουν πάνω σου τα ρούχα, να αναρριγάς σε ατομικές σεισμικές ακολουθίες και να συστέλλεσαι σαν πρωτοχρονιάτικο μπαλόνι, έως ξεφουσκώματος, που κατακάθεται κουρασμένο δίχως ήλιο, χωρίς αντοχές, χρησιμότητα και άλλη πολυτιμάδα, εξόν του γυαλιστερού του ντύματος.

Η ζωή έκανε κάποιες προσπάθειες από μέσα σου να σηκωθεί, ανέπνεαν τα πνευμόνια τόσην ώρα υποτονικά και τα γόνατα βάλθηκαν να στηρίξουν το βάρος του κόσμου σε ένα κεφάλι, ενός αστεριού λίγο πρίν την έκρηξη, λίγο πριν την λάμψη, αφού είχαν αποσωθεί οι σάρκες και οι αντοχές του κάτω από το ίδιο το απίστευτό του βάρος, μπορεί και βάθος, δεν ξέρω να σας πώ.


Τι μπορώ να κάνω;
Να φύγεις
Κι εσύ;
Θα υπάρχω
Για πόσο;
Για όσο
Απ τη στιγμή που σε συνάντησα έγινες η ευθύνη μου.
Κανενός δεν θέλω την ευθύνη, του γλυτωμού ή του χαμού, δικά μου τα ρέστα και τα δανεικά.
Τι να σου φέρω;
Μοναξιά
Έχεις μπόλικη
Μη μου στερείς την όλη
Γιατί είσαι τόσο μόνη;

Κοίταξε τον καθρέφτη. Πες μου τι βλέπεις. Άσε μη λες. Δεν λές. Δεν βλέπεις. Δεν με βλέπεις. Πως να υπάρχεις σαν δεν αγαπιέσαι;

Είχα πολλά να της πώ, μα τίποτα σπουδαίο, η σιωπή στις μεγάλες στιγμές είναι τιμή και λόγος.
Φεύγοντας άπλωσα το χέρι και της πήρα τη φωτογραφική και ένα βιβλίο, άφησα την πόρτα ανοιχτή και πήρα να περπατάω.

Κάποτε έφτασα στη θάλασσα, ό ήλιος μου έκαιγε τα μάτια. Διάβασα στα περιθώρια τις λύσεις και τα αμάγια, τα λόγια και τα ξόρκια που κλείδωναν τις λέξεις και τα αισθήματα μέσα σε ποιήματα και γράμματα και για την αγκαλιά που όποιος στερείται ψάχνει.

Στην πρώτη εικόνα της φωτογραφικής κατάλαβα πως τράβαγε την απουσία, όμορφα κάδρα, αλλά κενά και δίχως θέμα, ένα θέμα μάλλον αυτονόητο στα μάτια της, αποσκισμένο σαν εικόνα από την πραγματικότητα, σαν επιζωγραφισμένη καρτ ποστάλ, σαν διπλοέκθεσης διαφορετικών εικόνων πάντρεμα, σαν κολλάζ της σκέψης.

Δεν μου τα ζήτησε ποτέ, άφησε το σπίτι που κατοικούσε, κανείς δεν έμαθε πως χάθηκε, τους τρελούς και τους ονειροπόλους οι άνθρωποι τους θεωρούν κομήτες, τους βλέπουν , τους δείχνουν και γελούν, κανείς δεν πάει κοντά τους, βλέπουν στο πλάι να έρχονται και την κόμη τους σαν φεύγουν, μα τα μάτια, αυτά τα μάτια τα καντάρια πάγο γεμάτα κανένας δεν τα βλέπει, γιατί σε μαρμαρώνουν με το μικρόβιο της τόσης μοναξιάς.